Τρίτη, 16 Ιουλίου 2013

Kite surfing στην Αρτέμιδα

Ήταν μια αξέχαστη εποχή... Ήταν μια μυθική εποχή... Ήταν μια ξένοιαστη εποχή... Ήταν η δεκαετία του '60, που έχει στολισθεί μ' όλα τα κοσμητικά και τα διακοσμητικά - ίσως γιατί ήταν πράγματι όμορφη, ίσως γιατί ήμασταν ακόμα παιδιά, ίσως, απλώς, γιατί με τα χρόνια σβήστηκαν οι άσχημες στιγμές κι έμειναν μόνο οι γλυκές!.. Όπως και νάχει, τις Κυριακές - γιατί τότε τα Σάββατα ήταν εργάσιμες κανονικές - οι οικογένειες φορτωνόμασταν όλοι μαζί και λίγο ο ένας πάνω στον άλλο σε ένα από τα λιγοστά αυτοκίνητα της Αθήνας μαζί με κάτι ταπεινά είδη θαλάσσης και πολλά ταπεράκια, που δεν ήταν δα και Τupperware, αλλά σκέτα πλαστικά δοχεία, με όλα τα σχετικά: κεφτεδάκια και πίττες και φέτα και φρούτα. Προορισμός κάποια από τις πιο μακρινές παραλίες της Αττικής - όχι τίποτε Φάληρα και Έδεμ και Βουλιαγμένες, αλλά κάτι απόμακρο και εξωτικό. Κάτι σαν... την Λούτσα, ας πούμε! Τα αυτοκίνητα, έτσι φορτωμένα όπως ήταν, αγκομαχούσαν για να καταπιούν τα χιλιόμετρα, που οδηγούσαν σε μια από τις μεγαλύτερες σε μήκος παραλίες της Αττικής, με τα όλα της. Δέντρα για σκιά και για να στηθεί το μεσημεριανό τραπέζι κατά γης, ρηχά νερά για να μην κινδυνεύουν τα παιδιά, και άμμος. Ατέλειωτη αμμουδιά, όπου συχνά, κολλούσαν οι ρόδες από απροσεξία του οδηγού και στην αναχώρηση έπρεπε να σπρώχνουμε όλοι μαζί, ώστε να ξεκολλήσει το αυτοκίνητο και να πάρουμε τον δρόμο του γυρισμού. Κανείς δεν δυσανασχετούσε, όμως, με κάτι τέτοιες περιπέτειες. Όλοι, μικροί-μεγάλοι, ήταν χορτασμένοι, ευτυχισμένοι! Ήταν κι ακόμα είναι μια αξέχαστη εποχή! Μετά, με κάποιο μαγικό τρόπο, φτιαχτήκαμε όλοι, φτιαχτήκανε και δρόμοι, πλοία, λιμάνια, γίναμε πλούσιοι κι ωραίοι, τα αυτοκίνητα έγιναν περισσότερα από μας, την Λούτσα την είπανε Αρτέμιδα κι όλοι μαζί ανακαλύψαμε τις Κυκλάδες, την Μύκονο, τα Κουφονήσια και τις Ικαρίες κι ένα σωρό άλλα ταξίδια, πραγματικά μακρινά. Με το καινούριο της όνομα, η Αρτέμιδα, έμελλε, ωστόσο, να γνωρίσει με τον καιρό καινούριες δόξες, που κανένας δεν μπορούσε να φανταστεί το '60. Ένας μεγάλος κόλπος όλη η περιοχή, με τον βορειοανατολικό του μυχό νάχει ευλογηθεί με απίστευτα ρεύματα κι ανέμους, που κονταροχτυπιούνται πάνω από νερά καταγάλανα. Ρεύματα, που αποθαρρύνουν τους κολυμβητές και τα παιδιά, αλλά είναι μάνα εξ ουρανού για τους surfers. Οι πινακίδες θα σας κατευθύνουν από το κέντρο της Αρτέμιδας στην περιοχή του Αγίου Νικολάου, στο "Αθλητικό Κέντρο", όπως γράφουν, κι εκεί θα νοιώσετε ξαφνικά πως είσαστε σε κάποια παράκτια πόλη της Florida ή της California! Μαγαζιά με είδη για surfing παντού και κόσμος, πολύς κόσμος, νεανικός κόσμος, χαλαρός, χρωματιστός, που ζει δικαιωματικά, με την σειρά του, την δική του, διαφορετική σε περιεχομένο, αλλά το ίδιο αξέχαστη εποχή του!.. Κατευθυνθείτε στην άκρη του μυχού, απέναντι από τα κοντινά νησάκια, που διακρίνονται και στις φωτογραφίες. Εκεί, όπου οι άνεμοι τα δίνουν όλα, προκειμένου να σας εντυπωσιάσουν οι surfers με τις φιγούρες τους και τα εναέρια μπαλέτα τους, καθήστε στην σκιά των δέντρων, καθήστε στα φιλόξενα "NISSAKIA" και δοκιμάστε τις λιχουδιές τους, ρουφήξτε το υπέροχο και θεραπευτικό μπλε και απολαύστε το θέαμα! Κι αν είστε φωτογράφοι, στήστε τα τρίποδα!..

















Περισσότερες φωτογραφίες εδώ:

Δευτέρα, 15 Ιουλίου 2013

Στην Μάνη... - Οδηγίες χρήσης

Υπάρχουν στην Ελλάδα προορισμοί, των οποίων ο χαρακτήρας, όπως έχει διαμορφωθεί στο πέρασμα των αιώνων, υπερβαίνει μιαν απλή τουριστική ταυτότητα.
Η μικρή και η μεγάλη ιστορία μας, που ασφαλώς δεν είναι πάντα πάντα ευχάριστη ή εύπεπτη, έχει αφήσει ανεξίτηλα ίχνη και σημάδια σε πολλές περιοχές - και η Μάνη είναι σίγουρα μία από αυτές τις περιοχές. Από την άποψη αυτή, μια επίσκεψη στην Μάνη, ακόμη κι αν γίνει στην καρδιά του Καλοκαιριού και με κύριο άξονα τα μπάνια και την χαλάρωση, δεν αργεί να αποκτήσει σχεδόν προσκυνηματικά χαρακτηριστικά. Κι ακόμη περισσότερο: όσο πιο πολύ εισχωρεί κανείς στο τοπίο, στο φυσικό περιβάλλον, στην ιδιοσυγκρασία και στον χαρακτήρα των ανθρώπων, τόσο περισσότερο συνειδητοποιεί ότι δεν έχει ακόμα ούτε δει ούτε γνωρίσει τίποτε από την Μάνη, που θα εξακολουθεί να κρύβει μάγια και εκπλήξεις, ώστε να σε αναγκάζει, φεύγοντας, να προγραμματίζεις κιόλας το επόμενο ταξίδι σου.
Το ομολογουμένως εξαιρετικής αισθητικής FnL Guide φιλοξενεί ένα σύντομο άρθρο με κάποιες πρώτες οδηγίες για αρχάριους περιηγητές της Μάνης. Δεν πρόκειται για ταξιδιωτικό Οδηγό, αλλά απλώς για μερικές πρώτες οδηγίες, που μπορεί να φανούν πολύ χρήσιμες ειδικά σε όσους δεν έχουν πάει ακόμη στην Μάνη και θέλουν να ξέρουν πώς και από πού να αρχίσουν. Προσωπικά δοκιμασμένες οι προτάσεις, φιλοδοξούν μόνο και μόνο να αποτελέσουν το ερέθισμα για μια πρώτη, πρακτική και οικονομική, γνωριμία με την περιοχή. Η βεβαιότητα, άλλωστε, είναι πως η γνωριμία αυτή θα αποτελέσει την απαρχή για κάτι πολύ βαθύτερο και ουσιαστικότερο, για μια δεύτερη και τρίτη επίσκεψη, για μια τακτική αναβάπτιση στα νάματά της, καθώς η Μάνη είναι ανεξάντλητη και κρύβει επιμελώς τα σπουδαιότερα κάλλη της για τους τακτικούς και επίμονους μουσαφίρηδές της!      
     

Δευτέρα, 8 Ιουλίου 2013

Η νύχτα του Άη Συμιού (2013)

Μετά το τρισάγιο και πέφτοντας το βράδυ, πήραμε ν' ανηφορίζουμε σιγά-σιγά προς τον Άη Συμιό. Μέσα μας αντηχούσαν τα τραγούδια κι οι σκοποί, που ακούγαμε εδώ κι εκεί στην πόλη, μέρες και νύχτες, γύρω από τα τραπέζια, που με φαΐ, ποτό και τραγούδι, ενώνουν τους άντρες και τους φέρνουν κοντά, όσο τίποτ' άλλο.
Κάποιοι, λίγο δειλοί, ίσως, διστακτικοί, τα σιγοψιθύριζαν, άλλοι τα σφύριζαν όσο κι όπως μπορούσαν, μα όλοι, πάντως, τα είχαν μέσα τους, σαν για να τους συντροφεύουν στην διαδρομή, να τους προπαρασκευάζουν για την ολονυκτία.
Μπροστά στα μάτια μας ξεπηδούσαν εικόνες, συνέχεια εικόνες, μπερδεμένες εικόνες, κάποτε και θολές. Εικόνες χωρίς συνοχή πάντα, χωρίς λογική διαδοχή, ίσως και χωρίς νόημα, θάλεγαν από μέσα τους τίποτε πρωτευουσιάνοι, περαστικοί και περιηγητές τυχαίοι.
Εικόνες, παντού εικόνες, λες και ξεπηδούν από γωνίες, τοίχους πέτρινους, σπίτια Μεσολογγίτικα, μισογκρεμισμένα, ερείπια οικεία, αγαπημένα, πόρτες και παράθυρα φαγωμένα άλλοτε από τον χρόνο κι άλλοτε από τους ανθρώπους σε κάποια στιγμή μανίας, φαγωμένα απλώς από την ζωη, αλλά φαγωμένα, γερμένα μπροστά στην μοίρα. Εικόνες, λοιπόν... Να: εδώ φουστανελάδες ζωσμένοι με τις πιστόλες, τους, τα φυσεκλίκια και τις μπαρουτοθήκες. Αρματωσιές καλογυαλισμένες, βαριές κι ασήκωτες. Ρούχα βαριά κι αυτά, ασήκωτα για Καλοκαίρι και ήλιο λαμπερό, Ελληνικό - αλλά τούτο το φορτίο είναι παραδομένο από πάππο σε πατέρα κι από πατέρα σε γιο και τούτο είναι που το κάνει κάπως σαν  ανάλαφρο και παντός καιρού.
Πιο κει έφιπποι στα χακί τους, πάνω σ' άλογα, που χορεύουν μυστήρια, στον σκοπό του ζουρνά και στον ρυθμό του νταουλιού.
Κι ορκίζομαι πως έτσι ανεβαίνοντας προς το μοναστήρι, σαν νάδα ολόγυρα, εδώ κι εκεί,  παλιούς πολεμιστές, χαρακωμένους από τα χρόνια και τις κακουχίες, εξαντλημένους από την πείνα και την πολιορκία της πόλης, αποφασισμένους, όμως, πια να μαζέψουν τις τελευταίες δυνάμεις τους και να σπάσουν τον κλοιό, να βγουν στον δρόμο για την ελευθερία, να σφαχτούν και να σφάξουν απελπισμένοι κι, άμα γλιτώσουν, να ανάψουν ένα κερί στον Άη Συμιό και στον δροσερό περίβολο να ανασάνουν τον πρώτο τους λεύτερο αέρα.
Ένα κεράκι ανάψαμε κι εμείς πρωτοφτάνοντας, με την πανσέληνο από πάνω να φωτίζει σαν μέρα τον δρόμο μας.
Είχανε μαζευτεί ήδη από νωρίς οι Παρέες. Οι Αρματωμένοι είχαν ξαρματωθεί για το βράδυ κι είχαν κρεμάσει εδώ κι εκεί τα πατροπαράδοτα ρούχα τους, Μερικοί είχαν κρατήσει μονάχα ένα κομμάτι της αρματωσιάς τους, σαν για να τους διατηρεί ζωντανό τον δεσμό με τους καθαγιασμένους προπάτορες πάνω στον χορό, άλλοι όχι.
Τα τραπέζια στημένα, τα κρέατα και τα μακαρόνια και τα λογής λογής φαγητά πήγαιναν κι έρχονταν. Τα ποτά στον πάγο, έτοιμα να ξεδιψάσουν τους πανηγυριστές και τους φιλοξενούμενους. Ακάλεστοι οι περισσότεροι, αλλά παντού ευπρόσδεκτοι. Σ' όλες τις Παρέες, σ' όλα τα τραπέζια, με το που πλησίαζες, μια καρέκλα κι ένα πιάτο κι ένα ποτήρι βρίσκονταν αμέσως κι έρχονταν με τρόπο μαγικό μπροστά σου. Τι χρειάζεσαι, τι έχεις ανάγκη, ξένε, που ξένος δεν εισ' εδώ; Εδώ είναι όλοι δικοί, όλοι άνθρωποι κι όλοι λεύτεροι, όπως το λέει ξεκάθαρα η πέτρα στην είσοδο της Ιεράς Πόλης: Κάθε λεύτερος άνθρωπος είναι δημότης Μεσολογγίου! Πεινάς, λοιπόν, διψάς, τραγούδι θες, χορό μήπως; Πάρε θέση και πιάσε! Πιάσε το πηρούνι και το μαχαίρι, πιάσε το ποτήρι, πιάσε τον σκοπό και πιάσε και το μαντήλι και ρίξτο στον χορό. Είμαστ' εδώ με σένα και για σένα εμείς, είσαι εδώ για μας εσύ. Όλοι δικοί. Όλοι έτοιμοι να σε φιλέψουμε, να σε κρατήσουμε να φέρεις την γυροβολιά σου με σιγουριά, γιατί εδώ, ξέρεις, είναι λεβεντοπανήγυρις, γιορτή γι' άντρες λεβέντες κι οι λεβέντες, ξέρεις, κρατάν ο ένας τον άλλο κι έτσι ήταν πάντα και παντού με τους λεβέντες, ξέρεις, κι έτσι θάναι στον αιώνα τον άπαντα, όσο υπάρχουν άνθρωποι, που ξέρουν από λευτεριά κι από τιμή κι αντρειοσύνη.
Οι γύφτοι μουσικοί έχουν κι αυτοί μαζευτεί από νωρίς. Οι ζυγιές έχουν πάρει την θέση τους στην άκρη του τραπεζιού της κάθε Παρέας ή στο κέντρο του κύκλου του χορού. Ακούραστοι άνθρωποι. Μερόνυχτα παίζουν χωρίς σταματημό, κάνουν το μουσικό γούστο της παρέας, τα μάτια τους γυαλίζουν, οι νταουλιέρηδες κοιτούν τους χορευτές στα πόδια, για να σιγουρευτούν πως τους ακολουθούν πιστά, τους κοιτούν στα μάτια, για να πάρουν έγκαιρα μηνύματα. Οι άλλοι με τον ζουρνά, παλεύουν να πάρουν ανάσες, να κρατήσουν αέρα μέσα τους, για τους ίδιους, να δώσουν κι αέρα στο όργανο. Τα μάγουλά τους φουσκώνουν, οι φλέβες του λαιμού πετάγονται. Ο χρόνος σταματάει, ο χώρος δεν υπάρχει. Υπάρχουνε μονάχα μουσικές και σκοποί και βήματα, που ενώνονται με κι ενώνουν, που έρχονται από πολύ μακριά κι ακόμα πιο μακριά θα πάνε στους αιώνες, που ακολουθούν, θα οδηγούνε με το τέμπο τους την φυλή, γιατί έτσι, με μουσικές αρχέγονες πορεύονται πάντα και πολεμούν κι επιζούν οι παλιές φυλές, οι δοκιμασμένες, οι βασανισμένες, οι φυλές οι περασμένες από φωτιά και σίδερο.                  
Γύρω γύρω, οι οικογένειες των μουσικών κοιμούνται στρωματσάδα, όταν κοιμούνται κι όπως κι όσο κοιμούνται, μέσα στον αχό από τα νταούλια και τις φωνές. Τα μωρά τους  κοιμούνται, όπως κοιμούνται όλα τα μωρά, οι γυναίκες πιάνουν το κουβεντολόι, όπως όλες οι γυναίκες, και τα μεγαλύτερα παιδιά μονάχα, στέκουνε κάπου κοντά στον πατέρα τους, που παίζει την μουσική, και με κάθε ευκαιρία μαζεύουν από το χώμα τα δολάρια, που πετάνε οι πανηγυριστές, προσέχοντας μη μπερδευτούν στα πόδια των χορευτών και ποδοπατηθούν.
Είναι όμορφη η νύχτα του Άη Συμιού. Πέφτει ανάλαφρη πάνω στους ώμους και στις κεφαλές, σαν ν' αγκαλιάζει απαλά τους γλεντοκόπους, να τους παίρνει την κούραση, να τους παίρνει έστω και για μια νύχτα μόνο, τους πόνους, τα ντέρτια, τις αγωνίες, τις μνήμες τις πικρές.
Είναι όμορφη η νύχτα του Άη Συμιού, που τα παίρνει όλα αυτά και τα κάνει γέλιο, τραγούδι, χορό. Κάνει τους άντρες ν' αγκαλιάζονται, να κρατούν σφιχτά ο ένας το χέρι του άλλου, να βρίσκουνε μαζί τον ρυθμό, τα λόγια, τα κοινά λόγια, τις κοινές σκέψεις, τον κοινό σκοπό, τον ένα για όλους και τους όλους για έναν.

Είναι όμορφη η νύχτα του Άη Συμιού, έτσι όπως παίρνει κι εμάς μαζί της, μας λευτερώνει και μας ψιθυρίζει στ' αυτί "Ε, πούσαι... Και του χρόνου εδώ, ε;"        


















Όλες οι φωτογραφίες εδώ:
http://www.johndcarnessiotis.com/Other-1/SYMIOS-2013/30321575_ZP96DL#!i=2612487749&k=zZjjKT6

Παρασκευή, 5 Ιουλίου 2013

Στον Άη Συμιό, στο Μεσολόγγι - Μέρος Ι

“Αρχαία συνήθεια επεκράτησε να τελήται κατ’έτος την Πεντηκοστήν πανήγυρις. Αφ’ εσπέρας πηγαίνουσιν οι πανηγυρισταί ώς και την πρωίαν. Επίσης κατ’ αρχαίαν συνήθειαν μεταβαίνουσιν οι πλείστοι τούτων ένοπλοι και μεγάλη προσπάθεια καταβάλλεται εκ μέρους ιδία των νέων τις να φέρει την λαμπροτέρα πανοπλίαν…”
(Εφημερίδα Ελληνικά Χρονικά 1859)

Το τριήμερο του Αγίου Πνεύματος πραγματοποιείται στο Μεσολόγγι το Πανηγύρι του Άη Συμιού - μια παραδοσιακή τοπική γιορτή, η οποία, στο πέρασμα του χρόνου, κατορθώνει να διατηρεί αναλλοίωτα τα επί μέρους στοιχεία, που την συνθέτουν και που ενισχύουν όλο και περισσότερο τον συμβολισμό, τις προεκτάσεις, αλλά, κυρίως, την ξεχωριστή σημασία της στο σύγχρονο πλαίσιο. 
Πρόκειται ίσως για το πιο αυθεντικό Ελληνικό Πανηγύρι, που σώζεται ανέπαφο ώς τις μέρες μας και διακρίνεται για τον συνδυασμένο ιστορικό και θρησκευτικό του χαρακτήρα. Σύμφωνα με τεκμηριωμένες ιστορικές μαρτυρίες, διοργανώνεται στο Μεσολόγγι ήδη από τα πρώτα χρόνια της ίδρυσης της Ιεράς Πόλεως και προφανώς είναι το μοναδικό αστικό Πανηγύρι στην Ελλάδα. Ο εορτασμός είναι άρρηκτα συνδεδεμένος με αυτό τούτο το έπος της Εξόδου του Μεσολογγίου, καθώς στο τότε Μοναστήρι του Αγίου Συμεών - Άη Συμιού (χτισμένο ήδη από το 1740) είχαν συμφωνήσει να συναντηθούν και ν' αναπνεύσουν επί τέλους τον πρώτο τους αέρα της λευτεριάς όσοι θα μετείχαν στην Έξοδο και θα κατάφερναν να επιζήσουν από την μάχαιρα των πολιορκητών. 
Οι Μεσολογγίτες, που συμμετέχουν σήμερα στο Πανηγύρι, συγκροτούν οργανωμένα "καπετανάτα", τις λεγόμενες "Παρέες", και χωρίζονται σε δύο μεγάλες ομάδες: τους "Αρματωμένους" και στους "Καβαλαραίους". Το σπουδαιότερο, ωστόσο, είναι η ούτως ή άλλως πάνδημη συμμετοχή στα δρώμενα, που κρατούν 4 μερόνυχτα. Απολύτως χαρακτηριστική και έκδηλη είναι η υπερηφάνεια στο βλέμμα των Μεσολογγιτών, που φορούν με καμάρι τις αυθεντικές και πλούσια διακοσμημένες παραδοσιακές στολές τους και τις αρματωσιές τους. Μ' αυτές τις ενδυμασίες κυκλοφορούν, μ' αυτές γλεντούν στην πόλη, πριν από την έναρξη του καθ' εαυτό Πανηγυριού στον αχανή περίβολο της εκκλησίας του Αγίου Συμεών, λίγο έξω από την Ιερά Πόλη, μ' αυτές παίρνουν την ευλογία του παπά και μ' αυτές μετέχουν στο μνημόσυνο των πεσόντων στον Κήπο των Ηρώων, πριν ανηφορίσουν, τελικά, προς την εκκλησία, το απόγευμα της Κυριακής της Πεντηκοστής για την ολονυχτία. 
Στο μεταξύ και μέχρι το γλέντι κι η μυσταγωγία να μεταφερθούν στον Άη Συμιό, η Ιερά Πόλη δονείται από τα τραγούδια των "Παρεών" των Μεσολογγιτών Αρματωμένων και από τους ζουρνάδες και τα μικρά, διαμέτρου 20-25 εκ., Μεσολογγίτικα νταούλια - τα ξεροντάουλα. Το μουσικό μέρος των εκδηλώσεων έχουν παραδοσιακά αναλάβει πλανόδιοι Γύφτοι μουσικοί, που συρρέουν για τον σκοπό αυτό στο Μεσολόγγι και παίζουν σε ζυγιές ζουρνά και ξεροντάουλο. Κάθε "Παρέα" έχει την δική της ζυγιά Γύφτων, που την συνοδεύει στα προεόρτια και, στην συνέχεια, στην ολονυχτία του Πανηγυριού. Η εγκάρδια αυτή συμμετοχή των Γύφτων μουσικών είναι ιδιαίτερα αξιοσημείωτη και αποτελεί συστατικό, εκ των ων ουκ άνευ, στοιχείο του εορτασμού. Οι περισσότεροι από τους μουσικούς αυτούς παίζουν με γνώση και με μιαν απίστευτη, πρωτοφανή, ένταση τα δύο λιτά, αλλά τόσο καθοριστικά, παραδοσιακά όργανα, τον ζουρνά και το ξεροντάουλο. Εξ ίσου αξιοσημείωτο, όμως, είναι και το πόσο ακούραστοι είναι. Παίζουν όλη μέρα κι όλη νύχτα, ενώ οι οικογένειές τους κοιμούνται κατά γης, στον περίβολο της εκκλησίας, κάπου κοντά στις προκαθορισμένες και μόνιμες θέσεις, όπου η κάθε Παρέα στήνει το τραπέζι της και οργανώνει το γλέντι της. Ελλείψει χαρτονομισμάτων του ενός ευρώ, οι πανηγυριστές, που παλιότερα τους έραιναν με 50δραχμα και 100δραχμα, τώρα τους ανταμείβουν με χαρτονομίσματα του ενός δολλαρίου, τα οποία έχουν έγκαιρα φροντίσει να προμηθευθούν εν αφθονία, ειδικά για την περίσταση - και η αλήθεια είναι πως οι πλανόδιοι τούτοι μουσικοί αξίζουν πραγματικά κάθε αμοιβή για το ταλέντο, το παίξιμο και τον κόπο τους. 

Πάλε καλές αντάμωσες, 
πάλε ν' ανταμωθούμε 
στον Άη Συμιό, στον πλάτανο 
και στην κρύα βρυσούλα...























Περισσότερες φωτογραφίες εδώ:
http://www.johndcarnessiotis.com/Other-1/SYMIOS-2013/30321575_ZP96DL#!i=2612487749&k=zZjjKT6
 
GreekBloggers.com