Δευτέρα, 4 Μαρτίου 2019

Ένα μονάχα



Τα βρήκαμε
Όλα τα ερωτήματα
Και τα απαντήσαμε
Για το ποτέ
Μας έμεινε
Μονάχα ένα
"Θεέ μου, γιατί;"

Πέμπτη, 28 Φεβρουαρίου 2019

Η ΔΙΑΘΗΚΗ ΤΗΣ ΜΑΡΙΑΣ στο "Από Μηχανής Θέατρο


Η Άνω Σκηνή του "Από Μηχανής Θεάτρου" (Ακαδήμου 13, στο Μεταξουργείο) είναι ιδιαίτερα μεγάλη, τόσο σε μήκος όσο και σε βάθος. Και γι' αυτό επιβλητική. Και γι' αυτό υποβλητική. Που γίνεται ακόμα υποβλητικότερη, καθώς τον θεατή, που μπαίνει για να παρακολουθήσει την παράσταση "Η Διαθήκη της Μαρίας", υποδέχεται μια καθιστή, σιωπηλή, γυναίκα, της οποίας ουσιαστικά φωτίζεται μόνο το πρόσωπο. Η καρέκλα είναι κι αυτή ασυνήθιστα μεγάλη, όπως και η αίθουσα. Και η γυναίκα μόνη, σχεδόν πολύ μικρή, αναλογικά.
Αυτή, όμως, είναι η Μαρία. Η μητέρα του Ιησού, η Παναγία των Χριστιανών, όπου γης, που στο πολύκροτο πεζογράφημα του Κολμ Τόιμπιν δεν είναι τίποτε απ' αυτά.



Η Μαρία του Τόιμπιν είναι... μονάχα η Μαρία. Μια απλή γυναίκα, μια ακόμα μάνα, που βίωσε τον απόλυτο πόνο του θανάτου του παιδιού της και ακόμα προσπαθεί να βρει το νόημα και το γιατί της απώλειας αυτής, το αν έπρεπε και το αν άξιζε. Η Μαρία είναι τόσο μικρή και αδύναμη μπροστά σε μια κατάσταση, που την ξεπερνά. Κι ανάμεσα σε ανθρώπους που βρήκαν στο πρόσωπο του γιου της, στις ιδέες του και στην θυσία του, την ευκαιρία να στήσουν μια νέα θρησκεία, ένα ολόκληρο σύστημα, έναν φρέσκο μηχανισμό.
Αυτή είναι η Μαρία του Τόιμπιν, που ζει φορτωμένη μνήμες, πόνο και πίκρα, εξόριστη στην Έφεσο, σαν για να μη δυσκολέψει το εγχείρημα, να μη θολώσει την εξιδανίκευση του γιου της, να μην τον επαναφέρει στις ανθρώπινες διαστάσεις - τις δικές του και τις δικές της...

Το κείμενο του Τόιμπιν είναι προσανατολισμένο σ' αυτήν ακριβώς την ανθρώπινη διάσταση της Μαρίας και του γιου της, του δράματος της θυσίας του, που χαρακτηρίσθηκε στην συνέχεια Θείο Δράμα. Μια ανθρώπινη θυσία πολύ πέρα από τα εγνωσμένα ανθρώπινα όρια αντοχής, μια ιστορία με πανανθρώπινες προεκτάσεις και συνέπειες, που, ωστόσο, διόλου δεν αφορούν μια μάνα, που έχασε το παιδί της, διόλου δεν την παρηγορούν. Καθώς βουλιάζει στα χρόνια, στις αναμνήσεις και στην απερίγραπτη οδύνη, αδυνατεί ή αρνείται να  συμμερισθεί και να κατανοήσει όσα έγιναν κι όσα γίνονται γύρω της, όσα χτίζονται πάνω στο όνομα του παιδιού της.

Η Ασπασία Κράλλη στον επώνυμο ρόλο του θεατρικού μονόλογου, που προήλθε από την διασκευή της νουβέλας του Τόιμπιν, είναι, με μια λέξη, συγκλονιστική! Σε ένα πρώτο επίπεδο, ο λόγος της χαρακτηρίζεται από εξαιρετική άρθρωση, σταθερότητα φωνής και αξιοπρέπεια, που υποστηρίζεται αποτελεσματικά και από την γλώσσα του σώματος. Η Μαρία της μπορεί να είναι - και είναι - γερασμένη και πονεμένη, αλλά στέκεται στον κόσμο και απέναντι σε όσους αξιοποιούν καταλλήλως την τραγωδία του γιου της με απόλυτη αξιοπρέπεια. "Πηγαίνει στην πεποίθησή της", χωρίς κραυγές απόγνωσης, φωνασκίες και μελοδραματισμούς. Μοιράζεται από σκηνής τις αβάσταχτες μνήμες της, μία προς μία, με λεπτομέρεια και διαύγεια τόση, ώστε ο θεατής να οδηγηθεί συνειδητά στο δεύτερο επίπεδο, στο υπόβαθρο των συναισθημάτων της και του άφατου πόνου της απώλειας. Εκείνη, ο άνθρωπος Μαρία, που δεν άντεξε να παραστεί ώς το τέλος στο μαρτύριο, που συχνά φοβήθηκε, που πάσχισε να αλλάξει έγκαιρα τα μυαλά του γιου της και να τον σώσει από το μαρτύριο, σταλάζει μία μία τις μνήμες της μπροστά μας ώς να κοκκινήσει ολότελα το σύμπαν της, που, στο τέλος πια του έργου, έχει γίνει και δικό μας σύμπαν. Άξιζε τόση αδικία, άξιζε να χυθεί τόσο αίμα ζεστό; Υπάρχει σκοπός, ιδέα, αξία, που να δικαιώνει τον θάνατο οποιουδήποτε, που να καταξιώνει τον αμετάκλητο χαμό έστω και μιας ανθρώπινης ζωής;
Οι φωτισμοί του Γιώργου Αγιαννίτη και η μουσική επιμέλεια της παράστασης από τον Ξενοφώντα Νικολάου παίζουν τον δικό τους καθοριστικό ρόλο από την αρχή ώς το τέλος. Η μουσική υπόκρουση δημιουργεί την ατμόσφαιρα, που χρειάζεται κάθε θεατρική εικόνα. Οι φωτισμοί, άλλοτε γλυκύτεροι κι άλλοτε σκληροί, ανελέητοι, κι άλλοτε πάλι παίζοντας με τις σκιές, αναδεικνύουν τις διαδοχικές εκφράσεις του προσώπου και του σώματος.
Οι επιλογές σκηνικών και κοστουμιών της Αγγελικής Αθανασιάδου και της Λήδας Σπερελάκη δείχνουν μελέτη της εποχής, έμπνευση, καλαισθησία και φαντασία.



Τα έπιπλα και τα σκεύη του σπιτικού της Μαρίας είναι αυτά, που νοιώθεις ότι θα μπορούσε πραγματικά να έχει, ενώ, παράλληλα, εξυπηρετούν καταφανώς τόσο την ροή της πλοκής όσο και τα διόλου λίγα σκηνοθετικά ευρήματα του Δημήτρη Μυλωνά. Ο σκηνοθέτης της παράστασης αντιμετώπισε ασφαλώς με πολλή στοργή και εκτίμηση το κείμενο. Αλλά και με πολύ καρποφόρο προβληματισμό. Η σκηνοθεσία του Μυλωνά πηγαίνει πέρα από την επιμελή και στοχευμένη καθοδήγηση της πρωταγωνίστριας, Ασπασίας  Κράλλη. Προσδίδει με τους τρόπους και τα ευρήματά της θεατρικότητα στον μονόλογο και διατηρεί αμείωτη την εγρήγορση του θεατή, δημιουργώντας όχι απλώς αίσθηση δράσης, αλλά πραγματική δράση, που κορυφώνεται με την εισαγωγή του Χορού στο "Δεύτερο Μέρος" της παράστασης. Tα μέλη του Χορού, Γιώργος Ημέρης, Αντώνης Καραστεργίου, Γιάννης Ντάσιος, Νάνσυ Ρηγοπούλου και Χριστίνα Σκλαβάκη, εισέρχονται και κινούνται δυναμικά στην σκηνή. Σιωπηλοί και μασκοφόροι, αξιοποιούν αναγκαστικά το μόνο άλλο μέσο έκφρασης, που διαθέτουν, το σώμα τους, που αποδεικνύεται εδώ πλαστικό και εύγλωττο.



Η Μαρία του Τόιμπιν, η Μαρία του Μυλωνά, η Μαρία της Κράλλη, αφήνει τελικά μιαν αιώνια παρακαταθήκη σε μια γλώσσα ανεπιτήδευτη, βαθιά ανθρώπινη, μοναδικά και ουσιαστικά μητρική. Είναι η γλώσσα της Μαρίας, πριν γίνει Παναγία, της Μαρίας, που ούτε τόθελε να γίνει Παναγία ούτε νοιώθει άνετα στα ρούχα, που της ράψανε Ευαγγελιστές, Απόστολοι και Μαθητές. Η Μαρία το παιδί της μονάχα ήθελε, τον γιο της ζωντανό κοντά της. Άλλη αξία για μια μάνα αυτός ο κόσμος δεν έχει. Ούτε είχε ούτε θάχει ποτέ! 

            

       
      
       
 
GreekBloggers.com