Πέμπτη, 27 Νοεμβρίου 2014

Το κορίτσι του μόλου


Η ζωή μας, τόσο σε ατομικό όσο και σε συλλογικό επίπεδο, πολύ συχνά καθορίζεται από την χημική αντίδραση μεταξύ διαμετρικά αντίθετων χαρακτήρων. Χρειάζεται απλώς ένας καταλύτης την κατάλληλη χρονική στιγμή...



Στον Πολυχώρο του VAULT, στον Βοτανικό, έχει ανέβει εδώ και μια εβδομάδα το θεατρικό έργο του Γιώργου Φραγκούλη "Το κορίτσι του μόλου", ένα παράξενο παιχνίδι ανάμεσα σε τέτοιους διαμετρικά αντίθετους χαρακτήρες - φοιτητές, που συγκατοικούν για οικονομικούς και μόνον λόγους. Συμβιώνουν σε ένα ευρύτερο αντίξοο περιβάλλον, χωρίς ουσιαστικά να κατανοούν ή να συναισθάνονται ο ένας τον άλλο, και πασχίζουν να επιβιώσουν στον δικό τους δύσκολο μικρόκοσμο, να σπρώξουν την καθημερινότητα με τακτικές, μικρές, καθημερινές συγκρούσεις. Ώσπου, βέβαια, εμφανίζεται ο καταλύτης, που αλλάζει τον χαρακτήρα, την πορεία, την ζωή τους την ίδια... Για λίγο; Για πολύ; Μέχρι την εμφάνιση του επόμενου καταλύτη ίσως; Ή μήπως για πάντα;


      
Το έργο, που παρουσιάζεται φέτος με σκηνοθεσία του Σίμου Παπαναστασόπουλου και με διαφορετική διανομή από την περσινή, κυλάει γοργά με εναλλαγές χιουμοριστικών και δραματικών τόνων, για να κορυφωθεί στο αναπάντεχο φινάλε, αφού, όμως, έχει δώσει προηγουμένως την ευκαιρία στους ηθοποιούς να εκφέρουν πειστικά τον θεατρικό τους λόγο, να ενσαρκώσουν τους χαρακτήρες και, κυρίως, την μετάλλαξή τους, μπροστά στα μάτια μας - κυριολεκτικά σε απόσταση μιας σπιθαμής από τους θεατές, έτσι ώστε να μη χάνεται καμμιά έκφραση, καμμιά πτυχή.

Ο Δημήτρης Γάλλος πλάθει έναν κλασικό, εύκολα αναγνωρίσιμο, τύπο νέου της εποχής, που αποπνέει αυτοπεποίθηση, εξωστρέφεια, ναρκισσισμό, τάση ή και ταλέντο για την καλή ζωή. "Δεμένος" με την μοδάτη καμπαρντίνα του, που φαίνεται να αποτελεί κάλυμμα και ασπίδα προστασίας ταυτόχρονα, αποστασιοποιείται σχεδόν αυτόματα από όλα αυτά τα χαρακτηριστικά, αμέσως μόλις την αποχωρισθεί, ξεγυμνώνεται, και μας εμφανίζει έναν τελείως άλλον άνθρωπο...





Ο Παύλος Πιερρόπουλος, είναι ο ακριβώς αντίθετος πόλος και ρόλος. Δειλός, άβγαλτος, εσωστρεφής, θεοσεβούμενος και θεοφοβούμενος - κομμάτι μαλακό ζυμάρι στα χέρια μια όμορφης κοπέλας, που θα τον μυήσει στα μυστικά του έρωτα και της ζωής και θα τον μετατρέψει σε σύγχρονο, φιλήδονο νέο και fashion victim εν ριπή οφθαλμού. Η μεταμόρφωση είναι εντυπωσιακή: ο νεαρός ηθοποιός εκδηλώνει μια μεγάλη γκάμα συναισθημάτων, την οποία υποστηρίζει πειστικά με την αντίστοιχη κινησιολογία και τις εκφράσεις του.      





Στους ρόλους των καταλυτών, που προωθούν την δράση, συναντάμε τον Λευτέρη Σκουτάρη ως αλλόκοτο ζητιάνο με ισχυρές απόψεις και φιλοσοφία, και την πανέμορφη, λεπτεπίλεπτη, Φανή Γεωργακάκη. Ως κορίτσι του μόλου, που, ρομαντικά ντυμένο παρατηρεί από την προκυμαία την άγρια θάλασσα, διεισδύει στην ζωή των δύο συγκατοίκων. Μπαίνει στο σπίτι τους κι είναι σαν να τους φέρνει την άγρια θάλασσα, που παρατηρούσε, κι όλα της τα τερτίπια, τα γινάτια, την μαγεία. Αφαιρεί την καμπαρντίνα του ενός και τα υπερμεγέθη γυαλιά τύπου Μούσχουρη από τον άλλο. Και, μαζί, αφαιρεί κι όλα τα προσχήματα. Τα δάχτυλά της μακριά και λεπτά κινούνται με μια δική τους ζωή γύρω τους και πάνω τους και την βοηθούν καθοριστικά στο να τους παίξει και τους δυό... στα δάχτυλά της! Και μας μαζί...




Φωτογραφίες παράστασης: Γιώργος Οικονομέας

Τρίτη, 25 Νοεμβρίου 2014

Eίμαι παιδί μου... ΠΕΙΡΑΣΜΟΣ.



Ζωή ευθύγραμμη απλώς δεν υπάρχει. Η ζωή όλων ακολουθεί γραμμή τεθλασμένη, μια γραμμή zig zag. Συναποτελείται από μυριάδες ψήγματα, μικρές ψηφίδες, που πολύ συχνά είναι αντιφατικές μεταξύ τους, αλλά, παρ' όλ' αυτά, καταφέρνουν να συντεθούν όλες μαζί σε μια μεγάλη εικόνα, στην προσωπικότητα του καθενός.
Η περίπτωση του Γιώργου Οικονομίδη, με τις αντιφάσεις και τα σκαμπανεβάσματά της, δεν θα μπορούσε να διαφέρει, δεν θα μπορούσε να ξεφύγει από τον κανόνα αυτό - πολλώ μάλλον καθ' όσον ήταν μια προσωπικότητα πολυτάλαντη και πολυσχιδής, που κινήθηκε σε πολλούς δρόμους, σε πολλές πίστες. Γεννήθηκε το 1916, σπούδασε Νομικά, αλλά γρήγορα τον κέρδισε το καλλιτεχνικό στερέωμα, όπου έμελλε να μεγαλουργήσει.


Ο Οικονομίδης διέπρεψε ως στιχουργός, μέσα από στίχους, που αποτύπωσαν πιστά τον ρομαντισμό και το λυρικό κλίμα της μεταπολεμικής Αθήνας και ευτύχησαν να μελοποιηθούν από μεγάλους συνθέτες - κυρίως, όμως, ευτύχησαν να τραγουδηθούν από όλους, κυριολεκτικά όλους μας! Δικοί του οι στίχοι στο "Κορόιδο Μουσολίνι", δικοί του στον Ύμνο του Παναθηναϊκού, δικοί του και στο κλασικό "Ξέρω κάποιο στενό" του Χατζιδάκι, στο "Πρώτο ραντεβού", που τραγούδησε μοναδικά η Ρένα Βλαχοπούλου.
Πέρασε και από τον κινηματογράφο, ως σεναριογράφος και ηθοποιός, πέρασε και από το θέατρο, όπου διακρίθηκε ως επιθεωρησιογράφος.



Το κύριο στίγμα του, όμως, ο Οικονομίδης ήταν προορισμένος από την μοίρα να το αφήσει ως παρουσιαστής, κομφερανσιέ, όπως το λέγαμε τότε στην καθομιλουμένη, ως maitre de ceremonie, που στην κυριολεξία κρατούσε στο χέρι του καλλιτέχνες και κοινό. Έχοντας θητεύσει στο μεγάλο σχολείο της θρυλικής Μάντρας του Αττίκ, πέρασε με ευκολία στο ραδιόφωνο, θεμελιώνοντας τις εκπομπές νέων ταλέντων, όπου πρωτοεμφανίσθηκαν μετέπειτα μυθικά ονόματα του Ελληνικού πενταγράμμου, όπως η Νάνα Μούσχουρη και η Τζένη Βάνου. Κι όλα τούτα μέσα σε μιαν ερτζιανή ατμόσφαιρα, που χαρακτηριζόταν από το πνεύμα και την ζωντάνια των κοσμικών κέντρων της εποχής εκείνης αλλά και από αξιοπρέπεια - κάτι που έχει σημασία να επισημάνουμε, με γνώμονα την εμπειρία από τα σημερινά αντίστοιχα talent shows της τηλεόρασης.
Δυστυχώς, το απόγειο της καριέρας του συνέπεσε με την επταετή δικτατορία, με την οποία συνδέθηκε το όνομά του, αμαυρώνοντας την εικόνα του και διακινδυνεύοντας την υστεροφημία του.




Η παρουσίαση τελετών και Ολυμπιάδων τραγουδιού της χούντας των συνταγματαρχών και οι στίχοι του για τον ύμνο της 21ης Απριλίου ήταν στοιχεία αρκετά για να τον οδηγήσουν, μετά το '74, στο περιθώριο και στην κοινωνική απαξίωση - σε αντίθεση, πάντως, με άλλους αστέρες της εποχής, που, μολονότι έλαμψαν στο προσκήνιο της επταετίας, κατάφεραν να μείνουν αλώβητοι.



Όσοι ζήσαμε την ισχύ και τον παραλογισμό της χούντας, ξέρουμε πως οι μηχανισμοί της μπορούσαν και πράγματι επηρέαζαν την καθημερινότητα όλων. Τα δημόσια πρόσωπα της περιόδου - όσα επιλέξανε να μην αυτοεξορισθούν - δεν θα αποτελούσαν εξαίρεση και πολύ δύσκολα θα διατηρούσαν στάση ουδέτερη έναντι του καθεστώτος. Οι πιέσεις ήταν ασύλληπτες και οι τρόποι πίεσης πολλοί.
Σε κάθε περίπτωση, στον Γιώργο Οικονομίδη η Ελληνική καλλιτεχνική κοινότητα οφείλει πολλά! Τόσο πολλά, ώστε, 30 χρόνια μετά τον θάνατό του, το 1985, επιβάλλεται πια να τεκμηριωθεί η προσφορά του και να φιλοτεχνηθεί η πλήρης εικόνα της προσωπικότητάς του, με όλα τα θετικά και τα αρνητικά στοιχεία της σταδιοδρομίας του και των επιλογών του. Θα ήταν εξαιρετικά άδικο να στέκεται ο οποιοσδήποτε σήμερα μονάχα σε μια πτυχή της δημόσιας πορείας του και να παραγνωρίζει όλες τις υπόλοιπες, που είναι και σπουδαιότερες και περισσότερες.

Αφορμή για τις σκέψεις αυτές υπήρξε το θεατρικό έργο της Ρένας Ρίγγα και της Ρέινα Εσκενάζυ, που παίζεται στον λιλιπούτειο, αλλά πάντα ενδιαφέροντα, χώρο του θεάτρου Eliart, στον Βοτανικό. Από την Δευτέρα 17/11/2014 και για δέκα ακόμη Δευτέρες, σύμφωνα με τον προγραμματισμό, η  παράσταση "Είμαι παιδί μου... ΠΕΙΡΑΣΜΟΣ" επιχειρεί μιαν ανασκόπηση του έργου του Οικονομίδη. Προσωπικά, θα προτιμούσα λίγο περισσότερη πρόζα, ώστε να αναδειχθεί πιο ανάγλυφη η εικόνα του εμπνευσμένου και ταλαντούχου αυτού ανθρώπου και να διεισδύσουμε λίγο περισσότερο στην προσωπικότητά του. Εφ ' όσον, κατά κοινή ομολογία, η επίδρασή του στα καλλιτεχνικά δρώμενα και στα πρόσωπα μιας ολόκληρης εποχής ήταν τόσο καθοριστική, θα άξιζε να μάθουμε περισσότερα για τα βιώματά του, τα κριτήριά του, τους τρόπους του - και, μάλιστα, από πρώτο χέρι, αφού στην παράσταση ενεργό ρόλο έχει και η ίδια η εγγονή του. Θέλω να ελπίζω ότι, πέρα από τις προφορικές μαρτυρίες της οικογένειας, ο Οικονομίδης έχει αφήσει πλούσιο Αρχείο, που, αν υπάρχει, θα περιέχει ασφαλώς ανεκτίμητα ντοκουμέντα της περιόδου κατά την οποία μεγαλούργησε.
Στην παράσταση, η προσέγγιση της εργοβιογραφίας του Οικονομίδη γίνεται κυρίως μέσα από τα τραγούδια του. Χάρις σ' αυτό, οι μεγαλύτεροι εύκολα θα τον ανακαλέσουν ολοζώντανο στην μνήμη τους, θα νοιώσουν ν' ακούνε το σήμα κατατεθέν του, το "Φίλοι μου αγαπημένοι...", συνοδευόμενο από εκείνο το ολόλευκο, πλατύ χαμόγελο. Κι οι νεώτεροι θα πιάσουν το κλίμα μιας εποχής, θα μυηθούν στους μουσικούς δρόμους της Αθήνας του '50 και του ΄60, της Αθήνας των καμπαρέ, του βαριετέ, της επιθεώρησης. Με μουσικές και στίχους, που υποστηρίζονται από κινησιολογία και κοστούμια, πέντε άξιοι ηθοποιοί πλημμυρίζουν την μικρή αίθουσα με ήθος και κλίμα μεταπολέμου.
Ο Σπύρος Θεοδόσης βγάζει στην επιφάνεια την ευγένεια και το επικοινωνιακό χάρισμα του Οικονομίδη. Η Λιάνα Καρριέρε-Οικονομίδου, εκδηλώνει στην ερμηνεία της ένα δικαιολογημένο πάθος για τον παππού της. Η Ελένη Φιλίνη λάμπει, διατρέχοντας μια μεγάλη γκάμα συναισθημάτων κατά την ερμηνεία πολλών και διαφορετικών αριστουργηματικών τραγουδιών, με κορυφαία της δραματική στιγμή "Το γκαρσόνι" του Μανώλη Χιώτη.
Μνεία ιδιαίτερη, όμως, οφείλεται και στον πολύ νέο ηθοποιό Νίκο Χρηστίδη, που με την κίνηση και την ερμηνεία του πιάνει το κλίμα μιας τελείως άγνωστης γι' αυτόν εποχής, μπαίνει στην συλλογική ψυχοσύνθεση ενός κύκλου δημιουργών και καλλτεχνών, που ίσως ούτε κατ' όνομα να είχε ακουστά, και μας τα μεταδίδει πειστικά.
Με λίγα λόγια, η παράσταση "Είμαι παιδί μου... ΠΕΙΡΑΣΜΟΣ" αναδεικνύει την μικρή εκείνη κοινωνία, που άφηνε πια πίσω της τον ζόφο της δεκαετίας του '40 και κοιτούσε μπροστά, με αισιοδοξία, αλλά και με χάρη. Η κατάσταση πίσω από την βιτρίνα δεν ήταν εύκολη. Η καθημερινότητα χαρακτηριζόταν από την σκληρή δουλειά, που συνοδεύει πάντα τις προσπάθειες ανοικοδόμησης μιας χώρας. Χαρακτηριζόταν, όμως, επίσης και από χαμόγελα αισιοδοξίας και από μια μεγάλη πίστη στο μέλλον, που διαταράχθηκε, όταν έπεσε πάνω σε όλους το σκοτάδι της δικτατορίας. Από την άποψη αυτή, δεν είναι διόλου τυχαίο το ότι η χούντα των συνταγματαρχών επέλεξε να επιστρατεύσει εκόντα άκοντα ακριβώς τον Γιώργο Οικονομίδη ως κεντρικό παρουσιαστή της δικής της περιόδου, της δικής της βιασμένης παράστασης, προκειμένου να δημιουργήσει την ψευδαίσθηση ότι όλα συνεχίζονταν κανονικά, ότι η ανοδική πορεία της χώρας εξακολουθούσε απρόσκοπτη.
Αλλά δεν ήταν διόλου έτσι... Κι αυτό ούτε το ταλέντο του Οικονομίδη δεν μπορούσε να το κρύψει ή να το αλλάξει!

  
    
                           



Παρασκευή, 21 Νοεμβρίου 2014

Εσπερινός στην Μεσοσπορίτισσα

Τελείως απρογραμμάτιστα, βρέθηκα χθες, παραμονή των Εισοδίων της Θεοτόκου, στην Ελευσίνα, για να μετάσχω στον Εσπερινό και στην αρτοκλασία της Παναγίας της Μεσοσπορίτισσας.
Το εκκλησάκι της είναι χτισμένο μέσα στον αρχαιολογικό χώρο της Ελευσίνας, στο ιερό της Δήμητρας, πλάι στην ονομαστή "Αγέλαστο Πέτρα", όπου φερόταν να έχει καθήσει η Θεά για να συλλογισθεί την άτυχη κόρη της, Περσεφόνη. Και όπου παντρεύτηκε ο Άγγελος Σικελιανός την αγαπημένη του σύζυγο Άννα, το 1940.
Μολονότι δεν υπάρχουν ακριβείς πληροφορίες για το πότε μπορεί να οικοδομήθηκε το ταπεινό εκκλησάκι, η ανέγερσή του συνέχιζε, έτσι κι αλλιώς, την Ελληνοχριστιανική παράδοση ή συνήθεια της ανέγερσης χώρων λατρείας σε σημεία θρησκευτικής λατρείας των αρχαίων Ελλήνων.
Δεν θα διστάσω να πω πως με τον τρόπο αυτό, νομίζω, οι πιστοί εξασφάλιζαν ένα είδος συνέχειας στα παμπάλαια λατρευτικά τυπικά. Στον βαθμό, μάλιστα, που δεν κατέστρεφαν τα ίχνη και τα σημάδια της παλιότερης θρησκείας και λατρείας, αποκάλυπταν έτσι μιαν εμμονή σε γεωγραφικά σημεία, που πολλοί πιστεύουν ότι δεν είχαν επιλεγεί τυχαία από τους αρχαίους, και απέτιαν έναν δέοντα φόρο τιμής σε προγόνους και προγονικούς θεούς.
Η απόδοση της επωνυμίας "Μεσοσπορίτισσα" στην την Παναγία, τα Εισόδια της οποίας τιμώνται την 21η Νοεμβρίου, δηλαδή στα μέσα της σποράς, απαντάται σχετικά συχνά σε αγροτικές περιοχές της Ελλάδας. Το ενδιαφέρον στην περίπτωση της Ελευσίνας είναι, βέβαια, ότι εδώ συνδέεται άμεσα και απροκάλυπτα με την αρχαία Δήμητρα, θεά της γεωργίας, και συνεχίζει μια λατρεία στο ίδιο σημείο.  
Για να μετάσχουν στην κατάνυξη του ξεχωριστού Εσπερινού της Μεσοσπορίτισσας, οι πιστοί εισέρχονται στον ιερότερο χώρο της Ελληνικής αρχαιότητας και ανεβαίνουν σκαλοπάτια και  βράχια, για να προσεγγίσουν το απλό εκκλησάκι. Η συγκίνηση είναι ολοφάνερη και η συμμετοχή καθολική, εγκάρδια. Οι φωτογραφίες είναι εύγλωττες - και για όσους ενδιαφέρονται παραθέτω am;esvw met;a  αυτούσιο ένα εξαιρετικά κατατοπιστικό και εκτενές κείμενο της φιλολόγου, Κας Βίκυς Παπαϊωάννου, σχετικά με την εκκλησία, το ιστορικό της και το όλο τυπικό, όπως διατηρείται ώς σήμερα.

































Περισσότερες φωτογραφίες εδώ.


Παναγίτσα Μεσοσπορίτισσα

 Ο λόφος των αρχαιοτήτων δεσπόζει στο κέντρο της πόλης και είναι εμφανής
από τα περισσότερα σημεία της, όσα τουλάχιστον δεν καλύπτονται με πολυώροφα
κτίρια. Η οχυρή αυτή θέση, που απομακρυνόταν και από το ιδιαίτερα βαλτώδες
μέχρι πρόσφατα έδαφος, καθώς και η χρήση της γης ως χώρος των ελευσίνιων
μυστηρίων αποτέλεσε το κίνητρο για την επάλληλη οικοδόμησή της. Στο λόφο
αυτό, πάνω από το αρχαίο τελεστήριο είναι και το αφιερωμένο στην Παναγία τη
Μεσοσπορίτισσα εκκλησάκι, γνωστό στην περιοχή ως Παναγίτσα, που εορτάζει στις
21 Νοεμβρίου, στα Εισόδια της Θεοτόκου.
 Η γιορτή των Εισοδίων της Θεοτόκου ήταν και είναι ξεχωριστή για τους
κατοίκους γεωργικών περιοχών, γιατί πέρα από τη λατρευτική σημασία η Θεοτόκος
είναι και προστάτης των αγροτών των περιοχών αυτών, που γιορτάζουν την
Παναγία σαν «μεσοσπορίτισσα». Η γιορτή τοποθετείται ακριβώς στην εποχή του
χρόνου που η σπορά βρίσκεται περίπου στη μέση. Την ημέρα αυτή βράζουν
διάφορα δημητριακά και όσπρια, τα πολυσπόρια, και τα πηγαίνουν στην εκκλησία
να ευλογηθούν. Έπειτα όλη η οικογένεια τρώει από αυτά και εύχεται καλή
καρποφορία. Λένε ότι τα σπαρτά που σπέρνονται μέχρι τις 21 Νοεμβρίου
φυτρώνουν γρηγορότερα και αυτό ακριβώς το σκοπό έχουν και οι προσευχές στη
χάρη της Παναγιάς: είναι για την καλή σοδειά. Είναι προφανές ότι η αφιέρωση του
ναού στην Παναγία τη Μεσοσπορίτισσα δεν είναι τυχαία επιλογή. Οι κάτοικοι
δίνουν στην Παναγιά το ρόλο της αρχαίας Δήμητρας και έτσι σιγουρεύονται ότι η
αγροτική τους παραγωγή δε θα είναι ευάλωτη στις καιρικές συνθήκες, αλλά η θεϊκή
ευλογία θα την προστατεύει. Και πράγματι ο κάμπος της αγροτικής Ελευσίνας είχε
άφθονα σιτηρά.
 Ωστόσο, ούτε και η θέση του ναού της Παναγίτσας είναι τυχαία. Οι
ανασκαφές αποδεικνύουν ότι τον 4ο και 5ο αιώνα τα αρχαία σπίτια διατηρούνταν
ακόμα γύρω από το ιερό και ότι οι Βυζαντινοί επισκεύασαν το τείχος που
περιβάλλει την Ακρόπολη της Ελευσίνας. Δεν υπήρξε, βέβαια, η ίδια μέριμνα για τα
αρχαία ιερά. Το αυτοκρατορικό διάταγμα του Θεοδοσίου Α΄, άλλωστε, στα 392,
ήταν ξεκάθαρο, όσον αφορά την τύχη των αρχαίων ιερών. Έπρεπε να κλείσουν.
Σαφώς, ο ιερός χώρος της Ελευσίνας αποτελεί στόχο και θεωρώ ότι πρέπει να
χτίστηκαν αρκετές εκκλησίες σ’ αυτό το χώρο, για να απομακρύνουν το πνεύμα της
ειδωλολατρίας. Η πρώτη χριστιανική εκκλησία διαπιστώνεται στο σημείο όπου
αργότερα χτίστηκε ο παλαιός Άγιος Γιώργης, που με τη σειρά του γκρεμίστηκε για
χάρη των ανασκαφών. Επρόκειτο για παλαιοχριστιανικό ναό που δε σώζεται
σήμερα. Στην ίδια εποχή ανήκε κι άλλη εκκλησία, που επίσης δε σώζεται και στα
θεμέλια της οποίας χτίστηκε αργότερα η Παναγίτσα. Είναι η ίδια εποχή κατά την
οποία χτίζεται στη θέση του σημερινού Αγίου Ζαχαρία και η τρίκλιτη βασιλική με το
διπλό νάρθηκα και το βαπτιστήριο, της οποίας είναι εμφανή τα αρχιτεκτονικά
κατάλοιπα.
 Αυτό που δε γνωρίζουμε είναι το πότε χτίστηκε αυτός ο ναός. Μπορούμε,
ωστόσο να θέσουμε χρονικά όρια βάσει των μαρτυριών που σώζονται σε μας.
Γνωρίζουμε από τη μαρτυρία του Ενετού Martoni ότι το 1395 η Ελευσίνα ήταν
εντελώς ακατοίκητη και ότι στα 1418 οι Φλωρεντίνοι εγκαθιστούν στις νέες τους
κτήσεις Αλβανούς χριστιανούς, που είχαν μεταναστεύσει από τη Θεσσαλία, για να
εξασφαλίσουν στρατιωτικά το Δουκάτο της Αθήνας. Οι νέοι αυτοί πληθυσμοί
ενσωματώθηκαν με τους ντόπιους κατοίκους και διατήρησαν το αρχαίο όνομα της
πόλης με αλβανική παραφθορά. Την είπαν Λεψίνα. Η Παναγίτσα, λοιπόν, θα
πρέπει να κτίστηκε από τους κατοίκους της Λεψίνας και η πρώτη μαρτυρία που
επιβεβαιώνει την παρουσία της είναι στα 1794, σε μια επιστολή του Xavier Scrofani
“ Ψηλά στο λόφο είναι η εκκλησίτσα της Παναγίας και πιο πέρα ό,τι απέμεινε από
το ναό της Δήμητρας…». Γνωρίζουμε, επίσης, ότι το 1809, δίπλα στην Παναγίτσα
στον ψηλό πύργο του Βοεβόδα της Αθήνας, κατοικούσε ο Τουρκαλβανός επιστάτης
του Κιαμήλ Μπέη. Τέλος, έρχεται η Εταιρεία των Dilettanti, Αγγλική Εταιρεία που
ενδιαφερόταν για τις αρχαιότητες και κατόρθωσε το 1811 με πολλές και επίπονες
προσπάθειες να πάρει άδεια από τον Σουλτάνο για μια πρώτη έρευνα του ιερού, να
διασώσει την εικόνα της Παναγίτσας με το σχέδιο του sir William Gell. Το
καμπαναριό, που είναι τοποθετημένο σε μικρή απόσταση δυτικά του ναού είναι
μεταγενέστερη της εκκλησίας κατασκευή και προφανώς προέκυψε από την ανάγκη
του αυξανόμενου πληθυσμιακά χωριού να αναγγέλλει τα κοινωνικά συμβάντα που
λάμβαναν χώρα.
 Στη νεότερη εποχή ο ναός της Παναγίτσας συνδέθηκε έντονα με τον Άγγελο
Σικελιανό, καθώς ο ποιητής επέλεξε το σημείο για να τελέσει το γάμο του με την
αγαπημένη του Άννα. Στον πρόλογο του βιβλίου με τίτλο «Γράμματα στην Άννα»,
που περιλαμβάνει τις ερωτικές επιστολές του μεγάλου μας ποιητή Άγγελου
Σικελιανού προς την δεύτερη σύζυγό του, την Άννα Καραμάνη – Σικελιανού, η ίδια η
Άννα Σικελιανού αναφέρεται στο γάμο αυτό που τελέστηκε το 1940.
«Ήρθε ο καιρός να ετοιμαστούμε για το γάμο μας. Τέλειωσαν οι
διατυπώσεις, τα χαρτιά, οι αποφάσεις. Ο Άγγελος θέλει να γίνουν όλα με τη
μεγαλύτερη επιμέλεια κι επισημότητα για το μυστήριο που περιμέναμε τόσον
καιρό… Κι όταν τελειώσαμε τις ετοιμασίες, αποτραβηχτήκαμε για λίγες μέρες
περισυλλογής στο νησί μας. Γυρίσαμε το Σάββατο στην Αθήνα με καθαρά μάτια και
καθάρια την ακοή από σιωπή και συγκέντρωση. Την Κυριακή μεταλάβαμε στο
εκκλησάκι της Πλάκας που ’χε τη εικόνα της Αγίας Άννας… Και τη Δευτέρα τ’
απόγεμα 17 Ιουνίου 1940, ημέρα του Αγίου Πνεύματος, φορέσαμε τα νυφικά μας
και πήραμε το δρόμο που ’χει “σημάδι του ιερό την Ελευσίνα”. Μπήκαμε στον
αρχαιολογικό χώρο, λίγο πριν πέσει η νύχτα, κι όχι δεν ήταν όνειρο η “θεία ετούτη
μέρα”.
Διαβήκαμε το δρομάκι ανάμεσα “σ’ ορατά κι αόρατα”, και φτάσαμε στο
εκκλησάκι της Παναγίτσας που βρίσκεται πάνω στο λόφο. Ο παπάς έδειξε έναν
μικρό βωμό ακριβώς έξω από το εκκλησάκι κι είπε στον Άγγελο πως αυτή ήταν η
“Αγέλαστη Πέτρα”, όπου κάθισε η Δήμητρα να συλλογιστεί την κόρη της. Άλλο δεν
ήθελε ν’ ακούσει ο Άγγελος, να γεφυρώσει τη ζωή μας με τ’ αόρατα, κι ο γάμος μας
δεν έγινε στο εκκλησάκι μέσα, παρά στο βωμό της Δήμητρας. Είχε νυχτώσει πια και
μόνο το φεγγάρι μεσούρανα κι οι λαμπάδες που τις κρατούσαμε μόνοι μας, με
τρεμάμενη τη φλόγα τους και την καρδιά μας, φωτίζανε το μυστήριο. Και μπροστά
στο θάνατο μπορώ να το πω: Δεν έγινε ποτέ ωραιότερος γάμος!».
 Ακόμα και σήμερα τελούνται μυστήρια κατόπιν ειδικής άδειας στο ναό. Το
σίγουρο, όμως, είναι ότι κάθε χρόνο, κατά την παραμονή και ανήμερα της γιορτής
των Εισοδίων της Θεοτόκου, οι Ελευσίνιοι επισκέπτονται με χαρά την Παναγίτσα κι
ας χρειάζεται να ανέβουν κάμποσα σκαλοπάτια. Ακόμα και ηλικιωμένοι
ανεβαίνουν την πρόσφατα κατασκευασμένη ξύλινη κατασκευή, για να
λειτουργηθούν στο ναό, ενώ κοιτούν με δέος και τα κατάλοιπα τα αρχαιολογικού
χώρου.
 Σήμερα, η είσοδος στο ναό είναι ελεύθερη κατά την παραμονή και ανήμερα
των Εισοδίων. Ο επισκέπτης, αφού ανέβει ξύλινα και μαρμάρινα σκαλοπάτια,
αντικρίζει το ναό και το κωδωνοστάσιο, που είναι μεταγενέστερη του ναού
κατασκευή καθώς δε μαρτυρείται στις παλαιότερες απεικονίσεις της περιοχής. Το
εκκλησάκι ανήκει στον τύπο της μονόχωρης καμαροσκέπαστης βασιλικής. Στους
τοίχους ουσιαστικά δεν υπάρχουν παράθυρα, εξόν από δύο μικρά ανοίγματα στη
δυτική πλευρά, πάνω από την είσοδο, και στην ανατολική, στο χώρο του ιερού.
Έτσι, εσωτερικά εισέρχεται ελάχιστο φως, που φανερώνει τοιχογραφίες στο άνω
μισό των τοίχων και στην καμάρα της οροφής. Το τέμπλο είναι χτιστό, με ξύλινο
διάζωμα στο ψηλότερο σημείο και φέρει μεταγενέστερες τοιχογραφίες. Η
ανυπαρξία φύλαξης κατά το παρελθόν επέτρεψε σε χριστιανούς μεταγενέστερης
εποχής να χαράσσουν τα ονόματά τους πάνω στις παλιές τοιχογραφίες. Έτσι, ο ναός
της Παναγίτσας αποτελεί γέφυρα ανάμεσα στους αιώνες και θα στέκει για πάντα
πολύτιμος θησαυρός της ελευσινιακής κληρονομιάς.

                                                                                              Βίκυ Παπαϊωάννου
                                                                                              Φιλόλογος


Παραπομπές:
1. 1882- 1895 ανασκαφές Δημήτρη Φίλιου.
2. Scrofani Xavier, Voyage en Gréce fait en 1794 et 1795, Paris-Strasburg, 1801, τόμος ΙΙ,
σελ. 148
3. Society of Dilettanti: Η κοινωνία των ενθουσιωδών (αγγλ. Society of Dilettante ή
Dilettante Society) είναι ιστορικός σύλλογος στο Ηνωμένο Βασίλειο, με σκοπό τον εορτασμό
και τη μελέτη της ελληνικής και ρωμαϊκής αρχαιότητας. Μέλη του είναι συλλέκτες,
διανοούμενοι ή ευγενείς. Ο σύλλογος συναντήθηκε για πρώτη φορά το έτος 1732, και
ιδρύθηκε το 1734 σύμφωνα με την παράδοση των Dining society. Οι δωρεές των μελών του
συλλόγου κατέστησαν εφικτή την διοργάνωση αρχαιολογικών αποστολών, καθώς και την
επιδότηση καλλιτεχνών του κλασσικού στιλ. (Από τη Βικιπαίδεια).
4. Εταιρεία των Dilettanti, The Unedited Antiquities of Attica, London 1817.
5. Σικελιανού Άννα, Γράμματα στην Άννα, εκδόσεις Ίκαρος, 1980.





Δευτέρα, 10 Νοεμβρίου 2014

Η Γοργόνα και το Θαλασσάκι



Παιδικό θέατρο; Ναι!
Παιδική παράσταση; Όχι ακριβώς...
'Οταν μούγινε η τιμή να προσκληθώ στην επίσημη πρώτη της παράστασης "Η Γοργόνα και το Θαλασσάκι", η αλήθεια είναι πως δεν ήξερα τι ακριβώς θα δω. Βρέθηκα όμως, έτσι κι αλλιώς στην Σκηνή της Κιβωτού, επί της οδού Πειραιώς 131, χθες, Κυριακή μεσημέρι, ακριβώς στις 11:15.
Και συμμετείχα αβίαστα σε μια θεατρική παραγωγή, που δεν απευθυνόταν μόνο σε παιδιά - ή, μάλλον, για να το πω πιο σωστά, απευθυνόταν σε παιδιά με τον τρόπο που πρέπει όλοι μας να απευθυνόμαστε σε παιδιά. Δηλαδή, με τρόπο σοβαρό και αξιοπρεπή, σαν να απευθυνόμαστε σε ενήλικες. Κατά την προσέγγιση των παιδιών δεν χρειάζεται ούτε ο γλυκερός ούτε ο κλοουνίστικος τρόπος, τον οποίο συχνά υιοθετούν οι ενήλικες. Η συνεννόηση γίνεται πολύ καλύτερα και αποτελεσματικότερα, μέσα από μιαν αντιμετώπιση ευθύτερη και πιο ισότιμη. Τα παιδιά - τα παιδιά μας - δεν είναι άτομα μειωμένης νοημοσύνης, αλλά μειωμένων εμπειριών.
Αυτό το προσωρινό έλλειμμα είναι που καλούμαστε κάθε φορά να χειριστούμε και να καλύψουμε, όποτε μιλάμε σε παιδιά. Και, νομίζω, με αυτήν την αντίληψη κινήθηκε ο κ. Γιώργος Φρατζεσκάκης της Κιβωτού, συνθέτοντας ψηφίδα-ψηφίδα την παράσταση "Η Γοργόνα και το Θαλασσάκι".
Πάνω στον καμβά ενός παραμυθιού γνωστού κέντησε ψιλοβελονιά μια μεγάλη γκάμα από τα γνωστότερα τραγούδια της συνεργασίας Λοΐζου-Παπαδόπουλου, φέρνοντας το αρχικό παραμύθι στα μέτρα μας, στα μέτρα όλων, στα μέτρα της Ελλάδας ως κοινού τόπου και μιας πραγματικότητας οικείας.
Ο Μάνος Λοΐζος είχε ντύσει με εξαιρετικές και ευαίσθητες μελωδίες τους στίχους του Λευτέρη Παπαδόπουλου, στους οποίους αποτυπωνόταν ανάγλυφη ολόκληρη η μεταπολεμική Ελλάδα, με τους ποικίλους μικρόκοσμούς της, τους χαρακτηριστικούς τύπους των ανθρώπων της, τα όνειρά τους και τα οράματά τους, τις συνήθειές τους, τους τρόπους τους, τις αγάπες τους και τα πάθη. Μπορεί πρόσκαιρα να φάνηκε πως η Ελλάδα αυτή έμεινε πίσω ή και πως αφανίσθηκε, αλλά δεν είναι ακριβώς έτσι. Κι αυτό γιατί οι βασικές ανάγκες και τα θεμελιώδη όνειρα των ανθρώπων παραμένουν πάντα ίδια, κάτω από οποιοδήποτε επιφανειακό ή πρόσκαιρο λούστρο. Ίδιοι παραμένουν κι οι τρόποι μιας φυλής, έτσι όπως καθορίζονται από το διαχρονικό περιβάλλον.
Στην ουσία, η παράσταση "Η Γοργόνα και το Θαλασσάκι" ξαναζωντανεύει για χάρη μας τις πιο τίμιες κι αυθεντικές εικόνες αυτής της κοινής πατρίδας, που την στήνει με κέφι εμπρός μας και την ξανασυστήνει στα παιδιά, δείχνοντας τα χνάρια, πάνω στα οποία πατούσαμε ώς πολύ πρόσφατα και που ανάγκη πάσα να τα ξαναβρούμε, για να προχωρήσουμε στέρεα. Το στοιχείο, που σηματοδοτεί την προσέγγιση του κ. Φρατζεσκάκη και διαφοροποιεί καίρια την παράσταση από το παιδικό θέατρο του συρμού είναι πως τα δρώμενα στην σκηνή ακολουθούν τόνους χαμηλούς, υπογραμμίζοντας την ουσία των πραγμάτων και των χαρακτήρων. Οι ηθοποιοί ερμηνεύουν άξια κι ανθρώπινα, λιτά και ουσιαστικά. Χορεύουν και τραγουδούν παρεΐστικα, όπως θα τόκαναν και στην πραγματική ζωή, με τους πραγματικούς τους φίλους και συγγενείς, όπως θα τους έβγαινε από μέσα τους κι όχι όπως θα τόκαναν για να κερδίσουν εντυπώσεις ρηχές και προσωρινές. Λείπουν παντελώς οι συνήθεις ακρότητες, οι δίχως λόγο φωνές, οι γκριμάτσες και οι μούτες, όλα όσα υποτίθεται ότι προσελκύουν την προσοχή των παιδιών, ενώ ουσιαστικά απλώς τα παροξύνουν, τα "αγριεύουν". Από την άποψη αυτή, το πιο χαρακτηριστικό είναι πως στην διάρκεια της χθεσινής παράστασης τα παιδιά δεν συμμετείχαν με φασαρία και ξεσηκωμούς, όπως γίνεται μερικές φορές, αλλά με ηρεμία και συγκέντρωση.
Κι αυτό δείχνει πολλά πράγματα. Δείχνει πως η πλοκή του έργου, όπως διασκευάσθηκε και παρουσιάζεται, μας αφορά όλους, δείχνει πως οι χαρακτήρες επί σκηνής είναι πραγματικοί και οικείοι, πως μιλούν την κοινή μας γλώσσα και ξέρουν τι λένε και πώς το λένε, πως θέλουν και μπορούν να εκφράζονται με το σώμα, με χορό και με τραγούδι, όταν πρέπει και έτσι τους βγαίνει στην καθημερινότητα. Δείχνει, πρώτ' απ' όλα, πως κέρδισαν το στοίχημα της παράστασης, πως βρήκαν τον μαγικό τρόπο να κρατήσουν αμείωτο το ενδιαφέρον των μικρών και να κάνουν εμάς, τους μεγαλύτερους, να χαμογελάμε μαζί τους και να σιγοτραγουδάμε.
Κι ένας τέτοιος τρόπος για να περάσουμε μια Κυριακή πρωί δεν φαντάζει μόνο όμορφος... Είναι σίγουρα - και τον συνιστώ!..

























        
     Περισσότερες φωτογραφίες από την παράσταση εδώ.      
 
GreekBloggers.com