Τρίτη, 9 Οκτωβρίου 2018

"ΓΙΑΝΝΗΣ ΤΣΕΚΛΕΝΗΣ: ΤΑ ΧΡΟΝΙΑ ΤΗΣ ΜΟΔΑΣ" - Ένας Έλληνας, μια εποχή, στο ΦΟΥΓΑΡΟ



Μια αμυδρή μεν, αλλά, πάντως, ζωντανή εικόνα από την παιδική μου ηλικία προέρχεται από επίσκεψη στο σπίτι μιας μακρινής εξαδέλφης της μητέρας μου, κάπου στου Ζωγράφου, μάλλον στις αρχές της δεκαετίας του '70.  Η θεία είχε φήμη καλής μοδίστρας και ήταν μία από τις πολλές συνεργάτιδες του Γιάννη Τσεκλένη, που έραβε φασόν, όπως λέγανε, φορέματα για λογαριασμό του, με βάση τα σχέδια και τις οδηγίες του. Την θυμάμαι να ανοίγει την ντουλάπα της και να επιδεικνύει ένα αέρινο φόρεμα με έντονα χρώματα και εντυπωσιακά πρόσωπα. "Γκωγκέν...", ψιθύρισε στην έκθαμβη μητέρα μου - κι ήταν ίσως αυτή η πρώτη  φορά που ένα παιδί 10-12 χρόνων ερχόταν σε τόσο άμεση, χειροπιαστή, επαφή με τον κόσμο των Εμπρεσιονιστών ζωγράφων και του επιφανούς ξενιτεμένου στην Ταϊτή εκπροσώπου τους. Ήταν, επίσης, η πρώτη φορά που έβλεπα από κοντά δημιουργία του Γιάννη Τσεκλένη, που συχνά πυκνά συναντούσα, όποτε  φυλλομετρούσα το μόνο περιοδικό, που έμπαινε στο σπίτι μας, την θρυλική "ΓΥΝΑΙΚΑ" του Ευάγγελου Τερζόπουλου. 





Στην δύσκολη, σκοτεινή πολιτικοκοινωνικά, δεκαετία από το '65 ώς το '74, το όνομα του Γιάννη Τσεκλένη, πολλώ δε μάλλον οι δημιουργίες του, ήταν από τα λίγα φωτεινά σημεία και από τα λίγα παραδείγματα έμπνευσης και πείσμονος δημιουργικότητας.
Ακόμα κι αν δεν μπορεί κάποιος να αξιολογήσει τα σχέδια των ενδυμάτων καθ' εαυτά, σίγουρα μπορεί εύκολα να εκτιμήσει την αξία της έμπνευσής του και των ερεθισμάτων του, που έδιναν άλλον αέρα και μοναδικότητα στα υφάσματα, στα σχέδια, στα ρούχα με την υπογραφή του.
Υπογραφή αμιγώς Ελληνική, σχεδιαστικά και κατασκευαστικά, που γι' αυτό τον λόγο εκτόξευσε όχι μόνο το δικό του όνομα, αλλά και το όνομα της Ελλάδας, στα σαλόνια της διεθνούς μόδας. Η Ελλάδα ως ιδέα, ως πολιτισμός και συνέχεια, ως καθημερινό βίωμα φωτός και χρωμάτων, είναι κοινός τόπος στις Συλλογές του Γιάννη Τσεκλένη. Αν εμπνέεται από τον Γκωγκέν και αποτυπώνει λεπτομέρειες των ζωγραφικών του έργων στα υφάσματά του, τούτο δεν μπορεί παρά να σχετίζεται εν μέρει και με το γεγονός ότι ο Γκωγκέν και οι Εμπρεσιονιστές βγήκαν από το στούντιο και το ατελιέ στην ανοιχτή κι ελεύθερη φύση, στο φως της υπαίθρου, που κατ' αναλογία με το Ελληνικό φως, προσδίδει άλλη ζωή κι άλλη ένταση στα χρώματα.





Από την άποψη αυτή, την άποψη του φωτός ως καθημερινού βιώματος και κυριολεκτικού ή μεταφορικού τρόπου πρόσληψης της πραγματικότητας, τα υφάσματα του Γιάννη Τσεκλένη αποτέλεσαν ιδανικό, όσο και φυσικό, σημείο συνάντησης της Ελληνικής λαϊκής παράδοσης και του Ελληνικού πολιτισμού από την αρχαιότητα ώς το Βυζάντιο κι από τον Θεοτοκόπουλο ώς τον Γαΐτη με τα διεθνή καλλιτεχνικά ρεύματα, την Τσαρική Ρωσία και την Αφρική, την φύση ως παγκόσμιο habitat, τον χιπισμό και την ψυχεδέλεια ως καθοριστικές τάσεις και μόδες της εποχής του.




Αυτό, νομίζω, τεκμηριώνεται αρκετά καθαρά από την αναδρομική Έκθεση "Τσεκλένης: Τα χρόνια της μόδας", που εγκαινιάσθηκε στον Πολυχώρο Τέχνης  "ΦΟΥΓΑΡΟ" του Ναυπλίου, την Κυριακή 7/10/2018.
Τα εκθέματα αποτελούν το ένα δέκατο περίπου από τις δημιουργίες, που ο Σχεδιαστής έχει δωρίσει στο Πελοποννησιακό Λαογραφικό Ίδρυμα και αποτυπώνουν πρωτίστως την δημιουργική εμμονή του Σχεδιαστή με το φως και την δύναμή του πάνω στα Ελληνικά χρώματα, στα χρυσά και τα κίτρινα του ήλιου, στα μπλε του ουρανού και της θάλασσας, στις τερακότες της γης και στα πράσινα της ελιάς. Αναδεικνύουν ότι στην συνολική προσωπικότητα του Τσεκλένη αντικατοπτρίζεται μια ολόκληρη Ελληνική εποχή, η εποχή της αυτοπεποίθησης και της εξωστρέφειας, που ξεπέρασε τον πόλεμο και την Κατοχή και ενσωμάτωσε τα διδάγματα της γενιάς του ΄30, για να δημιουργήσει και να καλλιεργήσει σύγχρονα και αποτελεσματικά πρότυπα συμπεριφοράς, επιχειρηματικότητας και αισθητικής. Κι αυτό παρά τις πολλές αντιξοότητες της Ελληνικής πραγματικότητας και των κατά καιρούς δύσκολων πολιτικών συνθηκών.





Πιθανότατα χωρίς να το σκοπεύει και ίσως χωρίς καν να το συνειδητοποιεί, ο Γιάννης Τσεκλένης είναι ένας από εκείνους, που προσωποποιούν αυτή την εποχή και που συμβάλανε στην διαμόρφωση μιας συλλογικής αισθητικής, όταν ακόμη δεν υπήρχαν τα σημερινά μέσα διάδοσης της γνώσης και της πληροφορίας. Από τις σελίδες του κυρίαρχου Ελληνικού περιοδικού της εποχής, της "ΓΥΝΑΙΚΑΣ", ο Τσεκλένης με τον τρόπο και τις δημιουργίες του διέτρεξε και, τελικά, κατέστησε κοινό κτήμα και αισθητικό κριτήριο στοιχεία από την αρχαία τέχνη ώς την τέχνη των λαϊκών μαστόρων, στοιχεία από το Βυζάντιο και την Τσαρική Ρωσία, στοιχεία από κλασικούς της ζωγραφικής ώς την pop art και τα κόμικς.





Αυτή την συνεισφορά, που τιμούν δεόντως τώρα και μέχρι τις 25/11/2018 το Πελοποννησιακό Λαογραφικό Ίδρυμα και το "ΦΟΥΓΑΡΟ", οφείλουμε να την αναγνωρίσουμε όλοι και να διεκδικήσουμε την μεταφορά της Έκθεσης, ακόμη πιο εμπλουτισμένης, στην Αθήνα. Χρειάζεται να συστήσουμε στις νεώτερες γενιές τον Γιάννη Τσεκλένη και τις δημιουργίες του, τον ρόλο του και την επίδρασή του στον χώρο της μόδας και του design, στην κοινωνία του καιρού του και όχι μόνο...               




                 
Στο μεταξύ, εκεί, στο Ναύπλιο, σε μιαν Αίθουσα ευρύχωρη, απλώνονται μπροστά μας τα 4 στοιχεία ενός κόσμου Ελληνικού. Και συνδυάζονται αγαστά το νερό με τα μπλε του κι η γη με τα χωμάτινά της και το κόκκινο μιας φωτιάς, βράδυ στην παραλία, στα Μάταλα, και ο αέρας ο ανάλαφρος που διαπερνάει τις πτυχές των υφασμάτων κι όλα μαζί γίνονται ρούχο - του Τσεκλένη!..



         

Εδώ, για όποιον ενδιαφέρεται, βρίσκεται μια πληρέστερη και λεπτομερέστερη φωτογραφική αποτύπωση της Έκθεσης...




Τρίτη, 2 Οκτωβρίου 2018

Αθιβολή μικρή για τον "ΦΟΡΤΟΥΝΑΤΟ"



Παρά το γεγονός ότι έχουν γραφτεί στο τοπικό ιδίωμα, τα έργα της Μεσαιωνικής Κρητικής Γραμματείας ήταν πάντα ιδιαίτερα δημοφιλή στην Ελλάδα. Δεν θα ήταν υπερβολή αν λέγαμε πως η υπόθεση του "Ερωτόκριτου" του Βιτσέντζου Κορνάρου ή της "Ερωφίλης" του Γ. Χορτάτζη είναι κοινό κτήμα, ενώ σκόρπιοι στίχοι τους ψιθυρίζονται και τραγουδιούνται από διαδοχικές γενιές. Ο "Φορτουνάτος" του ενετικής καταγωγής Κρητικού, Μάρκου Αντώνιου Φώσκολου, έργο του 1655, είναι μια δημοφιλής, αλλά και σπουδαία, κωμωδία της ίδιας περιόδου, που αναδείχθηκε κυρίως μετά το 1922, όταν την εξέδωσε σχολιασμένη, μέσω του Οίκου Ελευθερουδάκη, ο εμβριθής μελετητής της Κρητικής λογοτεχνίας, Καθηγητής Στέφανος Ξανθουδίδης.



Το χρονικό πλαίσιο του έργου ταυτίζεται με τα χρόνια που ζούσε στον Χάνδακα, δηλαδή στο σημερινό Ηράκλειο, ο συγγραφέας. Ενώ η πόλη πολιορκείται από τους Τούρκους, η άδολη αγάπη δύο νέων, του Φορτουνάτου και της Πετρονέλλας, περνάει τις δικές της δοκιμασίες, καθώς η μητέρα της Πετρονέλλας επιμένει να την παντρέψει όχι με τον αγαπημένο της, αλλά με έναν ηλικιωμένο γιατρό, για να της εξασφαλίσει μιαν άνετη ζωή. Ευτυχώς για τους δύο νέους και για την έκβαση του έρωτά τους, στο τέλος αποδεικνύεται ότι ο σεμνός και ηθικός Φορτουνάτος είναι ο από την βρεφική ηλικία χαμένος γιος του γιατρού και έτσι, μετά την αναγνώριση, ο γιατρός υποχωρεί και όλοι συναινούν στον γάμο των δύο νεαρών ερωτευμένων. 







Ο συγγραφέας συνθέτει, μέσα από την αλληλεπίδραση των ηρώων του,  μια πολύ ιδιαίτερη, καυστική, κωμωδία, που σατιρίζει τα ήθη της εποχής. Δεν παραλείπει, βέβαια, να αναφερθεί στα δεινά της πόλης, που δοκιμάζεται, λόγω της Τουρκικής πολιορκίας, και εύχεται να έρθει γρήγορα η πολυπόθητη ελευθερία. Το έργο του Φώσκολου χαρακτηρίζεται από τολμηρές εκφράσεις και ελευθεριάζοντα λόγο - κάτι που έχει προφανώς την δική του αξία για την μελέτη και κατανόηση του χρονικού και του κοινωνικού πλαισίου.






Επί πλέον, στην ποίηση του "Φορτουνάτου" παντρεύονται αριστοτεχνικά η  ντοπιολαλιά της Κρήτης και πολλές εμβόλιμες λέξεις και φράσεις από το Ενετικό ιδίωμα της εποχής, με άμεση συνέπεια πολύ συχνές χαριτωμένες ρίμες και ομοιοκαταληξίες, που προσδίδουν στο έργο έναν χαρακτήρα διαφορετικό από τα λοιπά ρομαντικά δράματα της περιόδου. Από την άλλη πλευρά, φυσικά, αυτά τα επί μέρους στοιχεία καθιστούν απαραίτητη την διασκευή του έργου, ανάλογα με το κοινό, στο οποίο θα παρουσιασθεί.
Η δημιουργική "απλοποίηση", χωρίς να χαθούν τα νοήματα και η ουσία, ήταν και η πρώτη πρόκληση, την οποία χρειάσθηκε να αντιμετωπίσει o Θίασος "ΑΔΡΑΧΤΙ", που επέλεξε να παρουσιάσει την φετινή θεατρική περίοδο τον "Φορτουνάτο" σε μορφή κατάλληλη για παιδιά. Ο υπεύθυνος του Θιάσου, Γιώργος Παπαευσταθίου, προσέγγισε το πρωτότυπο κείμενο με ευαισθησία, διατήρησε τον σκελετό της υπόθεσης, καθώς και τα βασικότερα πρόσωπα του έργου, και κατέληξε σε ένα κείμενο κατάλληλο για παιδιά.



Παράλληλα, όμως, το ίδιο αυτό κείμενο, βοηθούμενο από την σκηνοθεσία του ίδιου του Γ. Παπαευσταθίου, παραμένει ελκυστικό και για τους ενήλικους συνοδούς τους. Τούτο είναι ιδιαίτερα ενδιαφέρον, όχι μόνο επειδή η διασκευή αυτή καθ' εαυτήν δεν προδίδει το σπουδαίο πρωτότυπο κείμενο από άποψη πρόθεσης και αποτελέσματος, αλλά και διότι καλλιεργεί θεατρική παιδεία στους μικρούς θεατές. Τα παιδιά δεν παρακολουθούν στην σκηνή του Θεάτρου "ΜΠΡΟΝΤΓΟΥΑΙΗ", όπου παίζεται ο "Φορτουνάτος", μια παράσταση τσιρκολάνικη και κλοουνίστικη, με τους ήρωες να εξωθούνται σε έντονες γκριμάτσες, αχρείαστες φωνές και χειρονομίες εντυπωσιασμού. Αντίθετα, βλέπουν τα πρόσωπα του έργου να μιλάνε και να κινούνται με τρόπο φυσικό, καθημερινό, χωρίς να εκβιάζουν την προσοχή και την "συμμετοχή" των θεατών με ασύμμετρους τρόπους και συμπεριφορές.













Αυτού του είδους η σκηνοθετική και συνολικά θεατρική προσέγγιση μπορεί να  διατηρεί αμείωτο το ενδιαφέρον των ενηλίκων θεατών, αλλά - το σημαντικότερο - καλλιεργεί υγιές θεατρικό κριτήριο στα παιδιά, που έτσι εισάγονται φυσιολογικά στον πλούσιο και πολύτιμο κόσμο του θεάτρου - και, επίσης, στην προκειμένη περίπτωση, στα ήθη και στους τρόπους μιας κοινωνίας, όπως αποτυπώνονται από την Κρητική Μεσαιωνική Γραμματεία.
Ένα ακόμη ατού της παράστασης του "Φορτουνάτου" στο Θέατρο "ΜΠΡΟΝΤΓΟΥΑΙΗ" είναι τα τρία εμβόλιμα χορευτικά, που την εμπλουτίζουν με  παραδοσιακό Κρητικό χρώμα και ξεσηκώνουν παιδιά και μεγαλύτερους με την παραδοσιακούς ήχους και τις χορευτικές φιγούρες του πεντοζάλη. Κρίσιμη εδώ η παρουσία του πρωτοχορευτή Κωνσταντίνου Κυριαζόπουλου με τα αλλεπάλληλα άλματα, στα οποία επιδίδεται, ενθουσιάζοντας δικαίως το κοινό.




Με λίγα λόγια, η παραγωγή του "Φορτουνάτου", με τον εξαιρετικό θίασο, τα πειστικά σκηνικά, την φροντισμένη μουσική και τα άξια χορευτικά, αξίζει φέτος την προσοχή όχι μόνο των παιδιών, αλλά και των γονιών τους. Και δείχνει ότι το παιδικό θέατρο αντιμετωπίζεται πια με την σοβαρότητα, που αξίζουν τα παιδιά! Ας το κρατήσουμε αυτό ως το δεύτερο αισιόδοξο μήνυμα της παράστασης, μετά το πρώτο, που δεν είναι άλλο παρά το ότι η αληθινή αγάπη πάντα νικάει στο τέλος!

[Περισσότερες φωτογραφίες εδώ]           


 
GreekBloggers.com