Τρίτη, 16 Δεκεμβρίου 2014

Πνιγμονή - στο VAULT





Ο Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα υπήρξε μία από τις σπουδαιότερες μορφές των Ισπανικών γραμμάτων και, παρά το ότι έχουν παρέλθει σχεδόν 80 χρόνια από την δολοφονία του, τον Αύγουστο του 1936, εξακολουθεί να εμπνέει, να συγκινεί, να απασχολεί και να διατηρεί την πρωτεύουσα θέση του στο παγκόσμιο λογοτεχνικό πάνθεον. Η ευαισθησία της ματιάς και της γραφής του παραμένει μοναδική, οικουμενική και πάντα επίκαιρη, ενώ το μυστήριο της προσωπικότητάς του και ο άδικος, πρόωρος, θάνατός του εμπλουτίζουν τον μύθο του.
Στην Ελλάδα, τα γραπτά του Λόρκα ευτύχησαν να πέσουν στα χέρια των επιφανέστερων εκπροσώπων της Γενιάς του '30, αρχικά, και κορυφαίων εργατών του λόγου, μεταγενέστερα. Το Ελληνικό κοινό, που ούτως ή άλλως νοιώθει διαχρονικά συγγένεια ή έλξη προς κάθε τι Ισπανικό, γνώρισε και αγάπησε τον μεγάλο Ισπανό μέσα από Ελληνικές επεξεργασίες του Καζαντζάκη, του Ελύτη, του Γκάτσου, του Λευτέρη Παπαδόπουλου καθώς και μέσα από κλασικές μελοποιήσεις των στίχων του από τον Χατζιδάκι, τον Θεοδωράκη ή τον Γιάννη Γλέζο.
Η εξοικείωση του Ελληνικού κοινού με τον Λόρκα, ωστόσο, δεν αφορά μόνο το ποιητικό του έργο, αλλά και τα θεατρικά του. Πατώντας πάνω στις συγγενείς ιδιοσυγκρασίες και παραδόσεις των χωρών του Ευρωπαϊκού Νότου και της Μεσογείου, ο Λόρκα έπλασε καταστάσεις και προσωπικότητες αναγνωρίσιμες, οικείες, σε όλες αυτές τις χώρες. Κάπως έτσι, Ο Ματωμένος Γάμος ή Το σπίτι της Μπερνάρντα Άλμπα έγιναν ψηφίδες της Ελληνικής θεατρικής παράδοσης και όχι άδικα: μας αφορούν όλους. Όλους τους Ευρωπαίους, όλους όσοι λούζονται στα νερά της Μεσογείου, κατά κύριο λόγο, όλους τους ανθρώπους...

Όταν ο Δημήτρης Καρατζιάς, ψυχή του πολύσημου VAULT, στον Βοτανικό, χτύπησε την πόρτα του σπιτιού της Μπερνάρντα Άλμπα, η κυρίαρχη μαυροντυμένη φιγούρα του σπιτιού του άνοιξε. Σε μια σπάνια καλή της στιγμή, η κλασική Μπερνάρντα του Λόρκα σαν να διαισθάνθηκε την ευαισθησία, την υπευθυνότητα και την έμπνευση, με την οποία θα την προσέγγιζε ο θεατράνθρωπός μας, και τον δέχθηκε ανεπιφύλακτα στον μικρόκοσμό της. Κι ήταν αυτή η πρώτη νίκη του. Η δεύτερη ήταν πιο δική του, πιο προσωπική: ο Δημήτρης Καρατζιάς αξιοποίησε την υποδοχή και την ευκαιρία για να εγκατασταθεί σ' αυτό το αντίξοο και πνιγηρό περιβάλλον, να το ανατάμει με χειρουργική ακρίβεια και χέρι σταθερό, να το προεκτείνει μέχρι τις μέρες μας, μέχρι την γεωγραφική περιοχή της Τουρκίας και την καταπιεστική ατμόσφαιρα του πιο συντηρητικού Ισλάμ. Η ηρωίδα του Ισπανού μεταλλάσσεται εθνοτικά, καταφτάνει στην διαμετρικά αντίθετα άκρη της Μεσογείου, και ρίχνει το μαύρο της πέπλο στην ευρύτερη γειτονιά μας. Για δεύτερη χρονιά και με την ίδια διεισδυτικότητα στο Ελληνικό κοινό, που σπεύδει να επισκεφθεί ξανά τον Λόρκα και τον κόσμο του, μέσα από την επίκαιρη ματιά ενός σύγχρονου Έλληνα δραματουργού.      
Η Μπερνάρντα Άλμπα του Δημήτρη Καρατζιά αλλάζει εθνικότητα αλλά όχι τρόπο σκέψης, όχι τρόπο ζωής. Καταπιέζει το ίδιο ασφυκτικά τις κόρες της, οδηγώντας τα πράγματα στην αυτοκαταστροφή, μέσα από ατραπούς καθημερινής δυστυχίας, πυκνού, αδιαπέραστου, ζόφου. Οι κακοί οιωνοί συγκεντρώνονται πάνω από το σπίτι, μπαίνουν μέσα, ακουμπάνε τις 8 γυναίκες του έργου, υφαίνουν τον πέπλο της αρχαίας τραγωδίας, αλλά από μηχανής θεός δεν εμφανίζεται, μήπως κι αλλάξει η μοίρα, έστω την ύστατη στιγμή. Η μάνα είναι τόσο σκληρή και σίγουρη για τις πεποιθήσεις και τις επιλογές της, ώστε δεν επιτρέπει ούτε ανθρώπινη ούτε και θεία παρέμβαση στα σχέδια και στην πορεία, που αποφασίζει μόνη αυτή - κανείς άλλος!
Ως διασκευαστής και σκηνοθέτης, ο Δημήτρης Καρατζιάς έχει επιλέξει ένα στατικό, μισοφωτισμένο, σκηνικό για το στήσιμο της παράστασης. Το σαλόνι αποτελεί το επίκεντρο των οικογενειακών δραστηριοτήτων, αλλά παραμένει χώρος δίχως ουσιαστική ζωή και φως. Δίχως φρέσκο αέρα. Οι προσωπικές απόψεις και οι ψυχικές καταστάσεις σπάνια βρίσκουν διέξοδο, σπάνια εκφράζονται. Ούτε οι ψίθυροι δεν ευδοκιμούν πίσω από τις μανταλωμένες πόρτες και τις κλειστές κουρτίνες, κάτω από την μπότα της άτεγκτης μητέρας-αφέντη.
Όσα ούτε καν ψιθυρίζονται, όμως, περνούν και διαχέονται στον χώρο μέσα από την γλώσσα του σώματος, μέσα από βουβές ματιές. Οι γυναίκες, όποτε χρειάζεται, όποτε είναι παρούσα η μάνα, πνίγουν την κραυγή, πνίγουν τα συναισθήματα, αλλά τα σώματά τους, σκηνοθετικά καθοδηγημένα ώς την τελευταία λεπτομέρεια, προδίδουν τα ανομολόγητα, δείχνουν την πίκρα, το μάταιο της διαμαρτυρίας, που φτάνει να αναχθεί σε μάταιο της ίδιας της ύπαρξης. Η θηλειά σφίγγεται γύρω από τον λαιμό τους, πνίγει την ψυχή τους, πνίγει την ψυχή μας... Φως δεν φαίνεται πουθενά, κλειστοί οι δρόμοι διαφυγής, σκύβεις το κεφάλι κι αναρωτιέσαι πόσα κοινά μπορεί να έχει η μοίρα των ανθρώπων, ποιός θεός ανελέητος την ορίζει και σε ποιά άκρα μας οδηγεί, ανεξάρτητα από τις ειδικότερες συνθήκες, τους παράγοντες, τις αιτίες και τις αφορμές...





Απάντηση συχνά δεν παίρνεις σε τέτοια αδυσώπητα κι απάνθρωπα ερωτήματα, που, όμως, ορίζουν την ύπαρξη του ανθρώπου, αλλά, στο μεταξύ, η παράσταση σου έχει χαρίσει την απόλαυση εξαιρετικών ερμηνειών από 8 γυναίκες, που καίγονται πάνω στην σκηνή για να σε βάλουν στην άχαρη ζωή τους, να σε κάνουν κοινωνό τόσο της καθημερινότητας, όσο και του πεπρωμένου τους. Στο τέλος της παράστασης, την ώρα των υποκλίσεων, είναι εμφανές στο πρόσωπο, στα μάτια, των ηθοποιών το δημιουργικό ξόδεμα ενέργειας, η ανάλωση ψυχικού δυναμικού, που θυσίασαν για χάρη των θεατών και για χάρη των μηνυμάτων του έργου.
Το ίδιο εμφανής, όμως, είναι και η αδυναμία των θεατών να σηκωθούν αμέσως από το κάθισμά τους και να φύγουν. Δεν το μπορούν, απλώς δεν γίνεται. Η ΠΝΙΓΜΟΝΗ του Δημήτρη Καρατζιά, έτσι όπως την έστησε και έτσι, όπως την ερμηνεύουν οι ηρωίδες του, είναι από τις παραστάσεις εκείνες, όπου για να μαζέψεις τις δυνάμεις σου, στο τέλος, πρέπει να περάσει λίγη ώρα, να αποφορτισθείς, να βρεις κουράγιο, να αντλήσεις από κάπου την ελπίδα ότι κάπου εκεί, έξω από το σαλόνι, έξω από το σπίτι, έξω από το Θέατρο, υπάρχει φως. Ίσως λίγο, ίσως αχνό, ίσως στην απαρχή και στην γέννησή του - αλλά υπάρχει και μπορεί να φωτίσει το μονοπάτι των καταπιεσμένων ψυχών αυτού του κόσμου. Αλλά πρέπει να το συνειδητοποιήσουν, πρέπει να το αποφασίσουν, πρέπει να πληρώσουν το τίμημα - που συχνά είναι κόκκινο. Κατακόκκινο. Σαν αίμα!    

       
 
    

            
          

Σάββατο, 13 Δεκεμβρίου 2014

Για την αγάπη της πάβλοβα - κι όχι μόνο

Τώρα εγώ ούτε λόγο ούτε ανάγκη έχω να μπω στα χωράφια των κριτικών γεύσης, αλλά την αλήθεια μου οφείλω να την πω.
Την Έφη Γιαλούση την γνωρίζω χρόνια αρκετά και την παρακολουθώ να λάμπει στην Αθηναϊκή νύχτα των εστιατορίων και των προχωρημένων μπαρ. Μια από τις λίγες γυναίκες στον δύσκολο αυτό χώρο, αυτόφωτη και δημιουργική, ήδη από τους καιρούς της ΟΙΝΟΠΑΘΕΙΑΣ, στο Χαλάνδρι, και του Dirty Ginger, γωνιάς αγαπημένης στο Γκάζι για χρόνια πολλά.


Στην απαιτητικότητα του τομέα της εστίασης, η Έφη Γιαλούση είχε κι έχει ακόμα δύο σταθερές απαντήσεις: εφευρετικότητα και καλή, διαλεγμένη από την ίδια, πρώτης ύλη. Υλικά φερμένα από μποστάνια της Τήνου και της Νάξου ή από την Κεντρική Αγορά, ξημερώματα, τότε που οι γνώστες κι οι μερακλήδες ψωνίζουν τον ανθό των παραγωγών, γίνονται στα χέρια της delicatessen, που αφήνουν παρασάγγας πίσω την εκζήτηση και την υποκρισία, την ρηχότητα και την επιδειξιομανία.  
Περνώντας σε μια καινούρια επαγγελματική φάση και επιδιώκοντας να κάνει την τέχνη και τις γεύσεις της προσιτές σε περισσότερο κόσμο, η Έφη Γιαλούση έστησε το δικό της εργαστήριο στην Εμπεδοκλέους 33, στο Παγκράτι, και το ονόμασε "ΠΑΒΛΟΒΑ", γιατί η ίδια έφερε πρώτη - κι ακόμα αξεπέραστη - στην Ελλάδα την μαγική κι ανάλαφρη αυστραλέζικη συνταγή, που έμελλε να γίνει το σταθερό σήμα κατατεθέν σ' όλες τις επιχειρήσεις εστίασης, που κατά καιρούς διηύθυνε.



Από την ΠΑΒΛΟΒΑ του Παγκρατίου, λοιπόν, ξεκινάνε κάθε μέρα όχι μόνον οι πάβλοβες, αλλά κι όλα της τα γλυκά και τα αλμυρά, οι σαλάτες και τα επιδόρπια, τα χειροποίητα παγωτά, το Καλοκαίρι, και φτάνουν στους πιστούς της Έφης είτε μέσα από επιλεγμένα σημεία πώλησης, σε γειτονιές της Αθήνας, είτε από το κεντρικό της σημείο, στην Σκουφά 56 και Σίνα, στο Κολωνάκι. Φτάνουν για να καταναλωθούν φρέσκα κι άμεσα ή για να ταράξουν τους συνδαιτημόνες του βραδινού τραπεζιού.
Μ' αφορμή τα γυρίσματα της Πρωτοχρονιάτικης τηλεοπτικής εκπομπής "ΣΤΗΝ ΚΟΥΖΙΝΑ ΤΗΣ ΕΦΗΣ", που ξεκινάει επίσης από το εργαστήριο του Παγκρατίου, βρέθηκα εκεί τις προάλλες για να δω πώς φανερώνει τα μυστικά της η Έφη σ' όλη την Ελλάδα κάθε Σάββατο στις 12:30 από το Κανάλι Action 24. Και δεν μπόρεσα να αντισταθώ ούτε στις λιχουδιές, που μπορούμε όλοι να παραγγείλουμε για τραπέζια γιορτινά ή μεθεόρτια, ούτε και στην ευκαιρία της φωτογράφησης!

Για πιο πολλές φωτογραφίες εδώ κι εδώ

Για πληροφορίες και παραγγελίες, τηλ. 210 3388 827 ή 210 7564 040

Web site: www.pavlova.gr





















Σάββατο, 6 Δεκεμβρίου 2014

Μάρτυς μου ο Θεός : είν' ένας από μας

Αυτός ο τύπος, λοιπόν, ο Χρυσοβαλάντης, είν' ένας από μας!
Και μη θαρρείτε πως τον έπλασε από το τίποτε κι από την φαντασία του ο συγγραφέας, ο Μάκης Τσίτας.


Γύρω του κοίταξε... Και είδε!
Μίλησε με γείτονες, με φίλους, με συγγενείς... Και αφουγκράστηκε τον λόγο τους, τον πόνο τους, τον σαρκασμό τους, τον αυτοσαρκασμό τους μάλλον, όταν το βράδυ κάνουν την ανασκόπηση της μέρας κουκουλωμένοι κάτω από τα παπλώματα...
Και κάπως έτσι, φαντάζομαι, προέκυψε το βιβλίο, πρώτα, "Μάρτυς μου ο Θεός", και, στην συνέχεια, το θεατρικό έργο, που επεξεργάσθηκε σε ρέοντα, ολοζώντανο, μονόλογο ο ίδιος ο συγγραφέας και που παίζεται από τον Νοέμβριο σε μια από τις σκηνές του Πολυχώρου Vault, στον Βοτανικό.



Η Σοφία Καραγιάννη ανέλαβε την σκηνοθεσία, επιλέγοντας την εκφορά του μονόλογου σε ένα λιτό σκηνικό, με ελάχιστα παραφερνάλια.



Θεωρώ πως ήταν συνειδητή η επιλογή αυτή, πως είχε, τέλος πάντων, κάθε λόγο να επιλέξει απόλυτη λιτότητα για το περιβάλλον, στο οποίο θα τοποθετούσε τον μονόλογο του μονολογούντος Χρυσοβαλάντη. Κι αυτό για να αναδείξει όσο το δυνατόν πιο έντονα και ανάγλυφα τον λόγο του Μάκη Τσίτα, που δεν χρειαζόταν εξωτερικά φτιασίδια. Αντίθετα, θεωρώ πολύ πιθανό πως θα λειτουργούσε αρνητικά κάθε περισπασμός του θεατή, πως ένα φορτωμένο ή εναλλασσόμενο σκηνικό θα του αποσπούσε την προσοχή από τον λόγο και την ερμηνεία, από την κινησιολογία του πρωταγωνιστή, Ιωσήφ Ιωσηφίδη.



Γιατί αν το ένα ατού της παράστασης είναι ο λόγος, το δεύτερο είναι ο απολαυστικός Ιωσήφ Ιωσηφίδης, ο οποίος καθιστά απολύτως γνώριμο τον "ήρωα". Γιατί ο Χρυσοβαλάντης αυτό νοιώθει: ότι είναι ήρωας, ο ήρωας της ζωής του! Και ναι μεν ήρωας δεν ξέρω αν είναι, αλλά, τουλάχιστον για μας όλους σίγουρα είναι ο σύνοικος του διπλανού διαμερίσματος, ο συνάδελφος στο γραφείο, ο άνθρωπος της διπλανής πόρτας... Κάποιος από μας, ίσως κι εμείς οι ίδιοι, αν το καλοσκεφτούμε.
Ο Ιωσήφ Ιωσηφίδης κυριολεκτικά ζυμώνει και πλάθει επί σκηνής ένα πολύ οικείο τύπο μέσου Έλληνα, καταπιεσμένο παιδιόθεν από όλους και απ' όλα. Από γονείς, από γυναίκες, από εργοδότες, από τον ίδιο του τον εαυτό, τελικά! Τίποτε άλλο δεν έχει μάθει παρά μονάχα πίεση και καταπίεση, υπομονή και εγκαρτέρηση, ατέλειωτη αναμονή. Σε κάποιες σπάνιες φάσεις ίσως και να αποτολμά μια στιγμιαία προσδοκία, μήπως και κάποτε ανταμειφθεί, μήπως και κάποτε δικαιωθεί - αλλά το πιθανότερο είναι πως κι αν ποτέ δικαιωνόταν δεν θάξερε τι να την κάνει την δικαίωση. Δεν θάξερε πώς να την διαχειρισθεί, πώς να την χαρεί. Δεν θάξερε πώς να πάει παρακάτω... Ξέρει, ωστόσο, να μονολογεί, να αναπολεί με ακρίβεια και λεπτομέρειες όλα όσα τούκαναν και όλα όσα έκανε στην διάρκεια της ζωής του. Οι προσβολές, οι ήττες, οι υποχωρήσεις, η ίδια η ανεργία, στην οποία καταλήγει, γίνονται ένα υλικό τραγικωμωδίας, συνθέτοντας ψηφίδα-ψηφίδα μια πολύ πειστική καθημερινότητα, μια καθημερινότητα, που την αναμασάμε όλοι πρωί-μεσημέρι-βράδυ. Μερικοί, μάλιστα, από μας την χωνεύουμε κιόλας εύκολα, για να την γευτούμε ξανά την επόμενη μέρα ίδια κι απαράλλακτη.
Ο συγγραφέας και η σκηνοθέτις ασφαλώς ευτύχησαν στην επιλογή του Ιωσήφ Ιωσηφίδη, ο οποίος από την πρώτη στιγμή κυριαρχεί απόλυτα στον ρόλο και στην σκηνή, συνολικά.  Σε κάποιες στιγμές ο θεατής πιθανόν να διακρίνει στην ερμηνεία αντηχήσεις του αρχετυπικού καταπιεσμένου δημοσιο-υπαλληλάκου από τους "10 Μικρούς Μήτσους"  του Λάκη Λαζόπουλου, αλλά τούτο δεν λειτουργεί διόλου αρνητικά. Θάλεγα πως μάλλον υπογραμμίζει με τρόπο ζεστό την οικειότητα, που αισθανόμαστε, βλέποντας κι ακούγοντας τον Χρυσοβαλάντη στην σκηνή - κάτι που είναι από μόνο του απόλαυση και, φευ, συνειδητοποίηση. Δείτε την παράσταση και θα με θυμηθείτε!



  

Πέμπτη, 4 Δεκεμβρίου 2014

Οι "ΠΑΡΑΙΣΘΗΣΕΙΣ" της Έλενας Κοσμά...

... δεν είναι διόλου παραισθήσεις! 
Είναι μια μελωδία πολύ "χειροπιαστή", αν μου επιτρέπεται αυτός ο νεολογισμός για μια μουσική σύνθεση, που πατάει γερά πάνω στον στίχο, τον τονίζει και τον εντυπώνει συναισθηματικά στον ακροατή με τρόπο, που ο ακροατής κάνει τελικά δικό του το νόημα των στίχων. Άλλωστε, η Έλενα Κοσμά, έχει ήδη δύο ποιητικές συλλογές στο ενεργητικό της: η πρώτη της ποιητική συλλογή, «Σκέψεις», κυκλοφόρησε το 2008 από τις Εκδόσεις Κάκτος, ενώ η δεύτερη κυκλοφόρησε τον Ιούνιο του 2012, με τίτλο «Στο χαρτί και στον αέρα», από τις Εκδόσεις Γαβριηλίδη. Δοκιμασμένη στην ποίηση, λοιπόν, η Έλενα Κοσμά περνάει πια σε ένα άλλο πεδίο με τις "Παραισθήσεις" της - στο φιλόδοξο και απαιτητικό πεδίο της μουσικής δημιουργίας και της ερμηνείας. 



Η Έλενα Κοσμά γεννήθηκε στην Πάτρα, αλλά ζει στην Αθήνα. Στην Αθήνα ολοκλήρωσε τις μουσικές της σπουδές και στην Αθήνα ήδη εργάζεται ως δασκάλα πιάνου, ενώ παράλληλα εμφανίζεται τακτικά σε μουσικές σκηνές ως πιανίστρια και ερμηνεύτρια. 
Στις αρχές της χρονιάς μου συστήθηκε να πάω και να την ακούσω στο πάντα φιλόξενο για τους νέους ανθρώπους  Χυτήριο. Και πήγα. Και, όπως είχα γράψει ήδη από τότε, βρέθηκα μπροστά σε μιαν ώριμη ερμηνεύτρια, που με γνώση και εντιμότητα προσέγγισε ποιήματα μεγάλων ποιητών και συνθέσεις ιερών τεράτων της έντεχνης Μουσικής μας. Και δεν τα άγγιξε απλώς, αλλά τα πήρε πάνω της και κατάφερε να μας τα δώσει φρεσκαρισμένα, χωρίς, ωστόσο, να τα "πειράξει". Ο σεβασμός της για τα ποιητικά και μουσικά αυτά έργα, που σημάδεψαν τις δεκαετίες του '60 και του '70 ήταν τόσο έκδηλος, όσο και η συγκίνησή της - συγκίνηση, που μεταφέρθηκε και σε μας αυτούσια. 
Με την προπαρασκευή των σπουδών της και την εμπειρία των παραστάσεών της, η Έλενα Κοσμά προχωρά τώρα στις "Παραισθήσεις", κάνοντας έτσι τα πρώτα της επίσημα βήματα στον χώρο της στιχουργικής και της σύνθεσης. Το κομμάτι χαρακτηρίζεται από γλυκόπικρους τόνους, που παρασύρουν τον ακροατή, τον βυθίζουν σε προσωπικές μνήμες και τον παρασύρουν σε συναισθηματικούς καταστάσεις οικείες, γνώριμες από πρώτο χέρι. 

    
Δεν χρειάζεται να προσπαθήσω να περιγράψω το τραγούδι περισσότερο - πώς, άλλωστε, να περιγράψει κανείς την μουσική; Μπορείτε να το ακούσετε ολόκληρο μόνοι  σας και να σχηματίσετε την δική σας εντύπωση. Μιλάει κιόλας από μόνο του το γεγονός ότι ένας σοβαρός Φορέας μουσικής ενημέρωσης και παρέμβασης, το "Όγδοο", επιλέγει όχι μόνο να να στηρίξει με την εγκυρότητά του το τραγούδι και την δημιουργό-ερμηνεύτρια, αλλά να αναλάβει και την ευθύνη της κυκλοφορίας του, μέσω του Ogdoo Music Group



  Download on iTunes
  Download it on Google Store  
  Listen on Spotify  
  Listen on Deezer 
 Subscribe to Ogdoo Music Group here   


Να πω, όμως, και δυό λόγια για το video clip, στα γυρίσματα του οποίου η δημιουργός μου έκανε την τιμή να με προσκαλέσει.
Το video clip γυρίστηκε στο μπαρ "On the Road", Ιάκχου 12, στο Γκάζι - έναν χώρο καινούριο, με ξεχωριστή ατμόσφαιρα και ακουστική αλλά και με άποψη για όλα τα είδη μουσικής και για την ένταση, στην οποία πρέπει και μπορεί κανείς να τα απολαμβάνει. 
Συμπρωταγωνιστής της Έλενας Κοσμά, ο Άγγελος Μιχαήλ. Πειστικός και αρκούντως "μυστηριώδης", όπως κάθε εραστής παραισθησιακός!

Φωτογραφίες από τα γυρίσματα:
      











  
 
GreekBloggers.com