Τετάρτη, 28 Δεκεμβρίου 2016

Ζήτημα φωτός... Φωτογραφική Έκθεση του Γιάννη Δ. Καρνεσιώτη

        Ζήτημα φωτός.
        Το φως. 
        Πάντα το φως. 
        Ειδικά σε καιρούς αντίξοους και σε συνθήκες δύσκολες.
         Στο σκοτάδι, το φως, ακόμη και το πιο αμυδρό, το πιο φευγαλέο, είναι το μέγα                       ζητούμενο. 
         Και μας τραβάει κοντά του.  
         Ο σπουδαίος Leonard Cohen καταγράφει στο τραγούδι του "The Anthem" την δική                του διαπίστωση:
                             "There's a crack in everything. That's how the light gets in."
        Να ψάξουμε αυτή την ρωγμή, αυτή την χαραμάδα, να δούμε το φως, να το βρούμε, να         το αφήσουμε να μπει μέσα, μέσα μας.
        Γιατί αυτό κάνει το φως... Τα σχήματα, οι μορφές, τα χρώματα δεν θα υπήρχαν χωρίς         το  φως. Ο άνθρωπος ο ίδιος δεν θα υπήρχε χωρίς το φως. Ο άνθρωπος είναι κι αυτός           ζήτημα φωτός - τόχει γράψει ο Γιώργος Σεφέρης στα "Τρία κρυφά ποιήματα":
  

        Είπες εδώ και χρόνια:
        «Κατά βάθος είμαι ζήτημα φωτός».         Και τώρα ακόμη σαν ακουμπάς        στις φαρδιές ωμοπλάτες του ύπνου
        ακόμη κι όταν σε ποντίζουν        στο ναρκωμένο στήθος του πελάγου        ψάχνεις γωνιές όπου το μαύρο        έχει τριφτεί και δεν αντέχει        αναζητάς ψηλαφητά τη λόγχη
        την ορισμένη να τρυπήσει την καρδιά σου        για να την ανοίξει στο φως.


       Απ' όλες τις τέχνες, η φωτογραφία είναι ίσως εκείνη που έχει την πιο συνειδητή σχέση με το φως.  Σχέση απόλυτης εξάρτησης. Χωρίς φως φωτογραφία δεν υπάρχει. Χωρίς φως η φωτογραφία δεν έχει τι να γράψει και πώς. 

       Κι ο φωτογραφικός φακός είναι καταδικασμένος να αναζητά πάντα  το φως. Έστω και το ελάχιστο. Ακόμα και μέσα στο σκοτάδι ή στο σχεδόν σκοτάδι…





        Με αυτόν, λοιπόν, τον διόλου τυχαίο τίτλο «Ζήτημα φωτός» εγκαινιάζεται την Δευτέρα, 9 Ιανουαρίου 2017, στις 7 το απόγευμα, ατομική Φωτογραφική Έκθεση του   Γιάννη Δ. Καρνεσιώτη. Η Έκθεση θα φιλοξενηθεί μέχρι την  Τρίτη 17 Ιανουαρίου στην Δημοτική Πινακοθήκη Καλλιθέας"Σοφία Λασκαρίδου" (Λασκαρίδου 120 & Φιλαρέτου, Καλλιθέα), την άλλοτε κατοικία της ζωγράφου και πρώτης γυναίκας φοιτήτριας της Σχολής Καλών Τεχνών,  Σοφίας Λασκαρίδου (1876-1965), που φέρει την υπογραφή του αρχιτέκτονα Έρνεστ Τσίλερ και συμπληρώνεται από μιαν υπέροχη αυλή.   




        Φιλοδοξία άλλη δεν έχει η Έκθεση αυτή παρά να ανοίξει μια χαραμάδα, να αφήσει το φως να μπει μέσα,  να φωτίσει πράγματα, ανθρώπους, καταστάσεις, να δείξει πως όλα γίνονται, όλα συνεχίζουν να γίνονται, όσο υπάρχει φως, όσο αναζητούμε το φως συνειδητά και το βάζουμε στην ζωή μας.
        Η Έκθεση αποτελείται από δύο ενότητες. 
        Η μεγαλύτερη ενότητα επικεντρώνεται στην Ελλάδα, σε εικόνες, σχήματα και χρώματα, που, κάτω από το χαρακτηριστικό Ελληνικό φως, μετατρέπονται σε πλήρη εικαστική εμπειρία. 
        Η δεύτερη ενότητα εντάσσεται στην εδώ και χρόνια συστηματική προσπάθεια του φωτογράφου να αποτυπωθούν σημερινοί λειτουργοί και συνεχιστές της πλούσιας Ελληνικής μουσικοχορευτικής παράδοσης, μέσα από μια πιο σύγχρονη φωτογραφική ματιά.   


     Ο υπογράφων ελπίζει κι εύχεται να τάχει καταφέρει στην αναζήτηση του φωτός - αλλά μόνον εσείς θα το κρίνετε αυτό!..
       
           


Δευτέρα, 26 Δεκεμβρίου 2016

ΚΟΚΚΙΝΗ ΚΥΡΙΑΚΗ στην Γλυφάδα: μια αγκαλιά για το street culture της Αθήνας




Η Γλυφάδα παραμένει πάντα η αδιαφιλονίκητη βασίλισσα των Νοτίων Προαστίων, καθώς έχει συνδυάσει την ιδιότητα του καλοκαιρινού θερέτρου με αυτήν του εμπορικού κέντρου και του προορισμού για διασκέδαση, φαγητό ή ψυχαγωγία χειμώνα-καλοκαίρι. Η ζωή και η κίνηση διατηρούνται αμείωτες όλο τον χρόνο, πρωί-βράδυ.
Από την άλλη πλευρά και ο Δήμαρχος, κ. Γ. Παπανικολάου, φαίνεται να έχει κι ο ίδιος ή να υποστηρίζει φρέσκες ιδέες, των οποίων την υλοποίηση διεκπεραιώνει μαζί με τους συνεργάτες του.


    
Μια απ' αυτές, η πιο πρόσφατη, ήταν η ΚΟΚΚΙΝΗ ΚΥΡΙΑΚΗ, την 18/12/2016, όταν μουσικοί, αθλητές του parkour, του ΒΜΧ και των πολεμικών τεχνών και BBoys απ' όλη την Αθήνα χρωμάτισαν με έντονα γιορτινά χρώματα το κέντρο του δημοφιλούς προαστίου και δημιούργησαν ένα διαφορετικό κλίμα και φόντο για τα καθιερωμένα ψώνια των εορτών.










Έξω από τα μαγαζιά κεράσματα και κρασί άφθονο - χωρίς να λείψει και το Gluhwein.









Θα σταθώ, ωστόσο, σε κάτι όλως ιδιαίτερο: Ίσως ήταν η πρώτη φορά που επιχειρήθηκε από έναν Δήμο τέτοιας έκτασης "επίσημο" αγκάλιασμα του street culture, της κουλτούρας των δρόμων και της σύγχρονης νεολαίας, αφομοίωσή της στις δραστηριότητες μιας πόλης και στο εορταστικά happenings.
Ας μου επιτραπεί να το θεωρήσω αυτό μιαν ακόμη ένδειξη του πόσο σύγχρονος και πρωτοποριακός είναι ο Δήμαρχος της Γλυφάδας και πόσο μπροστά οδηγεί τον Δήμο! Τίποτε περισσότερο και τίποτε λιγότερο...














  

Κυριακή, 25 Δεκεμβρίου 2016

Παραμονή Χριστουγέννων στην Βάρκιζα, στον ΝΑΟΒΒ


Παραμονή Χριστουγέννων...
Άλλοι τρέχουν για ψώνια.
Άλλοι μένουν στο σπίτι για χαλάρωση, περιμένοντας νάρθει το βράδυ και να ξεδώσουν.
Κι άλλοι πάλι βγαίνουν στην θάλασσα και στο φως - και η φετινή παραμονή των Χριστουγέννων επεφύλασσε ένα μοναδικό φως από εκείνα που μονάχα η "Ριβιέρα" της Νότιας Αθήνας ξέρει να δωρίζει απλόχερα, μαζί με μια θάλασσα στην οποία να πεις όχι δεν μπορείς.



Παραμονή, λοιπόν, στον ΝΑΟΒΒ, στον Ναυτικό Αθλητικό Όμιλο Βάρης Βάρκιζας, με το ταβερνάκι κάτω από τα αρμυρίκια, το φως να γεννάει πυγολαμπίδες και τα χρώματα των πανιών να παίζουν με το μπλε.
Γιατί καλά τα μελομακάρονα κι οι κουραμπιέδες καλοί κι οι δίπλες.κι όλα υπέροα, αλλά σαν την θάλασσα δεν έχει...
Χρόνια Πολλά σε όλους και καλές θάλασσες!  












Πέμπτη, 22 Δεκεμβρίου 2016

Η Ψευτοϋπηρέτρια - έξοχο mariveaudage από τον Ζαχαρία Ρόχα




Ένα έργο αποκαλείται κλασικό, γιατί αντέχει στον χρόνο.
Κι όταν λέμε χρόνο εδώ, εννοούμε αιώνες, συχνά πολλούς, πάρα πολλούς αιώνες.
Κι όταν λέμε αντέχει, εννοούμε πως πραγματεύεται αιώνια ζητήματα, πούχουν τον τρόπο τους να διατηρούνται πάντα επίκαιρα - και τέτοια συνήθως είναι τα ζητήματα, που ανάγονται στον πυρήνα του ανθρώπου και της προσωπικότητάς του.


"Η Ψευτοϋπηρέτρια" (Πρωτότυπος τίτλος: "La Fausse suivante ou Le Fourbe puni") του Γάλλου θεατρικού συγγραφέα και Ακαδημαϊκού Pierre Carlet de Chamblain de Marivaux (1688-1763) είναι έργο του 1724, που πρωτοανέβηκε  από την Comedie Italienne στο Hotel de Bourgogne, στο Παρίσι.  Μετρώντας ήδη 300 χρόνια ζωής στο θέατρο και στον κινηματογράφο, ανέβηκε φέτος στην Αθήνα, στο Θέατρο ΒΑΦΕΙΟ - Λάκης Καραλής του Βοτανικού, σε διασκευή και  σκηνοθεσία Ζαχαρία Ρόχα. 
Στο ανέβασμα των κλασικών έργων κλασική πρόκληση είναι πάντα η ανάδειξη εκείνων των χαρακτηριστικών, που θα ελαφρώσουν το βάρος των χρόνων, θα σκαλίσουν πίσω από τα φτιασίδια της εποχής, που γράφτηκαν, και θα φέρουν το έργο σε άμεση επαφή με τον σημερινό θεατή.
Συχνά - και πιο συχνά στην αρχαία Ελληνική κωμωδία - αυτό γίνεται καθ' υπερβολήν, με συνέπεια να χάνονται τα αρχέτυπα χαρακτηριστικά αντί να αναδεικνύονται. Άλλοτε πάλι είναι τέτοια και τόση η φιλοδοξία της επικαιροποίησης, ώστε ολόκληρο το έργο να λυγίζει υπό το βάρος των προσθηκών και των αναφορών στην σύγχρονη εποχή. 
Ο Ζαχαρίας Ρόχας, διασκευάζοντας το έργο του Mariveaux,  δεν έπεσε στην παγίδα αυτή. Είχε στα χέρια του ένα κέντημα ανθρώπινων χαρακτήρων, συμπεριφορών και διαλόγων, που το διασκεύασε τόσο όσο χρειαζόταν για να μας το κάνει οικείο στην γλώσσα μας και στους ρυθμούς μας, χωρίς  να το μεταλλάξει. Θα ήταν περιττό, άλλωστε, αυτό, καθώς οι χαρακτήρες του έργου υποκινούνται από διαχρονικά κίνητρα, όπως η αγάπη για το χρήμα ή η δυσπιστία για τους γύρω τους και εκδηλώνουν επίσης διαχρονικές συμπεριφορές, όπως η ερωτοτροπία ή η κρυψίνοια.



Ο μεταφραστής Ζαχαρίας Ρόχας διανθίζει μεν την Ελληνική απόδοση με σκόρπιες γαλλικές εκφράσεις, υποδεικνύοντας το επιτηδευμένο περιβάλλον, στο οποίο κινούνται οι ήρωες, αλλά, κυρίως υιοθετεί μια ρέουσα γλώσσα, καθομιλούμενη και χωρίς ακρότητες,  ώστε να αφήσει χώρο στην λεπτή ειρωνεία του συγγραφέα να αναπνεύσει και στους υπαινιγμούς του να κλείσουν το μάτι στον θεατή. 
Οι γοργοί, καταιγιστικοί, ρυθμοί, των διαλόγων περνούν εν συνεχεία από τον σκηνοθέτη Ζαχαρία Ρόχα με φυσικό τρόπο στην σκηνή και επιβάλλουν αντίστοιχη εκφορά του λόγου και κινησιολογία.
Το στοίχημα της μεταφραστικής και σκηνοθετικής προσέγγισης κερδίζεται τελικά, χάρις σε ένα σύνολο πέντε ηθοποιών, που διακρίνονται όλοι για το sense of timing και την αρμονικά δεμένη υποκριτική τους.     
  


"Η Ψευτοϋπηρέτρια" ξεκινάει με  μιαν ευφυή Παριζιάνα, η οποία, πριν παντρευτεί τον αριστοκρατικό και ευειδή Λέλιο, για τον οποίο την προορίζουν, αποφασίζει να τον προσεταιρισθεί φιλικά ως άνδρας και Ιππότης, για να εξακριβώσει το  ήθος του. Ανακαλύπτοντας ότι ο Λέλιο έχει υποσχεθεί γάμο και σε μια γλυκύτατη αλλά αφελή Κόμισσα, έχοντας κατά νου το χρήμα, βάζει σκοπό να αποκαλύψει τον χαρακτήρα του και το παιχνίδι του, να αποκαταστήσει την ηθική τάξη. Στο παιχνίδι της εξαπάτησης όλων από όλους, όμως, εμπλέκονται και οι δύο υπηρέτες τους, που εν είδει αρλεκίνων, εμφανίζονται στην σκηνή είτε για να  εξηγήσουν τα συμβαίνοντα είτε για να τα προωθήσουν, γιατί είναι κι αυτοί οι ίδιοι μοχλοί της δράσης των πρωταγωνιστών. Με το αζημίωτο, ασφαλώς - αφού στον κόσμο ό,τι δεν υποκινείται από τον έρωτα υποκινείται από το χρήμα! 




Το αδιαμφισβήτητο ατού του έργου είναι οι λεπτοδουλεμένοι διάλογοι, μέσω των οποίων εξελίσσεται η ιστορία χωρίς ανάσα.  Η συνθήκη αυτή προφανώς απαιτεί λεπτομερή σκηνοθετική καθοδήγηση και προπαρασκευή των ηθοποιών, οι οποίοι με την σειρά τους χρειάζεται να διαθέτουν ιδιαίτερες υποκριτικές ικανότητες, για να ανταπεξέλθουν και να παρασύρουν τον θεατή σε ένα περιβάλλον,  όπου, πλην της αγαθής Κόμισσας, όλοι οι άλλοι παίζουν με όλους, εκβιάζουν και εκβιάζονται, δωροδοκούν και δωροδοκούνται.
Οι δύο υπηρέτες είναι κυριολεκτικά απολαυστικοί. Φιλόδοξοι, φιλοχρήματοι,  πονηροί, θρασείς στα πάνω τους, δουλικοί στα δύσκολα, συνωμοτούν...






Εξυπηρετήσεις και μυστικά των αφεντικών τους μπαίνουν στην ζυγαριά από τον σπαρταριστό και αίλουρο Τριβελέν του Πάνου Τσαλιγόπουλου, πωλούνται με το κιλό, πωλούνται με πειθώ εμπόρου σε παζάρι. Ο Πάνος Τσαλιγόπουλος εξελίσσεται διαρκώς θεατρικά και εκπλήσσει με την ερμηνευτική ωριμότητα, που κατακτά βήμα-βήμα. Ανοίγει εδώ το έργο και μας βάζει αμέσως μέσα στην ιστορία, αλλά και μέσα στον δικό του χαρακτήρα, χάρις σε μια σειρά από χειρονομίες κι από εύγλωττες εκφράσεις του προσώπου του. 






Αντίστοιχα, ο (και) Σαιξπηρολάτρης Αρλεκέν του Βαλεντίνου Τσίλογλου, πουλάει κι αυτός ό,τι μπορεί, αλλά πουλάει, παράλληλα, και δράμα και κουλτούρα με την ίδια ευκολία, που αλλάζει αμφιέσεις και περσόνες. Με χαρακτηριστική ευκολία και πειστικότητα περνάει από μιαν εμφάνιση τύπου drag show σε θεατρικό ρεσιτάλ δραματικής έξαρσης.  










Η μυωπική Κόμισσα της Λούλας Τριανταφύλλου είναι απολαυστική στην γλυκειά της αφέλεια, με γλώσσα σώματος τόσο καίρια, ώστε δεν έχουμε απολύτως καμμία αμφιβολία ότι δεν βλέπει τίποτε μπροστά της - κυριολεκτικά και μεταφορικά. Οι γκριμάτσες της είναι εξόχως αποκαλυπτικές και ο τρόπος, με τον οποίο σκοντάφτει και σκουντουφλάει, σε παρωθεί να σηκωθείς να την βοηθήσεις να βρει τον δρόμο της. 









Ο Θανάσης Πατριαρχέας κρατάει τον ρόλο του Λέλιο. Διαθέτει έτσι κι αλλιώς το physique του νεαρού καλοζωισμένου, αλλά έχει, επίσης, την γνώση και το ταλέντο να βγάλει προς τα έξω εκείνο τον αέρα και εκείνη την αυτοπεποίθηση του αριστοκράτη, που πατάνε πάνω σε χαλαρά ήθη, ιδιοτέλεια και  πονηριά. Μεστός ηθοποιός, γεμίζει κάθε φορά το ρούχο του χαρακτήρα, που υποδύεται, αναδύει πάντα μιαν ιδιαίτερη άνεση μέσα στο πετσί του εκάστοτε ρόλου του.   






Και, τέλος, η Βίκυ Κουλιανού, στον πρωταγωνιστικό ρόλο του Ιππότη. Του Ιππότη, που, όμως, είναι γυναίκα. Γυναίκα τόσο χειραφετημένη για τα δεδομένα του 18ου αιώνα, ώστε αποφασίζει να πάρει την ζωή και την συναισθηματική της μοίρα στα χέρια της, να μεταμφιεσθεί σε άνδρα και να μπει σε μια περιπέτεια, προκειμένου να βεβαιωθεί προσωπικά για τον χαρακτήρα και το ήθος του νεαρού, που της προορίζουν για σύζυγο. 




Να σταθούμε, όμως, λίγο στον Ιππότη, πριν μιλήσουμε για εκείνην, που τον ενσαρκώνει... Μέσω του Ιππότη του, ο μεγαλοαστός Mariveaux, που άφησε πίσω του τίτλους και πλούτη, για να αφοσιωθεί στην λογοτεχνία και να πεθάνει πάμπτωχος, μοιάζει να πετάει το γάντι στον υποκριτικό κόσμο της Γαλλικής αριστοκρατίας της εποχής του. Και "Η Ψευτοϋπηρέτρια" μπορεί να είναι μια σπιρτόζικη κωμωδία, αλλά, τελικά, πίσω από τις σπαρταριστές ατάκες και τα πειράγματα δύσκολα κρύβονται οι ουσιαστικές αιχμές και τα σχόλια του δραματουργού για την κοινωνία, στην οποία ζει και δημιουργεί. 
Όταν ο πονηρός Λέλιο ρωτάει τον υπηρέτη Τριβελέν αν ξέρει πως ο Ιππότης είναι γυναίκα, ο Mariveaux βάζει τον πονηρότερο όλων Τριβελέν να απαντάει: "Τι γυναίκα; Εγώ ξέρω πως υπάρχουν δύο φύλα. Το ένα είναι το λογικό φύλο και το άλλο είναι το φύλο, που αποδεικνύει στο πρώτο ότι μόνον λογικό δεν είναι! Σε ποιό από τα δύο να θεωρήσουμε ότι ανήκει ο Ιππότης;" (Πιέρ ντε Μαριβώ: "Η Ψευτοϋπηρέτρια", Σελ. 46. Εκδόσεις Μωραΐτης - Μετάφραση Ζαχαρίας Ρόχας). 
Απάντηση στο ερώτημά του δεν παίρνει ο Τριβελέν από τον Λέλιο. Το ερώτημα, υπό τους όρους, που το θέτει ο Τριβελέν, παραμένει μετέωρο. Μετέωρο όχι μόνο στο έργο, αλλά και στον πραγματικό κόσμο σήμερα, 300 χρόνια αργότερα...  
Τι είναι τα φύλα, πώς προσδιορίζονται και διαφέρουν, ποιός τα ορίζει, πώς λειτουργούν κοινωνικά;  Τόσο επίκαιρος και γι' αυτό κλασικός ο Mariveaux! 

Με αυτά τα δεδομένα, είναι σαφές ότι η Βίκυ Κουλιανού στον πρωταγωνιστικό ρόλο καλείται να εισφέρει στην παράσταση κάτι περισσότερο από την δεδομένη και αναμενόμενη ωραιότητα και λάμψη της. Ο χαρακτήρας της ενσωματώνει τον ηθικό άξονα του έργου και το κοινωνικό του μήνυμα. Αν, λοιπόν, έχω να πω κάτι για την παρουσία της στην παράσταση, δεν θα σταθώ μόνο στην υποκριτική της δεινότητα ούτε στην ομορφιά της, δεν θα σταθώ στο πώς αλωνίζει την σκηνή όλη, με έναν αναμενόμενα μεγάλο, αλλά πάντα κομψό διασκελισμό, δεν θα σταθώ στο πώς, όταν ανοίγει τα χέρια της, αγκαλιάζει όλους τους θεατές. Θα σταθώ πρωτίστως στο σκηνικό ήθος, με το οποίο όφειλε και κατόρθωσε να προσεγγίσει ένα ρόλο, που ακριβώς αυτό χρειαζόταν για να αναδείξει το βάθος, πέρα κι έξω από τις κωμικές του διαστάσεις.  Η Βίκυ Κουλιανού - και μάλιστα χωρίς το βαρύ μακιγιάζ των υπολοίπων ρόλων - δεν διστάζει να τσαλακώσει το πρόσωπό της, όπου χρειάζεται, για να κοινωνήσει την μεγάλη γκάμα συναισθημάτων, που βιώνει ο Ιππότης της, και να μεταδώσει μηνύματα, που ξεπερνούν τις συνθήκες και την εποχή του Mariveaux.






Το σκηνικό της παράστασης από τον Kreuz  είναι λιτό και αποτελεσματικά υπαινικτικό. Αφήνει περιθώρια άνετων κινήσεων στους ηθοποιούς. 
Στα κοστούμια του Γρηγόρη Εγγλέζου θα σταθεί σίγουρα το μάτι του θεατή. Για την Βίκυ Κουλιανού επιλέγεται ένα λιτό ανδρικό κοστούμι, που αναδεικνύει τον μακρύ της μίσχο και της επιτρέπει να κινηθεί, όπως απαιτεί ο ρόλος,  ακριβώς πάνω στην λεπτή γραμμή του ορίου μεταξύ ανδρικής και γυναικείας κομψότητας. Τα υπόλοιπα κοστούμια δείχνουν έμπνευση, δείχνουν αίσθηση χρώματος, αλλά δείχνουν κι όλη την μελέτη του ενδυματολόγου πάνω στους χαρακτήρες, όπως τους φαντάστηκε ο συγγραφέας και τους υλοποίησε στην δική του απόδοση ο Ζαχαρίας Ρόχας.

Με δυό μόνο λόγια, "Η Ψευτοϋπηρέτρια" αποτελεί μια θεατρική παραγωγή ενός συνόλου παραγόντων, που έδωσαν πολλή ψυχή και υλικούς πόρους για να προσφέρουν μιαν άρτια παράσταση. Κάντε μια στάση στον Βοτανικό για χάρη τους...   

Όλη η φωτογράφηση on and off stage, εδώ
                

    
          
    
 
GreekBloggers.com