Πέμπτη, 9 Φεβρουαρίου 2017

"ΙΝΤΡΙΓΚΑ ΣΤΟ ΙΟΝΙΟ" - Μια κριτική ματιά στον Τζίμμυ Κορίνη και στο έργο του



Ο Τζίμμυ Κορίνης δεν χρειάζεται συστάσεις - όχι στους πιστούς της Αστυνομικής Λογοτεχνίας και ακόμη πιο σίγουρα όχι σε εκείνους, που έζησαν την εφηβεία και την  μετεφηβεία στις πρώτες μεταπολεμικές δεκαετίες του 50, του 60, του 70.  Τόσο ο ίδιος όσο και πολλοί άλλοι έχουν μιλήσει για τον ρόλο του στην καλλιέργεια και στην διάδοση της Αστυνομικής Λογοτεχνίας στην Ελλάδα. Πρωτότυπα έργα, μεταφράσεις, διασκευές και φυσικά η συμμετοχή του σε εκδοτικά εγχειρήματα ευρείας απήχησης, όπως τα περιοδικά ΜΑΣΚΑ και ΜΥΣΤΗΡΙΟ, αποτελούν ακέραιο κομμάτι της ιστορίας αυτού του λογοτεχνικού είδους στην χώρα μας και καταδεικνύουν, πέρα από κάθε αμφισβήτηση.
Ανήκω σε αυτούς, που αναγνωρίζουν την μεγάλη σημασία, που είχε - ειδικά εκείνη την εποχή και σε εκείνες τις ηλικίες – η λεγόμενη «παραλογοτεχνία», η οποία μόνο παρακατιανή δεν ήταν. Όπως είχα γράψει αναλυτικά στην αμέσως προηγούμενη ανάρτηση του blog, θεωρώ ότι το Ελληνικό pulp fiction για παιδιά και νέους ενήλικες  διαμόρφωσε, στον βαθμό που του αναλογούσε, συνειδήσεις και χαρακτήρες. Και πριν πάρει την δικαιωματική του θέση πρώτη σειρά στην νοσταλγία, εξοικείωσε γενιές και γενιές με την δημιουργική γραφή.  Αυτή την τέχνη της δημιουργικής γραφής ουδέποτε άφησε πίσω του ο Τζίμμυ Κορίνης, όσο κι αν πέρασε αργότερα και από τον κινηματογράφο ή την τηλεόραση. Τα «πολποπεριοδικά», μέσα από τα οποία τον πρωτογνωρίσαμε, μπορεί να ολοκλήρωσαν τον κύκλο τους, αλλά ο ίδιος, ακμαίος και αειθαλής, εξακολουθεί να γράφει και να μας ψυχαγωγεί, υπηρετώντας πάντα το είδος, στο οποίο από την αρχή τάχθηκε.  


Κι αυτό μας φέρνει στο τελευταίο πνευματικό του τέκνο, την «ΙΝΤΡΙΓΚΑ ΣΤΟ ΙΟΝΙΟ», που κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις Εκδόσεις «ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ» και  εκτείνεται σε  450 σελίδες, που διαβάζονται σχεδόν απνευστί και με απόλαυση από τους πιστούς.  



Με βάση το συγκεκριμένο αυτό μυθιστόρημα, θα επιχειρήσω να επισημάνω ορισμένα χαρακτηριστικά του Κορίνη, που απαντώνται εδώ και μπορούν ίσως να εξηγήσουν και την γενικότερη διαχρονικότητα της παρουσίας του στο σύμπαν της Ελληνικής Αστυνομικής Λογοτεχνίας.

Ι. Γραφή και τεχνική
Η μακρά θητεία του Κορίνη στα περιοδικά με την αναγκαστικά περιορισμένη έκταση τον οδήγησε προφανώς σε ένα ιδίωμα γραφής, που να ταιριάζει στην φόρμα του διηγήματος και της νουβέλας. Έχω την εντύπωση ότι η γραφή αυτή  ξεσηκώνει στοιχεία και από τον κινηματογράφο, την τηλεόραση, τα σενάρια  - είδη, που δεν είναι ούτε αυτά ξένα στον Κορίνη – και μπορεί να δώσει σπουδαία αποτελέσματα στην περίπτωση του αστυνομικού μυθιστορήματος. Κι αυτό γιατί χαρακτηρίζεται από γοργό ύφος και από επικέντρωση στα πιο καίρια και κρίσιμα στοιχεία των χαρακτήρων, των χώρων, των καταστάσεων και της όλης δράσης. Αν έχω δίκιο,  ο συγγραφέας συνειδητά δεν πλατειάζει ποτέ και πουθενά. Οι περιγραφές του δεν είναι και δεν χρειάζεται να είναι λεπτομερέστερες από όσο είναι απολύτως απαραίτητο για την δομή και την εξέλιξη της πλοκής ή για την πειστική τοποθέτηση και κίνηση των ηρώων στο πλαίσιο. Μπορεί να μοιάζει και να ακούγεται απλό αυτό, αλλά δεν είναι καθόλου μα καθόλου απλό. Γιατί, για τον συγγραφέα,  το στοίχημα εν προκειμένω είναι πως οφείλει να πατάει στέρεα πάνω στο μέτρο, ώστε, παρά την οικονομία λόγου, να περνάει  στον αναγνώστη πληροφορίες  για τους χαρακτήρες των ηρώων του και το ψυχογράφημά τους.
Στις πρώτες περίπου 90 σελίδες της «ΙΝΤΡΙΓΚΑΣ» ο Κορίνης στήνει για χάρη μας την βασική πλοκή, το ζητούμενο των «κακών» και των «καλών» του έργου, την «εκκρεμότητα», που θα πρέπει να διευθετηθεί, μέσα από τις πράξεις και τιος συγκρούσεις του μυθιστορήματος. Στο πρώτο αυτό μέρος, η γραφή, γοργή, παρακολουθεί μια δράση καταιγιστική, που εκτυλίσσεται σε εναλλασσόμενα σκηνικά με πολυάριθμους πρωταγωνιστές, αλλά ο Κορίνης κατορθώνει με μαεστρία να σφηνώσει τα στοιχεία, που χρειαζόμαστε για να διαμορφώσουμε εικόνα για τους ήρωες, την ψυχολογία τους, τα κίνητρά τους. 
Ωστόσο, οι «κακοί», που παρελαύνουν σχεδόν αποκλειστικά στις σελίδες αυτές, δεν αρκούν, φυσικά, για να κρατήσουν ισχυρή την έλξη του αναγνώστη. Ο Κορίνης το γνωρίζει και γι’ αυτό με μια τεχνική, που θα την χαρακτήριζα σεναριογραφική, περνάει εν συνεχεία στο κύριο μέρος, εισάγοντας δυναμικά στην πλοκή εκείνους τους χαρακτήρες, με τους οποίους θα ταυτισθεί συναισθηματικά ο αναγνώστης, τους καλούς και τους αθώους. Αυτοί, με τις δικές τους εκκρεμότητες, θα του γεννήσουν θετικά συναισθήματα, θα τον προσελκύσουν στον μικρόκοσμό τους και στους τρόπους τους, θα τον βάλουν στην διαδικασία να αρχίσει να συμπάσχει μαζί τους, να υποφέρει, να αγωνιά, να παίρνει το μέρος τους, να περιμένει να τους δει να επικρατούν, να επιτυγχάνουν τους στόχους τους.

II. Η γλώσσα
Ιδιαίτερη μνεία, νομίζω, χρειάζεται να γίνει στην γλώσσα του Τζίμμυ Κορίνη. Ο Κορίνης χρησιμοποιεί μια στρωτή γλώσσα, αυτήν, που παλιά ονομάζαμε καθομιλουμένη και που είναι αναμφίβολα μια γλώσσα δοκιμασμένη και ζωντανή. Καθιερωμένη ως γλώσσα των αστών, με δάνεια από την δημοτική και μιαν ελαφρά καθαρεύουσα, δεν θα μπορούσε παρά να είναι και η γλώσσα ενός αστού συγγραφέα, που συνειδητά αποφεύγει τις λεκτικές και φραστικές ακρότητες και που κινεί τους ήρωές του σε αστικά, κατά κύριο λόγο, περιβάλλοντα. Κι αν ο Κορίνης βάζει την ίδια αυτή γλώσσα ακόμη και στο στόμα  εκείνων των χαρακτήρων, που κινούνται στον υπόκοσμο ή στις παρυφές του, θεωρώ ότι το κάνει όχι μόνον γιατί και οι κακοί του είναι ή θέλουν να περνιούνται για αστοί και καθώς πρέπει, αλλά και γιατί έχει επίγνωση του ότι έχει παρέλθει η εποχή που οι κακοί μπορεί να ήταν αμόρφωτοι ή μάγκες, η εποχή που μπορεί να χρειαζόμασταν λεξικό για να τους καταλάβουμε. Σε κάθε περίπτωση, η καθομιλουμένη, που διατρέχει ολόκληρη την «ΙΝΤΡΙΓΚΑ», περιγραφές και διαλόγους, εξασφαλίζει μια φυσικότητα στο μυθιστόρημα, το κάνει να ρέει με μιαν αδιάκοπη ζωντάνια.

ΙΙΙ. Οι ήρωες της «ΙΝΤΡΙΓΚΑΣ»
Ο Κορίνης γνωρίζει, επίσης, ότι η πλοκή θα γίνει τόσο πιο πιστευτή όσο πιο ξεκάθαρη μας κάνει την ψυχολογία των ηρώων του. Από την άποψη αυτή, δεν παραβλέπει κανέναν, ούτε καλό ούτε κακό. Και σε κανέναν δεν υπερβάλλει. Καλοί και κακοί μπορεί να είναι έξυπνοι, συμφεροντολόγοι, εγωιστές, αδίστακτοι, αλλά κάνουν και λάθη. Αυτό είναι αναμενόμενο. Το ενδιαφέρον, όμως, στην περίπτωση αυτή είναι ότι ο Κορίνης δεν στέκεται και δεν αρκείται στο να μας περιγράφει εξωτερικά τα πρόσωπα και την δράση τους. Οι ήρωες του Κορίνη έχουν, βεβαίως, και εσωτερικό κόσμο, έχουν και τρέφουν  συναισθήματα, που ο συγγραφέας μπαίνει στον κόπο να μας τα δείξει, καθώς πολύ συχνά αυτά είναι υπεύθυνα για τις πράξεις και τις κρίσεις τους και, μάλιστα, για τις εσφαλμένες! Πολύ συχνά, αυτά αποτελούν το βασικό τους κίνητρο, πολύ συχνά αποδεικνύονται μοιραία! Δεν είναι υπερήρωες και υπεράνθρωποι οι ήρωες της «ΙΝΤΡΙΓΚΑΣ», δεν είναι γενικώς «υπεράνω», δεν είναι καν αποκλειστικά «καλοί» ή αποκλειστικά «κακοί». Κάθε άλλο… Έχουν αδύνατα σημεία, έχουν και ευαισθησίες, όσο κι αν ζουν και κινούνται σε εξόχως κυνικό, συμφεροντολογικό, αμείλικτο, περιβάλλον  Γι’ αυτό και είναι πειστικοί. Ειδικά οι μικροκακοποιοί της «ΙΝΤΡΙΓΚΑΣ», τα «τσιράκια» των αφεντικών, παρά τον μικρό τους ρόλο, παρουσιάζονται με γλαφυρότητα τέτοια, ώστε είναι σαν να τους βλέπεις μπροστά σου, να περιφέρονται στην Τρούμπα, στο λιμάνι, σε μιαν οποιαδήποτε αμφιλεγόμενη ή κακόφημη γειτονιά.    
       
ΙV. Οι γυναίκες
Συνήθως, οι ήρωες των αστυνομικών μυθιστορημάτων είναι άνδρες, αρσενικοί, με την κλασική έως και σεξιστική έννοια του όρου. Η «ΙΝΤΡΙΓΚΑ» δεν αποτελεί εξαίρεση. Παρ’ όλ’ αυτά, ο Κορίνης επιφυλάσσει ρόλους στο μυθιστόρημά του για τέσσερις γυναίκες. Οι δύο είναι ρόλοι σχεδόν πρωταγωνιστικοί, ενώ οι άλλοι δύο πιο περιφερειακοί, αλλά επίσης καταλυτικοί για την εξέλιξη της πλοκής. Τα συναισθήματα, που τρέφουν, αφ’ ενός, ο πρωταγωνιστής Άρης Παυλίδης και, αφ’ ετέρου, ο κύριος αντίπαλός του Λαρέντος, για τις αντίστοιχες γυναίκες της «ΙΝΤΡΙΓΚΑΣ», αναδεικνύονται από τον Κορίνη σε παράγοντες της ιστορίας, που μας περιγράφει, σε κινητήριες δυνάμεις στις πιο κρίσιμες στιγμές. Το ενδιαφέρον εδώ είναι ότι ο συγγραφέας δεν μένει σε μιαν επιφανειακή παρουσίαση των γυναικών του. Οι γυναίκες της «ΙΝΤΡΙΓΚΑΣ» δεν είναι μονοδιάστατες, χάρτινες φιγούρες, ωραίες και μοιραίες. Διαθέτουν χαρακτήρα, έχουν παρελθόν, αν και όχι πάντα μέλλον, έχουν ψυχικό και συναισθηματικό κόσμο, στον οποίο σημειώνονται διαρκώς και ακατάπαυστα ουκ ολίγες συγκρούσεις. Συγκρούσεις, που ο Κορίνης κατορθώνει να μας περιγράψει στο χαρτί με έναν τρόπο, που δείχνει κατανόηση για το συχνά ανεξήγητο φαινόμενο της γυναικείας προσωπικότητας, που δείχνει ενδιαφέρον για το γυναικείο και διόλου αδύναμο φύλο, που δείχνει παρατηρητικότητα και διεισδυτικότητα.  Η "ΙΝΤΡΙΓΚΑ" βρίθει παραδειγμάτων, που υποδεικνύουν ότι ο Κορίνης δεν μοιράζει διακοσμητικούς ρόλους στις γυναίκες του. Αντίθετα, τις τοποθετεί στην πλοκή με όλα τους τα χαρακτηριστικά, τις κινήσεις και τις εκφράσεις, που αντιστοιχούν στο ψυχογράφημα, που έχει συλλάβει για χάρη τους. Διαθέτει τον τρόπο να τις ζωντανεύει και μάλλον αυτός ο τρόπος χρωστάει πολλά σε μια συστηματική παρατήρηση του γυναικείου φύλου και των αντιδράσεών του σε διάφορες καταστάσεις. Θα σταθώ σε μια και μόνη, αλλά πολύ χαρακτηριστική φράση, που απαντάται στην σελίδα 127 της "ΙΝΤΡΙΓΚΑΣ" και δείχνει τι εννοώ. Όταν διασταυρώνονται στον ίδιο χώρο δύο από τις γυναίκες του μυθιστορήματός του, γράφει ο Κορίνης: "Καθώς την κοίταζε η Μπασδέκη με την περιφρόνηση της μιας όμορφης γυναίκας προς την άλλη...".  Εδώ, ο άνδρας αναγνώστης θα συγκατανεύσει. Και θα χαμογελάσει σαρδόνια.  Η γυναίκα αναγνώστρια, βέβαια – και μάλιστα η όμορφη γυναίκα -  δεν ξέρω πώς θα αντιδράσει!!!


Σε τελική ανάλυση, η «ΙΝΤΡΙΓΚΑ» του Τζίμμυ Κορίνη είναι γραμμένη με τον γνωστό αριστοτεχνικό τρόπο ενός συγγραφέα, που έχει εντρυφήσει σε όλες τις πτυχές της Αστυνομικής Λογοτεχνίας, από τα μυθιστορήματα και τις νουβέλες ώς το pulp fiction και έχει παρακολουθήσει την μετεξέλιξή της στον χρόνο και την μεταφορά του γραπτού λόγου σε άλλα μέσα, όπως  ο κινηματογράφος και η τηλεόραση. Αυτό, που κυρίως αφορά, όμως, εμάς ως Έλληνες αναγνώστες είναι ότι αποδεδειγμένα μπορεί να μεταφέρει πειστικά στην Ελληνική πραγματικότητα  όσα τον έχει διδάξει η μελέτη και η πολύχρονη εμπειρία του.

Αν, λοιπόν,  θάπρεπε να χαρακτηρίσω τον Τζίμμυ Κορίνη με μία και μόνο φράση, δεν μού έρχεται άλλη αυθόρμητα στον νου παρά η γνωστή φράση του σπουδαίου συγγραφέα και ανταποκριτή στο μεσοπολεμικό Βερολίνο Christopher Isherwood (1904-1986), που περιέχεται στο δημοφιλέστερο και γνωστότερο έργο του, το “Berlin Diaries”: I am a camera with its shutter open, quite passive, recording, not thinking.”. O συγγραφέας Τζίμμυ Κορίνης μοιάζει να κάνει αυτό ακριβώς, είναι μια κάμερα εν λειτουργία από την πρώτη ως την τελευταία σελίδα, που καταγράφει με κινηματογραφικό τρόπο ανθρώπους, τόπους, καταστάσεις, δράσεις. Αλλά δεν το κάνει απολύτως ουδέτερα ή παθητικά. Ευτυχώς για μας, εδώ κι εκεί παρεισφρύουν κοινωνικά σχόλια, πνευματώδεις παρατηρήσεις, χιούμορ – πράγματα, δηλαδή, που κάνουν την «ΙΝΤΡΙΓΚΑ» όχι μόνο απολαυστική, αλλά και αιχμηρή τόσο όσο να αξίζει μια θέση στα διαβάσματά μας.       





         

Πέμπτη, 26 Ιανουαρίου 2017

"ΙΝΤΡΙΓΚΑ ΣΤΟ ΙΟΝΙΟ" - Εικόνες από μια παρουσίαση και λίγα λόγια μ' αφορμή...



Εδώ στον Νότο της Αττικής, πλάι στην θάλασσα, δηλαδή, στο Vive Mar της Βούλας, έγινε χθες, 25/1/2017, η παρουσίαση του πιο πρόσφατου βιβλίου του αειθαλούς Τζίμμυ Κορίνη, που από τον Σαρωνικό μας μετέφερε στο Ιόνιο. Ένα Ιόνιο πολύ λιγότερο τυρκουάζ απ' όσο τόχουμε γνωρίσει και συνηθίσει, ένα Ιόνιο μαύρο σαν την νύχτα και κόκκινο σαν αίμα - χρώματα, δηλαδή, απολύτως φυσικά για την αστυνομική λογοτεχνία και τους συγγραφείς της.
Τέτοια γεγονότα οργανώνονται συνήθως στο κέντρο της Αθήνας, γι' αυτό και πρέπει να ειπωθεί ότι ήταν ιδιαίτερη τιμή για τα Νότια προάστια η πρωτοβουλία αυτή των διοργανωτών. Μια πρωτοβουλία, που δίνει πρώτα-πρώτα την αφορμή να πούμε δυό λόγια για τον συγγραφέα και τον κόσμο του, που είναι και δικός μας! Για το βιβλίο "ΙΝΤΡΙΓΚΑ ΣΤΟ ΙΟΝΙΟ" θα μιλήσουμε σε επόμενο σημείωμα αναλυτικά.  


Ο Τζίμμυ Κορίνης αποτελεί για πολλούς - και σίγουρα για όσους είτε μεγάλωσαν τις δεκαετίες του 50, του 60 και του 70 είτε δεν μεγάλωσαν καθόλου έκτοτε - ένα όνομα οικείο ή ακόμη και θρυλικό, αν είχαν ιδιαίτερη αδυναμία στα αστυνομικά, στις νουβέλες και στα μυθιστορήματα, στα κλασικά περιοδικά της εποχής πριν από την εισβολή της εικόνας και την επικράτηση των comics.


Μολονότι νεώτερος από τους Πατριάρχες του είδους στην Ελλάδα, ακριβώς επειδή ξεκίνησε να γράφει και να δημοσιεύει επ' αμοιβή από την ηλικία των 14 ετών, αποτελεί, νομίζω, κομμάτι μιας γενιάς και μιας κατηγορίας γραφιάδων, που έχει προ πολλού εκλείψει. Οι γραφιάδες αυτοί ήταν άνθρωποι, που ζούσαν το χαρτί κι ανάσαιναν μελάνι όλη μέρα κι όλη νύχτα. Το γράψιμο ήταν η ζωή τους όλη, χωρίς να τους απασχολούν οι εξειδικεύσεις. Έγραφαν ταυτόχρονα σε εφημερίδες και περιοδικά, έγραφαν μυθιστορήματα και διηγήματα, σενάρια και θεατρικά, επιφυλλίδες και χρονογραφήματα... Γενικά έγραφαν και μόνο έγραφαν. Ό,τι μπορούσε να γραφτεί και να διαβαστεί το έγραφαν. Το ζητούσε η εποχή και το σήκωνε κιόλας. Ήταν η εποχή πριν από την τηλεόραση και πριν από το διαδίκτυο, τότε που οι κυκλοφορίες εφημερίδων και περιοδικών μετρούσαν χιλιάδες αναγνώστες καθημερινά. Ίσως ήταν και η εποχή που οι άνθρωποι πίστευαν ακόμη ή πίστευαν περισσότερο σε ήρωες και υπερήρωες.









Ο Τζίμμυ Κορίνης όχι μόνο την πρόλαβε αυτή την εποχή, όχι μόνο γνώρισε τους θρύλους της, αλλά, νεώτατος ο ίδιος, την συνδιαμόρφωσε. Ευτύχησε, πιστεύω, να υπηρετήσει ευψύχως ένα είδος λογοτεχνίας, που μπορεί να ονομάστηκε "παραλογοτεχνία", μπορεί να θεωρήθηκε "παρακατιανό", μπορεί διεθνώς να ορίσθηκε ως "pulp fiction", αλλά δεν ήταν έτσι τα πράγματα.
Κι επειδή δεν ήταν έτσι, γι' αυτό και πιο πρόσφατα επαναξιολογήθηκε συνολικά το είδος και, μάλιστα, όχι με όρους νοσταλγίας, αλλά πιο πολύ με όρους λογοτεχνίας.
Αλλά έκλεισαν έτσι οι λογαριασμοί; Ίσως όχι...
Ίσως εκκρεμεί ακόμη η αξιολόγηση, ειδικά του λεγόμενου "pulp fiction" - των πολποπεριοδικών, όπως τα αναφέρει σε παλαιότερο άρθρο του ο κ. Κορίνης - από μιαν άλλη, επίσης ενδιαφέρουσα, άποψη: η αξιολόγηση από την άποψη του μεριδίου τους στην καλλιέργεια της δημιουργικής γραφής, στην εμπέδωση της ιερής συνήθειας του διαβάσματος βιβλίων, στην διάδοση αξιών και στην διαμόρφωση ηθικού χαρακτήρα στους μετεφήβους.
Δεν είμαι βέβαιος ότι έχει γίνει τέτοια έρευνα και αξιολόγηση με αναλυτικό και τεκμηριωμένο τρόπο.
Όμως, πάντα βιωματικά μιλώντας, θεωρώ ότι υπήρξε τέτοιο μερίδιο συμμετοχής και, μάλιστα, σημαντικό, και, μάλιστα, σε δύσκολους κι αντίξοους καιρούς. θα έπρεπε.
Αφήνοντας στην άκρη τα comics, που την περίοδο, στην οποία αναφέρομαι, εκπροσωπούνται κυρίως από τα "ΚΛΑΣΙΚΑ ΕΙΚΟΝΟΓΡΑΦΗΜΕΝΑ" και αποτελούν άλλο κεφάλαιο, το Ελληνικό μεταπολεμικό παράδειγμα, σ' ό,τι αφορά την εξοικείωση με την λογοτεχνία και τον γραπτό λόγο,  υποδεικνύει μια διαδρομή, που αρχίζει για τον κάθε Έλληνα μάλλον από τα Παραμύθια της Θείας Λένας, για να περάσει εύκολα στα γενικώς παραδεκτά και αποδεκτά αναγνώσματα του Μικρού Ήρωα και του Μικρού Σερίφη.
Εν συνεχεία, καθώς περνάμε στην εφηβική και μετεφηβική ηλικία, παίρνουν σειρά πια η "Μάσκα" και το "Μυστήριο", που κρέμονται μεν εμφανώς στα περίπτερα της εποχής, αλλά περιβάλλονται από μια αχλύ απαγορευμένου καρπού.
Το περιεχόμενό τους, μολονότι με τα σημερινά δεδομένα θα χαρακτηριζόταν αθώο - ούτε καν Κ13, όπως λέγαμε παλιότερα - δεν ήταν ούτε καθολικά ούτε ευμενώς αποδεκτό από τις αστικές οικογένειες της εποχής.
Και δεν ήταν λίγοι εκείνοι οι νέοι, που τα διάβαζαν κρυφά, δεν ήταν λίγοι εκείνοι, που τα κυκλοφορούσαν χέρι με χέρι, προσέχοντας μη και γίνουν αντιληπτοί. Παρ' όλ' αυτά και μέχρι να ακολουθήσει η εποχή και η επανάσταση των "ΒΙΠΕΡ", αυτά τα περιοδικά αποτελούσαν την πρώτη ευχερή επαφή με την δημιουργική γραφή, τον γραπτό λόγο, την αστυνομική λογοτεχνία και τα μεγάλα ονόματα συγγραφέων και ηρώων του Αμερικανικού πανθέου του είδους. Παράλληλα δε με τα περιοδικά των Ανεμοδουρά και Στρατίκη, σε διαδοχική συστράτευση ο Τζιμ Άνταμς με τον Γιώργο Θαλάσση και τα πνευματικά τέκνα του Γκάρντνερ, του Τσάντλερ, του Χάμετ και τόσων άλλων, περνούσαν ηθικές αξίες στους νέους της εποχής, έπαιζαν έναν κυριολεκτικά ψυχαγωγικό ρόλο. Η εθνική συνείδηση, ο πατριωτισμός, η αντίσταση στον κατακτητή, το κυνήγι και η τιμωρία των κακών και των παρανόμων, ο ηρωισμός και ο αλτρουϊσμός, η ανθρώπινη δικαιοσύνη και η θεία δίκη, όλο το σύστημα των ηθικών κανόνων, που διέπουν ανθρώπινες σχέσεις, οργανωμένες κοινωνίες, μικρές ή μεγάλες, έθνη και Κράτη, περνούν μέσα από τις σελίδες των πολποπεριοδικών και εντυπώνονται με τα ίδια έντονα μαύρα γράμματα σε εφηβικές και μετεφηβικές ψυχές. 
Σ' αυτό το σύμπαν αφομοιώθηκε συνειδητά και αυτό το σύμπαν υπηρέτησε ο Τζίμμυ Κορίνης, που πέρασε κι από τον Κινηματογράφο κι από την Τηλεόραση κι από τον Ειδικό Τύπο των αυτοκινήτων, χωρίς ποτέ να απομακρυνθεί από τον αγαπημένο του γραπτό λόγο, την αστυνομική λογοτεχνία, τους ήρωες και τους αντιήρωες, τους καλούς και τους κακούς, που δεν θα σταματήσουν ποτέ να μας μαγεύουν. Και αυτό είναι ταυτόχρονα το σύμπαν, μέσα στο οποίο βίωσαν τα τρυφερότερά τους 1-2 γενιές Ελληνόπουλων - για να χρησιμοποιήσω τον φορτισμένο χαρακτηρισμό, που χρησιμοποιούσαν και οι Στρατίκης-Ανεμοδουράς για τους πρωταγωνιστές τους και που κάποτε, σε χρόνια λιγότερο παγκοσμιοποιημένα και ομογενοποιημένα σήμαινε πολλά και υπαινισσόταν ακόμη περισσότερα.    
Είναι μεγάλη η διαδρομή του Τζίμμυ Κορίνη και με πολλά ανεβοκατεβάσματα, αλλά, ευτυχώς για όλους, συνεχίζεται ακόμη. Προσαρμοσμένη στις σύγχρονες τάσεις, τον έχει, βέβαια, οδηγήσει τα τελευταία χρόνια σε διαδικτυακές αναζητήσεις και αναβιώσεις της "ΜΑΣΚΑΣ", αλλά και στην συγγραφή ουκ ολίγων ολοκληρωμένων αστυνομικών μυθιστορημάτων.
Το τελευταίο από αυτά, η "ΙΝΤΡΙΓΚΑ ΣΤΟ ΙΟΝΙΟ" κυκλοφόρησε πρόσφατα, με τον συγγραφέα να έχει αρχίσει τον κύκλο των παρουσιάσεων στο κοινό. Οι φωτογραφίες, που ακολουθούν, είναι από την χθεσινή παρουσίαση, στην οποία μίλησαν η Κα Βάσω Παπάκου και οι κκ. Κώστας Παπαπέτρος και Πέτρος Ζουμπουλάκης. Εμείς επιφυλασσόμαστε να μιλήσουμε για το βιβλίο αυτό σύντομα, μόλις το διαβάσουμε...











   
 
         
 
GreekBloggers.com