Τρίτη, 25 Οκτωβρίου 2016

Στον Λάκκο, στο Ηράκλειο - μια περιδιάβαση στην ιστορία, στην αμαρτία και στην λαϊκή μουσική



"Είμαι του Λάκκου χασικλής,
ντερβίσης κι αλανιάρης,
μεσ' στα μπουρδέλα τριγυρνώ,
με γιαβουκλούδες ξενυχτώ,
τα φράγκα όλα τα σκορπώ
και τη μαστούρα τραγουδώ..."



Ο Λάκκος αποτελεί πιθανότατα την πλέον ενδιαφέρουσα γειτονιά του Ηρακλείου των νεώτερων χρόνων. Γειτονιά ενδιαφέρουσα από πολιτιστική, ιστορική, αλλά και αισθητική άποψη.

Ομολογώ ότι δεν είχα ακούσει ποτέ τίποτε ούτε για την ύπαρξή του ούτε για την φήμη του. Μέχρι πρόσφατα, αυτό, μέχρι ένα βράδυ του φετινού Αυγούστου, οπότε και μια κυρία σε φιλικό σπίτι, διαβλέποντας την διαρκή περιηγητική μου διάθεση, μου συνέστησε σχεδόν συνωμοτικά να κάνω μια βόλτα στην περιοχή της πόλης, που εκτεινόταν απέναντι από την Πύλη Βηθλεέμ και προς το κέντρο. Δεν μου έδωσε άλλες πληροφορίες ούτε στοιχεία. Μου είπε απλώς ότι άξιζε τον κόπο μια βόλτα.
Έπρεπε, όμως, να φτάσει η τελευταία μέρα του Καλοκαιριού και των διακοπών μου στην Κρήτη, για να θυμηθώ την σύστασή της και να επιχειρήσω μια περιπλάνηση στα σοκάκια του Λάκκου - και ίσως πιο πολύ στα σοκάκια της ιστορίας...

Ο Λάκκος ήταν ουσιαστικά πάντα - κι ακόμα είναι - μια φτωχογειτονιά, που στιςς αρχές του 20ου αι. του έμελλε να γίνει η "κακόφημη" περιοχή  του Ηρακλείου, η  γειτονιά της μαγκιάς, των πορνείων, των ρεμπέτικων αυτοσχεδιασμών, της ομαδικής χασισοποσίας, των ξέφρενων γλεντιών. Αποτέλεσε, όμως, ταυτόχρονα κι έναν πυρήνα πολιτισμικής δημιουργίας και ψυχαγωγίας, που ασφαλώς σκανδάλιζε την ευυπόληπτη κοινωνία της εποχής εκείνης. Αυτός ο  Λάκκος των πρώτων τεσσάρων δεκαετιών του 20ου αι., όσο κι αν ίσως αποσιωπάται, άφησε ισχυρό αποτύπωμα στην ιστορία της λαϊκής μουσικής, καθώς και στην ιστορία της πόλης και της κοινωνίας του Ηρακλείου!

Όχι μόνον ξένοι, αλλά και πολλοί ντόπιοι, περνώντας από τα στενά με τα χαμόσπιτα της περιοχής, που την γνωρίζουν ως Υγειονομικό και που βρίσκεται πίσω από το Πανάνειο και το νεόκτιστο Πολιτιστικό Κέντρο του Δήμου Ηρακλείου, αγνοούν την ιστορία της γειτονιάς. Αγνοούν ακόμα και το όνομά της. Ο Λάκκος, όμως, που άκμασε ιδιαίτερα μέχρι το 1940 και την την Γερμανική Κατοχή, σίγουρα δεν ήταν διόλου αμελητέα υπόθεση τότε.

Ο Λάκκος ήταν μια μικρή απόκεντρη συνοικία στις νοτιοδυτικές παρυφές του Ηρακλείου, κοντά στο τμήμα των Ενετικών τειχών, όπου βρίσκεται η Πύλη Βηθλεέμ (Καρναλίκ Καπί - Σκοτεινή Πύλη) και το φρούριο Baluardo Martinengo, στην περιοχή, όπου σήμερα βρίσκεται η Υγειονομική Υπηρεσία.
Σε επίσημα έγγραφα των αρχών του προηγούμενου αιώνα, η συνοικία αναφέρεται με την ονομασία Σερτουρνά, από το ομώνυμο Τζαμί, το οποίο είχε κατασκευάσει εκεί στα πρώτα χρόνια της Τουρκοκρατίας ο Σερτουρνά Ιμπραχήμ Αγάς, ως Βουλισμένη Βρύση. Η ονομασία αυτή απαντάται συχνά σε σχετικές καταχωρίσεις τοπικών εφημερίδων και προήλθε από την Ενετική κρήνη «Βρύση του Λάκκου», που βρισκόταν στο κέντρο της συνοικίας. Ωστόσο,  η συνοικία αναφέρεται, επίσης, και ως Λάκκος. Η ονομασία αυτή συναντάται περισσότερο σε προφορικές μαρτυρίες και απέδιδε ta γεωγραφικά χαρακτηριστικά, καθώς η συνοικία βρίσκονταν σε κοιλώδες έδαφος, που έδινε μιαν εικόνα λάκκου. Η καθιέρωση της ονομασίας "Λάκκος" χρονολογείται από την περίοδο της εγκαθίδρυσης των Xαμαιτυπείων στην περιοχή, οπότε και η σήμανση του χώρου προσέλαβε αρνητικό συμβολικό περιεχόμενο.
Στην κοινωνική φαντασία της εποχής, ο Λάκκος αντιπροσώπευε τον υπόκοσμο της πόλης και συνιστούσε απειλή για την συμβατική ηθική και τους ευυπόληπτους πολίτες, καθώς αποτελούσε τον θύλακα των Χριστιανικών πορνείων. H αρχή έγινε με το Διάταγμα "περί Χαμαιτυπείων" της Κρητικής Πολιτείας (Ν. 173/1900), που εκδόθηκε το 1900 και επέβαλε την γεωγραφική συγκέντρωση των πορνείων σε οριοθετημένες, απομονωμένες, τοποθεσίες, εντελώς απρόσιτες "εις κεντρικούς περιπάτους".
Τότε ήταν που επιλέχθηκε ο Λάκκος για την εγκατάσταση των Χριστιανικών πορνείων. Αντίστοιχα,  τα Μουσουλμανικά πορνεία βρίσκονταν στην Κιζίλ Τάμπια, στην σημερινή Αγία Τριάδα, περιοχή επίσης απομακρυσμένη από το διοικητικό κέντρο, αλλά και στιγματισμένη ήδη από τα χρόνια της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, καθώς εκεί λειτουργούσαν κατ' αποκλειστικότητα τα Μουσουλμανικά πορνεία έως και τις αρχές του 20ου αι., με Τουρκάλες ιερόδουλες, οι οποίες πρόσφεραν υπηρεσίες αγοραίου έρωτα αποκλειστικά σε ομόθρησκούς τους.

Αξίζει εδώ να σημειωθεί ότι, πριν από το 1897, οι Οίκοι Ανοχής του Ηρακλείου ήταν διάσπαρτοι, σε μεμονωμένες οικίες.  Στην συνέχεια, σύμφωνα με τον δημοσιογράφο Άρη Χατζηδάκη, ιερόδουλες εγκαταστάθηκαν στη περιοχή «Κλέφτικο σοκάκι», στις νοτιοδυτικές παρυφές του Ενετικού λιμανιού, περί το σημείο, όπου βρίσκεται σήμερα η εκκλησία του Αγίου Δημητρίου.
Η λειτουργία, όμως, πορνείων στην συγκεκριμένη περιοχή, των οποίων η ύπαρξη μάλιστα μνημονεύεται και από τον ιστοριοδίφη Νικόλαο Σταυρινίδη, διαρκεί μόνο έως το 1899. Κι αυτό διότι σημειώνονταν συνεχή κρούσματα κλοπών, που αμαύρωναν τον κοσμοπολίτικο χαρακτήρα του λιμανιού, Κοντά στο λιμάνι, άλλωστε, βρίσκονταν και οι συνοικίες Βεζίρ Τσαρσί και Κουτάλα ( η συνοικία Βεζίρ Τσαρσί βρισκόταν γύρω από το «Βεζίρ Τζαμί», σημερινή εκκλησία του Αγίου Τίτου και η Κουτάλα γύρω από το Μπεντενάκι) με επιφανείς οικογένειες ευπόρων αστών και λογίων. 
Ήταν, επομένως, εύλογη η ανάγκη της μετεγκατάστασης των Χαμαιτυπείων σε πιο απόκεντρες περιοχές της πόλης. 

Η περιοχή του Λάκκου έμοιαζε ιδανική για τον σκοπό αυτό, μια και βρισκόταν κοντά στο στρατόπεδο των Άγγλων στρατιωτών, στα Ενετικά τείχη,  οι οποίοι, βέβαια, είχαν βιολογικές ανάγκες να εξυπηρετήσουν. Ο Λάκκος ήταν έτσι κι αλλιώς από παλιά μια υποβαθμισμένη περιοχή, και, επί πλέον, ήταν και απομακρυσμένη από πολυσύχναστα μέρη και δημόσια κτίρια.
Σύμφωνα με τον Άρη Χατζηδάκη, ο Λάκκος ήδη από τα τέλη του 19ου αιώνα είχε συνδεθεί με αρνητικές αξιολογήσεις, καθώς είχε εγκατασταθεί εκεί «το Τούρκικο πόπολο» της κατωτέρας κοινωνικής στάθμης. Ανεξάρτητα, πάντως, από την εκάστοτε κοινωνική αξιολόγηση της συνοικίας, όλες οι ιστορικές εκτιμήσεις συγκλίνουν στην διαπίστωση ότι ο Λάκκος με τους τσικιμάδες, τα χαμηλοτάβανα σπίτια και τις παράγκες, υπήρξε ανέκαθεν ένας από τους πλέον υποβαθμισμένους και φτωχικούς μαχαλάδες της πόλης του Ηρακλείου.

Όπως ήταν μάλλον φυσικό και αναμενόμενο, μετά την έκδοση του Διατάγματος "περί Χαμαιτυπείων", μαζί με τα πορνεία, εγκαταστάθηκε στην περιοχή και όλη η μικροκοινωνία τους:  πόρνες, νταβατζήδες, μαντάμες, αγαπητικοί.
Το καθώς πρέπει, αστικό, Ηράκλειο έβλεπε υποτιμητικά τους Λακκουδιανούς με την αργκό τους, τα παρατσούκλια τους, τα πάθη και την ρεμπέτικη στάση ζωής.
Στην συνέχεια, με πυρήνα τις δραστηριότητες του αγοραίου έρωτα, αναπτύχθηκε ένας ολόκληρος, παράλληλος, κόσμος μέσα στο Ηράκλειο, που τότε βρισκόταν στα πρώιμα χρόνια της αστικής του ανάπτυξης, επηρεαζόταν από την Δύση και, φυσικά, έβλεπε υποτιμητικά και απαξιωτικά τους Λακκουδιανούς, δηλαδή τους  ταβερνιάρηδες, τους τεκετζήδες και τους μάγκες, τους ρεμπέτες, τους  κουτσαβάκηδες και τους χασισέμπορους, τους γραμμοφωνατζήδες, τους λατερνατζήδες και τους  νταήδες, με την δική τους τοπική αργκό, τα παρατσούκλια και την ιεραρχία τους, τα πάθη και την ρεμπέτικη στάση ζωής. Και κάπως έτσι ο υποβαθμισμένος φτωχικός μαχαλάς, με τα καλντερίμια, τις παράγκες, τα χαμηλοτάβανα σπίτια, ξεκίνησε να γράφει την σύντομη μεν  θρυλική δε ιστορία του. Κακόφημος και πολύβουος, με τα γλέντια και τις λοιπές διασκεδάσεις – νόμιμες και παράνομες -  να είναι κομμάτι της καθημερινής του ρουτίνας, ο Λάκκος έζησε την τελευταία του περίοδο ακμής στον μεσοπόλεμο. Μετά, ακολούθησε ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος, η Μάχη της Κρήτης, ο βομβαρδισμός της πόλης από τα Γερμανικά αεροσκάφη, που είχε ως αποτέλεσμα την καταστροφή πολλών πορνείων, η Κατοχή και η μεταφορά των γυναικών του Λάκκου σε κεντρικό ξενοδοχείο για την εξυπηρέτηση των Γερμανών στρατιωτών. Κι ακόμα πιο μετά, ήρθε η καταστροφή του ιστού της παλιάς πόλης – αλλά αυτό είναι μια άλλη ιστορία.

Λακκουδιανοί και Μικρασιάτες

 Μετά την Μικρασιατική καταστροφή και τις ανταλλαγές πληθυσμών, ο ερχομός των Μικρασιατών προσφύγων άλλαξε δραματικά την δημογραφική σύνθεση του πληθυσμού της πόλης. Πολλοί πρόσφυγες εγκαταστάθηκαν στις γειτονικές περιοχές του Λάκκου και αρκετοί βρήκαν καταφύγιο, αλλά και τρόπο να επιβιώσουν, στις δραστηριότητες του Λάκκου. Μαζί τους, όμως, έφεραν και τις παραδόσεις της Μικράς Ασίας: μουσικά όργανα, όπως το σαντούρι,το  βιολί, το ούτι και το τουμπελέκι, και  χορούς, όπως ήταν ο καρσιλαμάς, το απτάλικο ζεϊμπέκικο, και, φυσικά, οι περιβόητοι αμανέδες και τα προσφυγικά τραγούδια, που βρήκαν μεγάλη απήχηση στους Λακκουδιανούς, οι οποίοι, μάλιστα,  ήταν ήδη εξοικειωμένοι με αυτές τις παραδόσεις, μέσα  από την λειτουργία των Καφέ Αμάν, που ανθούσαν στην περιοχή. Φυσικά, το αστικό Ηράκλειο έβλεπε με μισό μάτι αυτές τις ανατολίτικες μελωδίες, με τα τούρκικα επιφωνήματα αμάν, γιάλα, γιαβρούμ, που τόσο τους θύμιζαν την οθωμανική περίοδο, την οποία ήθελαν να αποτινάξουν από πάνω τους.

Ρεμπέτες και Μάγκες

Ακόμα κι η μικροκοινωνία του Λάκκου είχε, όμως, την ιεραρχία της και τις διαφοροποιήσεις της. Μάγκες και ρεμπέτες, μόρτες, καλντεριμιτζήδες, μουρμούρια, αλάνια, κουτσαβάκηδες. Τους μάγκες τους ξεχώριζες από την αρρενωπότητα, από τα ρούχα (λουστρίνι μυτερό παπούτσι, ριγέ πανταλόνι, μαύρο σταυρωτό γιλέκο, και το ένα μανίκι του σακακιού να κρέμεται αφόρετο), από τον τρόπο που μιλούσαν και το «βαρύ» τους περπάτημα, τις χειρονομίες, τον τρόπο που χόρευαν, από τη μπριγιαντίνη στα μαλλιά, το στριφτό μουστάκι, το καπέλο – ρεπούμπλικα - και, βέβαια, το κομπολόι. Οι ρεμπέτες ήταν στην κορυφή της ιεραρχίας και πρωταγωνιστές στα γλέντια και τις χασισοποσίες, οι οποίες ήταν μια ολόκληρη μυσταγωγική τελετουργία γύρω από τον ναργιλέ και κατέληγαν σε έκσταση, μουσικούς αυτοσχεδιασμούς και ζεϊμπέκικα.

Τα Ρεμπέτικα του Λάκκου

Τα ρεμπέτικα, χασικλίδικα ή και βλάμικα τραγούδια του Λάκκου στην πλειοψηφία τους έχουν χαθεί μαζί με τον θάνατο των Λακκουδιανών. Ήταν προφορικές, ανώνυμες δημιουργίες, που – με ελάχιστες εξαιρέσεις – δεν βρήκαν τον δρόμο της δισκογραφίας. Ταξίμια κι αμανέδες, που οι λόγιοι της εποχής θεώρησαν κατώτερα αν όχι άσεμνα, χάθηκαν μαζί με την αποδιοργάνωση της κοινότητας, που τα δημιούργησε. Από όσα έχουν σωθεί, ξέρουμε ότι ήταν πιο λιτά και πρωτόγονα, σε σχέση με τα επώνυμα ρεμπέτικα, ενώ η θεματολογία τους ήταν πάνω κάτω η αναμενόμενη: έρωτας, πάθη, χασίς, φυλακή. Πολλοί, όμως, μουσικοί και ρεμπέτες του Λάκκου, έμειναν ξακουστοί όπως ο Κουλουράς κι ο Κατσαρός. Όσο για την ρεμπέτικη φήμη του Λάκκου:  Από εδώ πέρασαν μια βόλτα και γνωστοί ρεμπέτες όπως ο Βαμβακάρης και ο Μπάτης.

Ο Λάκκος σήμερα




Σήμερα δεν έχουν απομείνει σημάδια της παλιάς  "αίγλης" του Λάκκου. Υπάρχουν πολλά χαμόσπιτα με φτωχές οικογένειες, σπίτια με χαμηλά ταβάνια και μικρές αυλίτσες, μπουγάδες απλωμένες στα καλντερίμια, μαγαζάκια κλειστά με λαμαρίνες και ξεθωριασμένες ταμπέλες. Ακόμη κι έτσι, όμως, η γειτονιά του Λάκκου κρατάει κάτι από την περιθωριακή γοητεία της. Ο κεντρικός δρόμος, που περνάει μπροστά από τον Άγιο Ματθαίο, και τα γύρω στενά αναπλάσθηκαν πρόσφατα.
Εν τω μεταξύ, εξελίσσεται και μια προσπάθεια εξευγενισμού (gentrification) της περιοχής.
Από την μιά πλευρά, παρατηρεί κανείς τις  νέες πολυκατοικίες και τα κτίσματα να υψώνονται δίπλα στα χαμόσπιτα και το μεγαθήριο του Πολιτιστικού – Συνεδριακού κέντρου να ρίχνει την επιβλητική σκιά του σε ολόκληρο το τετράγωνο. Κι από την άλλη πλευρά, υπάρχει το εθελοντικό εγχείρημα ανάπλασης και ανάδειξης της περιοχής, που έγινε γνωστό ως “The Lakkos Project”.
Ο αγγλικός τίτλος του εγχειρήματος οφείλεται στον εμπνευστή του,  τον Mathew Halpin, έναν Αυστραλό καλλιτέχνη, που ζει στην περιοχή τα τελευταία χρόνια.



O Μ. Halpin, αφού περπάτησε τα στενά δρομάκια της, αγάπησε τα ημιερειπωμένα σπίτια του κομματιού αυτού της παλιάς πόλης του Ηρακλείου, που επιβιώνει μόνον αποσπασματικά έτσι κι αλλιώς, ενθουσιάσθηκε από την δυναμική της περιοχής (το μεγάλο“potential”, όπως το λέει ο ίδιος) και σκέφτηκε να συμβάλει προσωπικά στην αναζωογόνηση της. Η συγκυρία, βέβαια, είναι και κακή αλλά και καλή για κάτι τέτοιο. Κακή, γιατί η κρίση ερημώνει και ρημάζει τα παλιά σπίτια, καλή, γιατί η ίδια η κρίση έχει ανακόψει την οικοδόμηση νέων πολυκατοικιών στα δαιδαλώδη στενά του ιστορικού αυτού μαχαλά, της φτωχογειτονιάς.
Ο Λάκκος πρωτοβγήκε από την Ηρακλειώτικη αστική λήθη το 2013, όταν διοργανώθηκε εκεί η «Αθέατη Πόλη», με διάφορα δρώμενα, ανάμεσα στα οποία και μια εξαιρετική εκδήλωση αφιερωμένη στη ρεμπέτικη ιστορία της γειτονιάς. Πρωταγωνιστές της εκδήλωσης ήταν ο Γιάννης Ζαϊμάκης, που έχει γράψει το βιβλίο της ιστορίας του Λάκκου, "ΚΑΤΑΓΩΓΙΑ ΑΚΜΑΖΟΝΤΑ ΣΤΟΝ ΛΑΚΚΟ ΗΡΑΚΛΕΙΟΥ" - Εκδόσεις ΠΛΕΘΡΟΝ, 2008, και ο Γιάννης Παξιμαδάκης.




Η επιτυχία του φεστιβάλ "Αθέατη Πόλη" οδήγησε στο άνοιγμα μαγαζιών,  που έφεραν νέα ζωή στην γειτονιά: Η «Ταβέρνα του Βουρβούλη» και το «Καφενείον ο Λάκκος» γέμισαν χρώμα, λουλούδια και νεανικές φωνές μια μέχρι πρό τινος εγκαταλελειμμένη κι έρημη πλατεία., η οποία, όμως, υπήρξε ιστορικά ο πυρήνας της συνοικίας και το σημείο, όπου γίνονταν τα πιο ξέφρενα υπαίθρια γλέντια της μικροκοινωνίας αυτής.
Τo "Lakkos Project" έχει επικεντρωθεί σε αυτήν ακριβώς την πλατεία και στο γειτονικό πάρκο του Υγειονομικού. Μια Ομάδα αποτελούμενη από εικαστικούς καλλιτέχνες, με την επωνυμία "Lakkos Art Laboratory", εθελοντές από τους Minoistas και το Festivalaki, τα παιδιά από το Καφενείο και κατοίκους της περιοχής, με επί κεφαλής τον Mathew Halpin , αλλά και με την απαραίτητη συμβολή του Δήμου Ηρακλείου, ειδικά για τις εργασίες πρασίνου, έβαψαν άχρωμες προσόψεις παλιών σπιτιών, καθάρισαν το μικρό παρκάκι, και ζωντάνεψαν γνωστές και άγνωστες ιστορικές φιγούρες του Λάκκου ζωγραφίζοντάς τις. Αποκορύφωμα, η μεγάλη τοιχογραφία με την ρεμπέτικη παρέα «Λακκουδιανών», που δεσπόζει πάνω στην πλατεία. Επί πλέον, ήδη ο Δήμος έχει ξεκινήσει τη διαδικασία φύτευσης παρτεριών με δέντρα και λουλούδια σε σημεία, που προηγουμένως καταλαμβάνονταν από σταθμευμένα αυτοκίνητα.
Οι συνθήκες αυτές καθιστούν ελκυστικό και ενδιαφέροντα έναν περίπατο στην γειτονιά. Αξίζει, οπωσδήποτε, να χαθεί κανείς χωρίς πρόγραμμα στα στενά της και να πλάσει στο μυαλό του ιστορίες για ερωτευμένες πόρνες και ρεμπέτες αγαπητικούς μιας άλλης εποχής...

«Στου Λάκκου τα περάσματα
ο κόσμος γαληνέβγει,
οι μάγκες πίνουν το λουλάκι,
ο Kατσαρός χορέβγει.
Λακκουδιανή μου όμορφη,
γιανκίνι του κορμιού μου,
πρόβαλε στο κονάκι σου,
να γιατρευτεί η πληγή μου».

Μια μικρή φωτογραφική βόλτα στον Λάκκο 

Πηγές:

https://cretazine.com/heraklion/city-life/city-unknown/item/64-synoikia-lakkos

http://www.kritipoliskaihoria.gr/2011/03/blog-post_6373.html

http://pisostapalia.blogspot.gr/2013/05/blog-post_15.html

Σάββατο, 11 Ιουνίου 2016

Η ΠΑΝΑΓΙΑ ΣΟΥΜΕΛΑ στην Νίκαια...





«Eν Eλλάδι υπήρχαν οι Πόντιοι, αλλά δεν υπήρχεν ο Πόντος. Mε την εικόνα της Παναγίας Σουμελά ήλθε και ο Πόντος!».

Μ' αυτή την δήλωση, ο Υπουργός Προνοίας του Ελευθ. Βενιζέλου, Λεωνίδας Ιασωνίδης, πανηγύρισε το 1930 την μεταφορά της εικόνας της ΠΑΝΑΓΙΑΣ ΣΟΥΜΕΛΑ στην Ελλάδα. Ένα από τα ιερότερα σύμβολα και κειμήλια των Ποντίων έβγαινε ξανά στο φως και ερχόταν στην μητέρα πατρίδα, 8 χρόνια μετά την μεγάλη εθνική καταστροφή του '22 και 7 χρόνια, μετά την καταστροφή του ιστορικού μοναστηριού από τους Τούρκους. Από το 1923 ώς το 1930, η εικόνα παρέμενε σε μια κρύπτη, όπου την είχαν τοποθετήσει οι τελευταίοι μοναχοί, πριν εγκαταλείψουν το μοναστήρι, για να σωθούν, και χρειάστηκε μια ειδική συνεννόηση του Βενιζέλου με τον Ινονού για να επιτραπεί σε αντιπροσωπεία να επιστρέψει στα πατρογονικά χώματα των Ποντίων, να βρει την εικόνα και να την φέρει στην Ελλάδα. 

Η εικόνα περιβάλλεται από μύθους συνήθεις για τέτοια ιερά κειμήλια. Σύμφωνα με την παράδοση, το 386 οι Aθηναίοι μοναχοί Bαρνάβας και Σωφρόνιος οδηγήθηκαν στις απάτητες βουνοκορφές του Πόντου, έπειτα από αποκάλυψη της Παναγίας, με σκοπό να ιδρύσουν το μοναχικό της κατάλυμα. Eκεί, σε σπήλαιο της απόκρημνης κατωφέρειας του όρους, σε υψόμετρο 1063 μέτρων, είχε μεταφερθεί από αγγέλους η ιερή εικόνα της Παναγίας της Aθηνιώτισσας, την οποία, πάντα κατά την παράδοση, είχε εικονογραφήσει  ο Ευαγγελιστής Λουκάς. 
Η εικόνα θεωρείται θαυματουργή, αλλά πολύ πέρα από την υποκειμενκή θεώρηση και την θρησκευτική αξιολόγηση η σπουδαιότητά της έγκειται στο ότι αποτελεί ιερό σύμβολο και κειμήλιο των Ποντίων, του Πόντου, μιας μακράς Ελληνικής εθνικής παράδοσης, κομμάτι ακέραιο της μακραίωνης παρουσίας του Ελληνισμού και της Ορθοδοξίας σε μια χαμένη σήμερα πατρίδα. 

H εικόνα φιλοξενήθηκε για 20 χρόνια στο Bυζαντινό Mουσείο της Aθήνας. Πρώτος ο Λεωνίδας Iασωνίδης πρότεινε το 1931 τον επανενθρονισμό της Παναγίας Σουμελά σε περιοχή της Eλλάδας. Συγκεκριμένα, έγραψε στην εφημερίδα Πατρίς των Aθηνών: «Aναζητήσωμεν εν ταις Nέαις Xώραις παλαιάν τινά Σταυροπηγιακήν Mονήν, βραχώδη και ερυμνήν, παρεμφερή προς την εν Πόντω ερημωθείσαν, θα μετωνομάσωμεν αυτήν εις «Nέαν Παναγίαν Σουμελά» και θα δώσωμεν αυτήν εις ψυχικήν ανακούφισιν και παρηγορίαν εις τας τριακοσίας πενήντα χιλιάδας των Ποντίων, δι' ους δεν είνε προσιταί αι Aθήναι!. Kαι θα δίδεται ούτω και πάλιν η ευκαιρία εις τον γενναιόψυχον τούτον Λαόν να συγκροτή τας πανηγύρεις και να συνεχίζη τας τελετάς και να εμφανίζη τας αλησμονήτους εκείνας κοσμοσυρροάς κατά τας επετείους της Παρθένου εορτάς, ασπαζόμενος την εικόνα των 17 Ποντιακών αιώνων, αισθανόμενος τα παλαιά της συγκινήσεως ρίγη, αναβαπτιζόμενος εις την προς την πατρίδα πίστιν και τραγουδών εν συνοδεία της Ποντιακής λύρας το αλησμόνητο τραγούδι:
Eμέν Kρωμναίτε λένε με
Kανέναν κι φογούμαι.
Ση Σουμελάς την Παναγιάν
θα πάγω στεφανούμαι!»
Τελικά, το 1951 ο Kρωμναίος οραματιστής και κτήτωρ Φίλων Κτενίδης έκανε πράξη την επιθυμία όλων των Ποντίων, με τη θεμελίωση της Νέας Παναγίας Σουμελά στις πλαγιές του Βερμίου, στην Καστανιά της Βέροιας.    

Την Παρασκευή, 10/6/2016, ο Ναός των Αγίων Αποστόλων στην Νίκαια υποδέχθηκε με τιμές πιστό αντίγραφο της εικόνας, που τιμούν και λατρεύουν όχι μόνον οι Πόντιοι, αλλά και όλοι οι Έλληνες. Από την υποδοχή αυτή προέρχεται και το φωτογραφικό υλικό, που ακολουθεί. 

Υ.Γ.: Οι ιστορικές πληροφορίες προέρχονται από την Wikipedia  



















































































   
 
GreekBloggers.com