Πέμπτη, 7 Δεκεμβρίου 2017

"Η τρισεγγονή της Αραπίνας" του Γιώργου Κυριακόπουλου και η αναπάντεχη γοητεία μιας εποχής





Επέστρεφε συχνά και παίρνε με,
αγαπημένη αίσθησις, 
επέστρεφε και παίρνε με...

Δεν επιστρέφει, όμως! Η αίσθηση αυτής της μίας, της καθοριστικής, εποχής, των χρόνων των παιδικών και των νεανικών σου, δεν επιστρέφει. Όχι συχνά, τουλάχιστον, κι όχι αυτούσια. Και δεν γυρίζει ούτε ο χρόνος πίσω. 
Και στο μεταξύ η μνήμη ξεθωριάζει,  όλο και πιο πολύ ξεθωριάζει. 
Σε πιάνει μια μελαγχολία πότε πότε, μια νοσταλγία δίχως ξεκάθαρο αντικείμενο. Τι νοσταλγείς; Το παρελθόν, όπως το εξωραΐζουμε όλοι όσο περνά ο καιρός; Την ξενοιασιά της εποχής και της ηλικίας εκείνης; Τους ανθρώπους και τους τρόπους; Όλα μαζί και τίποτε συγκεκριμένο; 
Ώσπου έρχεται κάτι και ξαναζωντανεύουν όλα. 
Μια φωτογραφία, μια ταινία κάποτε. 
Μια συνάντηση. 
Ή ένα βιβλίο.
Ένα βιβλίο σαν και τούτο με τον κάπως παράξενο τίτλο "Η τρισεγγονή της αραπίνας", λέει, και άλλες ιστορίες, λέει. Του Γιώργου Κυριακόπουλου - που κάπως τον ξέρεις, κάπως ξέρεις την γραφή του, την λαλιά του. Αλλά εδώ μιλάει σαν κι εσένα ο άνθρωπος, και σου μιλάει για πράγματα, που ξέρεις, πράγματα οικεία, που τάχεις ζήσει όμοια ακριβώς ή παρόμοια.
Είναι 21 οι ιστορίες του Γιώργου Κυριακόπουλου, ιστορίες μικρές, σύντομες, ψήγματα ζωής προσωπικής, οικογενειακής, κοινωνικής στην μεταπολεμική Ελλάδα. Πάνω στον γενικό καμβά είναι ευδιάκριτες πολλές αυτοβιογραφικές πινελιές του συγγραφέα. Που,όμως, είναι σαν και δικές σου. Γιατί μιαν ηλικία έχετε ή σχεδόν. Και γιατί, τελικά, όλοι λίγο πολύ, όλα τα παιδιά, τα ίδια βιώναμε και τα ίδια κάναμε - κι ας μην το συνειδητοποιούσαμε.
Οι πρώτες δεκαετίες, μετά τον ζόφο της Κατοχής και του Εμφύλιου, τα χρόνια του '50, του '60, του ΄70, ήταν χρόνια όπου η χώρα και η κοινωνία γλείφανε τις πληγές τους, πασχίζανε να ξαναστηθούν στα πόδια τους, να νοικοκυρευτούν ξανά. Κυρίως, να νοικοκυρευτούν. Να βάλουνε σειρά και τάξη. 
Τα μεσαία αστικά στρώματα, που έμεναν στην Κυψέλη, στα Πατήσια, στην Νεάπολη, στα Εξάρχεια, είχαν σταθερές προτεραιότητες  και κώδικες. Φιλτράρανε τις κοινωνικοπολιτικές τους θέσεις, φιλτράρανε τι θα φτάσει στα αυτιά των παιδιών και πώς θα διατυπωθεί. Δεν ήταν ζήτημα δημόσιας εικόνας ούτε και υποκρισία. Ήταν στάση ζωής συνειδητή και τρόπος επιβίωσης σε χρόνια δύσκολα. Τα εν οίκω δεν έβγαιναν εν δήμω και τα του δήμου δεν ήταν πάντα κατάλληλα για τον οίκο. Τα άσχημα και τα κατακριτέα, η ενδοοικογενειακή βία, οι σεξουαλικές ιδιαιτερότητες, οι "αποκλίνουσες" πολιτικές ιδέες, αποσιωπούνταν ή μόνο ψιθυρίζονταν.     
Μία προς μία, οι 21 ιστορίες του αφηγητή Γιώργου Κυριακόπουλου αντικατοπτρίζουν λίγο-πολύ αυτόν τον κόσμο, όπως τον παρατηρεί ή τον βιώνει ένα παιδί ή ένας νεαρός. Δεν συμβαίνει κάτι συνταρακτικό στις ιστορίες του. Σε πολλές περιπτώσεις, μπορεί να μη συμβαίνει κι απολύτως τίποτε! 
Η αξία των ιστοριών του Γιώργου Κυριακόπουλου δεν κρύβεται σε εκπλήξεις και ανατροπές της πλοκής, δεν κρύβεται σε φινάλε αναπάντεχα ή χαρακτήρες πρωτοφανείς. Η αξία τους βρίσκεται στην ακριβή αποτύπωση του μικρόκοσμου του αφηγητή, στις λεπτομέρειες και στις υποσημειώσεις της καθημερινότητας, που παριστάνεται με τόση ενάργεια, ώστε να καταλήγει σπαρακτική για όσους αφορμή γυρεύουν να ξαναγυρίσουν στην αίσθηση των χρόνων εκείνων της αθωότητας. Λέξεις, φράσεις, εικόνες και καταστάσεις του βιβλίου γίνονται οι ξεχασμένοι ή παραμελημένοι κρίκοι μιας αλυσίδας,που αποκαθίσταται και ενώνει όσους σήμερα διανύουν την 5η, την 6η, την 7η δεκαετία της ζωής τους. 
Οι θείες με τα παλιοκαιρίσια ονόματα, οι εκπομπές της ασπρόμαυρης τηλεόρασης, ένα μπάνιο στην Λούτσα, πριν γίνει Αρτέμιδα, οι "τραυματικές" εμπειρίες της κατασκήνωσης, η αυτοσχέδια παραβίαση των παιδικών κουμπαράδων, η ίδια η πόλη, όπου μεγαλώσαμε, με τα παλιά της τοπωνύμια, όταν οι  Κουκουβάουνες δεν είχαν ακόμη βαφτιστεί Μεταμόρφωση... - είναι όλα εκεί, με μαύρο χτυπητό πάνω στο λευκό του χαρτιού. 
Πράγματα, που νόμιζες ξεχασμένα, κι άλλα, που νόμιζες πως μόνον εσύ είχες ζήσει, μόνον εσύ  είχες κάνει, αναπηδούν ξαφνικά μπροστά σου, ζωντανεύουν. Γίνονται η αίσθηση, είναι εξ αρχής η αίσθηση, που γύρευες να επιστρέψει και να σε πάρει. Όχι αναγκαστικά για να σε πάει πίσω στα ανεπίστρεπτα, αλλά για να σε φέρει σήμερα κοντά σε εκείνους, που δεν έτυχε να συναντήσεις τότε κι ας ζούσατε όμοια κι απαράλλαχτα σε παράλληλους δρόμους και κοντινές γειτονιές. 
Αυτό είναι το το πρώτο μυστικό της έλξης των ιστοριών. Το δεύτερο είναι οι χαρακτήρες, οι πρωταγωνιστές. Μολονότι οι ιστορίες είναι εξαιρετικά σύντομες, οι χαρακτήρες χτίζονται αποτελεσματικά με εκφραστική δεξιοτεχνία και γλωσσική οικονομία τέτοια, ώστε να προκύπτουν ανάγλυφοι, ζωντανοί, καθημερινοί.    
Αν θάπρεπε οπωσδήποτε να βρω μιαν αναλογία, για την "Τρισεγγονή της αραπίνας" του Γιώργου Κυριακόπουλου θάλεγα πως είναι, ας πούμε, μια φροντισμένη Αθηναϊκή μονοκατοικία, όχι πολύ παλιά, αλλά με αρκετές δεκαετίες στην πλάτη της. Όχι μεγάλη ούτε φανταχτερή. Μια σιδερένια πόρτα, μια μικρή αυλή, 4-5 σκαλοπάτια, μωσαϊκό στο κατώφλι, κυρίως πόρτα τζαμένια. Μια μονοκατοικία, στέρεα ακόμη, απ' αυτές, που ξεπροβάλλουν μπροστά σου, εκεί που περπατάς ανύποπτος σε μια γειτονιά της Αθήνας πνιγμένη στις απρόσωπες πολυκατοικίες της αντιπαροχής. Τάχει τα χρόνια της, αλλά στέκει ακόμη. Αντέχει. Γιατί αντέχουν κι οι άνθρωποι που την κατοικούν, γιατί αντέχεις εσύ, αντέχει ο Κυριακόπουλος, αντέχουμε όλοι μαζί εμείς. Αντέχουν τα υλικά της, η αγωγή μας, δηλαδή, που θέτει όρια, που βάζει κανόνες στο πώς ενεργούμε, πώς σκεττόμαστε, πώς εκφραζόμαστε.    
Βιβλία σαν την "Τρισεγγονή"  αυτό να μας μαθαίνουν , αν δεν το ξέρουμε, αυτό μας θυμίζουν, αν το ξεχνάμε. Μας εξηγούν γιατί είμαστε αυτό που είμαστε και πώς φτάσαμε εδώ. Διαβάστε το...     

Σημείωση: Το βιβλίο "Η τρισεγγονή της αραπίνας και άλλες ιστορίες" του Γιώργου Κυριακόπουλου εκδόθηκε τον Οκτώβριο του 2017 από τις Εκδόσεις της Εστίας (Ευριπίδου 84, Αθήνα), στην Σειρά Σύγχρονης Ελληνικής Πεζογραφίας με αριθμό 230. Η επίσημη παρουσίαση του βιβλίου είναι προγραμματισμένη στις 6 το απόγευμα της Τρίτης 12 Δεκεμβρίου 2017, στο POLIS ART CAFE.   


  

Πέμπτη, 30 Νοεμβρίου 2017

ΔΕΙΠΝΟ ΒΑΣΙΛΙΣΣΩΝ - του Βαλεντίνου Τσίλογλου στο Life 'n Art Theater

Ο  ΒαλεντίνοςΤσίλογλου αποτελεί μιαν ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα περίπτωση της Ελληνικής θεατρικής πραγματικότητας και των νέων ανθρώπων, που κινούνται σε αυτήν. Παραγωγικός , αεικίνητος και πολυπράγμων, γράφει, σκηνοθετεί και παίζει με ξεχωριστή άνεση και εντυπωσιακά κάθε φορά αποτελέσματα. Στα τέλη του 2016, ζωντάνευε ιδιότυπα τον Αρλεκέν,  στην «Ψευτο-υπηρέτρια» του Mariveaux, που, κλασική ούσα, εμπλουτίσθηκε με σύγχρονες και επίκαιρες πινελιές, υπό την σκηνοθετική καθοδήγηση του Ζαχαρία Ρόχα. Στις αρχές της φετινής χρονιάς σκηνοθέτησε με ευφυείς ρυθμούς την τραγωδία της διπλανής πόρτας του Γιώργου Αγγελίδη «Δικός σου», εξισορροπώντας τις κωμικές και δραματικές αποχρώσεις, που συναπαρτίζουν την καθημερινότητα ενός ζευγαριού νέων gay συνανθρώπων μας. Θα μπορούσα ακόμη να προσθέσω ότι, παρά το νεαρό της ηλικίας του, ο Τσίλογλου είναι και κάπως σαν βετεράνος των Queer Theater Awards, καθώς έλαβε το μερίδιό του από αυτά τόσο το 2016, όσο και το 2017 -  διόλου τυχαία! Ωστόσο, θεωρώ ότι το θέατρο του ως έμπνευση και ως αποτέλεσμα πηγαίνει και λίγο παραπέρα από αυτήν την  κατηγοριοποίηση και μας αφορά όλους! Όσους τουλάχιστον θέλουν να βλέπουν την μεγαλύτερη εικόνα και τις προεκτάσεις των χαρακτήρων και των καταστάσεων. Έτσι κι αλλιώς, πάντως, τις μέρες αυτές, που εκπνέει το 2017, ο Τσίλογλου μας παρουσιάζει το «Δείπνο Βασιλισσών», σε δικό του κείμενο και δική του σκηνοθεσία.






Έργο δωματίου το «Δείπνο Βασιλισσών», έργο συνόλου για έξι πρόσωπα, που μπαινοβγαίνουν στον ίδιο χώρο και φέρουν σχεδόν ισομερώς το βάρος  της μαύρης και καυστικής αυτής κωμωδίας. Το λέω αυτό γιατί νομίζω πως αυτό είναι και το κυριότερο χαρακτηριστικό της: οι ζωντανοί χαρακτήρες των συμπρωταγωνιστών - τριών γυναικών και τριών ανδρών. Το δεύτερο ανάγλυφο στοιχείο της είναι οι καταιγιστικοί ρυθμοί, με τους οποίους κινεί ο σκηνοθέτης Τσίλογλου τα πρόσωπα, που συνέλαβε ο συγγραφέας Τσίλογλου. Ρυθμοί, που από την κίνηση των προσώπων στον χώρο περνούν με τρόπο φυσικό στις ευθύβολες, συχνά δηλητηριώδεις ατάκες, που εκτοξεύονται σαν από πολυβόλο και προκαλούν το γέλιο των θεατών, αλλά, ταυτόχρονα προωθούν την πλοκή και, το κυριότερο, αποκαλύπτουν όλο και περισσότερο τον χαρακτήρα των ηρώων και των ηρωίδων.
Τρεις σύγχρονες γυναίκες, σύγχρονοι τύποι γυναικών, τρεις στενές φίλες, πληθωρικοί χαρακτήρες στα όρια του γκροτέσκου, συμβιώνουν στην πλοκή του έργου. Συνυπάρχουν στο βασιλικό σαλόνι, συγκρούονται μεταξύ τους και εκρήγνυνται με αφορμή ή χωρίς.
Η "δεν μπορώ να το χωνέψω" Κλεοπάτρα, απατημένη και χωρισμένη, δεν διαθέτει την θρυλική μύτη της Αιγύπτιας συνονόματής της, αλλά διαθέτει το είδος εκείνο του ντεκολτέ, όπου βουλιάζουν και πνίγονται παλικάρια. Η "ζω ένα βουβό δράμα" Αμαλία, κρίνει και επικρίνει αφ' υψηλού τους πάντες και τα πάντα, μέχρι να σπάσει υπό το βάρος του μυστικού της, σε απόσταση αναπνοής από τους θεατές. Τέλος, η "δεν κρατιέμαι με τίποτε" Ελισάβετ, αμφιλεγόμενη στυλίστρια διεθνούς βεληνεκούς, ανακατωσούρα εκ φύσεως ή από συνειδητή επιλογή. 
Τρεις γυναίκες, μόνες, στην ηλικία των 40+, διαφορετικές μεταξύ τους, σχηματίζουν ένα ιδιόρρυθμο τρίγωνο, στην περίμετρο του οποίου κινείται ο "ακόμα ψάχνομαι, δεν ξέρω τι θέλω και πού πάω" Ζαν, αμφιταλαντευόμενος μεταξύ κομμωτικής και ηθοποιίας. Έχει άποψη για όλα, έχει άποψη για όλους - εκτός, ίσως, από τον εαυτό του. Η διαρκής κινητικότητά του, όμως, παγώνει χαρακτηριστικά και μοιραία, όταν κάνει την εμφάνισή του το σκοτεινό αντικείμενο του πόθου, ο "είμαι το μήλο της έριδος, ποιός θα με κόψει;" Κάρολος, ο μυστηριώδης νέος, που καταφέρνει να είναι ταυτόχρονα ντροπαλός jeune premier και απατεωνίσκος. Εισβάλλει αναπάντεχα στο τρίγωνο των γυναικών - που για την περίπτωση γίνεται τετράγωνο, με τον Ζαν - και η εμφάνισή του είναι καταλυτική σε πολλά επίπεδα, απελευθερωτική. Μετά το πρώτο σοκ, χαλαρώνει σώματα και στόματα, ενσαρκώνει έναν καλοκρυμμένο περιφερόμενο κίνδυνο, τον οποίο έγκαιρα οσμίζεται ο τρίτος άντρας του έργου, το "έχω το φάρμακο για όλα τα κακά" Μέντιουμ - αλλά ποιός να τον ακούσει αυτόν τον έρμο μέσα στα τόσα φασαριόζικα και θυελλώδη απωθημένα, που αστραποβροντάνε επί σκηνής;  

Δεν ξέρω αν είναι πιο εύκολο ή πιο δύσκολο να σκηνοθετήσεις ένα έργο που έχεις γράψει ο ίδιος, αλλά το βέβαιο είναι πως στο "Δείπνο Βασιλισσών" η σκηνοθεσία του Τσίλογλου έχει υπηρετήσει κατά τον καλύτερο τρόπο το κείμενό του. 
Ο ίδιος ενσαρκώνει δεξιοτεχνικά τον Ζαν, που πασχίζει, συνειδητά ή μη, να κρύψει, να πνίξει, τις ανασφάλειες και την έλλειψη σαφούς κατεύθυνσης της ζωής του σε μια διαρκή κινητικότητα, σε λόγο χειμαρρώδη. Αλλά και οι υπόλοιποι ηθοποιοί έχουν καθοδηγηθεί επιμελώς και, τελικά, δείχνουν τόσο ταυτισμένοι με τους χαρακτήρες, που υποδύονται, ώστε δύσκολα φαντάζεται κανείς άλλους στην θέση τους. 





Η Κλεοπάτρα της Χριστιάννας Ανανιάδου είναι πληθωρική, δεόντως αυτοκρατορική, με μια φωνητική γκάμα από την γλύκα ώς την στριγγλιά. Οι εκφράσεις του προσώπου της αντίστοιχα περνάνε από το στυλ του ναζιάρικου μωρού στο στυλ της στρίγγλας πρώην συζύγου, ενώ με την όλη κινησιολογία της πληρεί και ελέγχει απολύτως τον κυριολεκτικό και μεταφορικό χώρο, που της έχει επιφυλάξει το κείμενο και η σκηνοθεσία.




Η Λούλα Τριανταφύλλου ως Αμαλία αποκαλύπτει εδώ και ξεδιπλώνει το ιδιαίτερο ταλέντο της να περνάει με ευκολία από τους κωμικούς τόνους σε έντονα δραματικούς, μέσα στο ίδιο έργο, μέσα σε ελάχιστα λεπτά - και να μεταδίδει κάθε φορά την ιδιοσυγκρασία και την συναισθηματική της κατάσταση στον θεατή. Ο έλεγχος, τον οποίο ασκεί στα εκφραστικά της μέσα, και ο τρόπος με τον οποίο τα εμπλουτίζει από έργο σε έργο, από χρονιά σε χρονιά, δεν μπορεί και δεν επιτρέπεται να περάσει ούτε απαρατήρητος ούτε ασχολίαστος. 



Η Νατάσα Παπαδάκη, ευλύγιστη, αίλουρη, πλαστική στις κινήσεις της, αναδεικνύει μιαν Ελισάβετ, με βασιλικό αέρα, με τσαχπινιά κοσμογυρισμένης, με γλώσσα, που κόβει και ράβει, με υπερχειλίζουσα επί σκηνής σεξουαλικότητα, που παραπέμπει στην θρυλούμενη μεγάλη σεξουαλικότητα της Αγγλίδας συνονόματής της και αφήνει σύξυλους τους θεατές να αγωνιούν ώς πού θα φτάσει η εκφραστικότητα του βλέμματος, του κορμιού κι εκείνης της φλογερής, αεικίνητης, γλωσσίτσας της.  



Ο Λεωνίδας Παντελόπουλος στον ρόλο του Μέντιουμ αποδεικνύεται εξαιρετική επιλογή. Με σχεδόν ταχυδακτυλουργικές κινήσεις εμφανίζει ξόρκια, μαγικά και και φάρμακα για κάθε κακό ή πρόβλημα, που υπάρχει, που φαντάζεται, που οσμίζεται. Αποπνέει τον αέρα Ανατολής, που χρειαζόταν ο ρόλος, μοιάζει να βγήκε από σελίδες σαν της Μάρας Μεϊμαρίδη, να θήτευσε στην "Κατίνα" και στις "Μάγισσες της Σμύρνης".     



Ο Κάρολος του Αντώνη Τσουρουνάκη, κρύβει αποτελεσματικά μέσα σε μια διστακτική γλώσσα σώματος και σε  έναν συγκρατημένο, συνεσταλμένο, λόγο το μυστήριο, που προσιδιάζει στην  απροσδόκητη εισβολή του στην ζωή των υπολοίπων, στην αναστάτωση, που προκαλεί, στο σκάνδαλο, που ελλοχεύει. Βγαίνοντας την κρίσιμη στιγμή από τα ρούχα του, ωθεί την δράση προς την αποκάλυψη ανομολόγητων μυστικών και προς την απογύμνωση τόσο του δικού του χαρακτήρα, όσο και των υπολοίπων. 





Στην κορύφωση του δείπνου, ο Κάρολος, είτε με ρούχα είτε χωρίς, δείχνει να μένει ίδιος, αυτάρεσκος, αμετανόητος ή απλώς ανίδεος για τα περίπλοκα της ζωής. Αντίθετα, οι άλλοι χαρακτήρες, δίχως φτιασίδια και μυστικά πια, μένουν με τα ειλικρινή συναισθήματά τους, τα χρόνια και τα βιώματα, που τους δένουν. Οι σουρεαλιστικά πλασμένοι χαρακτήρες του Τσίλογλου αναμετρώνται πλέον με την πραγματικότητα, προσγειώνονται, παίρνουν τις σωστές διαστάσεις και αποχωρούν από την σκηνή και την δράση παρέα, συντροφιά, ως σύνολο. Κι ο Κάρολος αποσύρεται κι αυτός - αλλά μόνος...  








Σε τελική ανάλυση, το "Δείπνο Βασιλισσών" είναι μια καλογραμμένη κωμωδία χαρακτήρων και μια καλοστημένη παράσταση, όπου η υποκριτική δεινότητα απογειώνεται χάρις στα ιδιοφυή κοστούμια  του Μάριου Καραβασίλη, που είναι κυριολεκτικά αδύνατον να περάσουν απαρατήρητα. Με τον τρόπο τους, πρωταγωνιστούν κι αυτά, τονίζουν και χρωματίζουν τους σουρεαλιστικούς χαρακτήρες του έργου και υποστηρίζουν την γκροτέσκα σκηνοθετική προσέγγιση του σύμπαντος, στο οποίο κινούνται και δρουν. Συνολικά και συμπερασματικά το "Δείπνο Βασιλισσών" αποτελεί μιαν ολοκληρωμένη ψυχαγωγική πρόταση, που προσφέρει την απόλαυση, που υπόσχεται, δικαιώνει τους συντελεστές και αξίζει σίγουρα την προσοχή μας.



Πληροφορίες για την παράσταση:
Κείμενο – Σκηνοθεσία – Δραματουργική επεξεργασία: Βαλεντίνος Τσίλογλου
Ενδυματολογία – Κατασκευή κοστουμιών: Μάριος Καραβασίλης
Μουσική επιμέλεια: Νικόλας Γεωργανής
Σκηνικά: Βαλεντίνος Τσίλογλου
Eπιμέλεια Κίνησης: Λυδία Ορφανουδάκη
Βοηθός Σκηνοθέτης: Όλγα Λουπάκη
Φωτογραφία: Κώστας Γεωργόπουλος
Promo Video: Κωστής Λέπουρης
Σχεδιασμός αφίσας: Μάρω Κάκαρη
Επιμέλεια μακιγιάζ: Βίνα Ευστρατιάδου
Εκτέλεση μακιγιάζ: Απόφοιτοι των ΙΕΚ ΑΚΜΗ
Επιμέλεια μαλλιών: Ταξιάρχης Κόλλιας

Παίζουν με αλφαβητική σειρά:

Xριστιάννα Ανανιάδου
Λεωνίδας Παντελόπουλος
Νατάσα Παπαδάκη
Λούλα Τριανταφύλλου
Βαλεντίνος Τσίλογλου
Αντώνης Τσουρουνάκης
Χώρος: L.A (Life n’ Art) THEATER
Λ. Κωνσταντινουπόλεως 82, Κεραμεικός (Μετρό Κεραμεικός)
Πρεμιέρα: Πέμπτη 9 Νοεμβρίου 2017
Ημέρες και ώρες παραστάσεων: Τετάρτη & Πέμπτη στις 21:15
Διάρκεια: 85’
Τιμές Εισιτηρίων: 12 ευρώ, 8 ευρώ (μειωμένο για φοιτητές και ανέργους), 5 ευρώ (ατέλειες)
Ισχύουν ειδικές τιμές εισιτηρίων για συλλόγους και γκρουπ στο τηλ. 697426 2708
Κρατήσεις: 210 578 9337 , 697 426 2708
Email: dinner.project@hotmail.com




   


               
 
GreekBloggers.com