Παρασκευή, 2 Ιουνίου 2017

"Πάλε καλές αντάμωσες..." - Εισαγωγή σε μια Φωτογραφική Έκθεση για το Πανηγύρι του Άη Συμιού

Το κείμενο, που ακολουθεί, αποτελεί Εισαγωγικό Σημείωμα στην Φωτογραφική Έκθεση "Πάλε καλές αντάμωσες...", που εγκαινιάζεται σήμερα, Παρασκευή, 2 Ιουνίου 2017, στις 19:00, στον Πολυχώρο Πολιτισμού του Συλλόγου Φίλων της Μουσικής "ΔΙΟΝΥΣΙΟΣ ΣΟΛΩΜΟΣ", Ραζή Κότσικα 7, στο Μεσολόγγι.  


                        
 

                        “Πάλε καλές αντάμωσες…”
                    Φωτογραφικές στιγμές από τον Καλοκαιρινό  Άη Συμιό
Το 2013, με παρότρυνση του καλού Μεσολογγίτη Θανάση Λάκκα, βρέθηκα για πρώτη φορά  στο Πανηγύρι τ’ Άη Συμιού - Πανηγύρι, που έμελλε να προσδιορίσει την σχέση μου με το Μεσολόγγι και τους ανθρώπους του. Χωρίς επιστημονική προπαρασκευή, μόνο με το θάρρος του προσωπικού βιώματος, αποδύθηκα σε μια συστηματική παρατήρηση και φωτογραφική αποτύπωση του εθίμου, που μετράει πια πέντε συνεχή χρόνια. Στο πλαίσιο του Καλοκαιρινού Άη Συμιού του 2017, ένα ελάχιστο, αλλά, ελπίζω, χαρακτηριστικό, μέρος της προσπάθειάς μου φιλοξενείται από 2 μέχρι και 6 Ιουνίου, στην καρδιά της Ιεράς Πόλεως, στον μοναδικής αισθητικής Πολυχώρο των Φίλων της Μουσικής «ΔΙΟΝΥΣΙΟΣ ΣΟΛΩΜΟΣ».
Το Πανηγύρι τ’ Άη Συμιού ξεχωρίζει από άλλα Πανηγύρια λόγω του πολλαπλού χαρακτήρα του και των ιστορικοκοινωνικών του διαστάσεων. Πέρα από την θρησκευτική βάση, οι διαστάσεις αυτές έχουν τέτοιο βάθος και σημασία, ώστε να αποτελεί μοναδικό βίωμα ακόμη και μια απλή παρατήρηση των δρώμενων από τον επισκέπτη της πόλης.
Η έννοια, που εκφράζει πιο πολύ το Πανηγύρι, είναι, νομίζω, η «αντάμωση», που αποτελεί τον διαρκή και διακαή πόθο των Πανηγυριστών, Αρματωμένων και Καβαλαραίων. Η λαχτάρα της αντάμωσης είναι η πρώτη κινητήρια δύναμη όσων μαζεύονται κάθε χρόνο στα «Στέκια» για να πανηγυρίσουν με ζήλο κι αφοσίωση μνήμες ιερές και έμφορτες με αξίες και μηνύματα πανελλήνιας σημασίας, πανανθρώπινου χαρακτήρα.
Η έννοια της αντάμωσης ξεκινάει ήδη από τον σύνδεσμο του Μοναστηριού με την Έξοδο του Μεσολογγίου και ορίζει την δισυπόστατη φύση του Πανηγυριού. Πατώντας στα χνάρια της συμφωνημένης αντάμωσης των Εξοδιτών στο Μοναστήρι, οι Πανηγυριστές τελούν ταυτόχρονα μνημόσυνο για τους πεσόντες της Εξόδου και πανηγυρίζουν την απαράμιλλη ηθική τους νίκη επί των κατακτητών. Ηθική νίκη, που έμελλε να αποτελέσει ορόσημο του απελευθερωτικού αγώνα του ’21 και παγκόσμιο σύμβολο συνειδητής συλλογικής αυτοθυσίας, για χάρη της ύψιστης έννοιας της ανθρώπινης ελευθερίας και της εθνικής ανεξαρτησίας.
Ένα τέτοιο Πανηγύρι, όμως, που η ζωή του μετριέται με αιώνες, δεν λειτουργεί μόνο σε συμβολικό επίπεδο. Η διοργάνωση και η πραγματοποίησή του αποκαλύπτουν πολλές σταθερές, που έχουν την δική τους μεγάλη σημασία. Σταθερές, που περνούν από γενιά σε γενιά Μεσολογγιτών, αυτονόητες για τους ντόπιους, αλλά όχι και για τους επισκέπτες, στους οποίους τα επί μέρους στοιχεία του Πανηγυριού προκαλούν βαθύτατη εντύπωση.
Ο πάνδημος χαρακτήρας του εορτασμού είναι το πρώτο στοιχείο. Με τον ένα ή τον άλλο τρόπο συμμετέχει όλη η πόλη, συνεορτάζει, διευκολύνει την διοργάνωση, προσδοκά και αποδέχεται την αναστάτωση της καθημερινότητας, τις μουσικές και τα τραγούδια μέχρι βαθείας νυκτός έξω από σπίτια και καταστήματα, βγαίνει στα κατώφλια και στα περβάζια, χαιρετίζει και ραίνει με λουλούδια τους Πανηγυριστές, τραγουδάει και χορεύει μαζί τους.
Άλλο σπουδαίο στοιχείο είναι η συμβίωση των φυλών και η συνέργεια, που αντανακλώνται στο Πανηγύρι. Παραδοσιακά σταθεροί και αναντικατάστατοι οι ρόλοι των Ρομά ως μουσικών της κάθε Παρέας, χωρίς αυτό να τους καθιστά δευτεραγωνιστές ή λιγότερο Πανηγυριστές. Μαζί τραγουδούν όλοι, πρίμο-σεκόντο, όπως και μαζί ζουν ή συνεργάζονται στο Μεσολόγγι.
Καταλυτικό στοιχείο είναι, επίσης, η διαγενεακή συμμετοχή στο Πανηγύρι. Οι Πανηγυριστές, Αρματωμένοι και Καβαλαραίοι,  εμφυτεύουν το πνεύμα του Πανηγυριού ακόμη και στα πιο μικρά τους αγόρια. Τα παίρνουν μαζί στην πομπή και στα συμπόσια, τα ντύνουν με την ανάλογη φορεσιά, τα παροτρύνουν να συμμετάσχουν ενεργά όπου και όσο το επιτρέπει η ηλικία τους. Η πρακτική αυτή, μια ιδιότυπη, σταδιακή, παράδοση της σκυτάλης από τον πατέρα στον γιο, μεταλαμπαδεύει, ήδη από τρυφερότατη ηλικία, στους μικρούς Μεσολογγίτες το νόημα και τους συμβολισμούς του Πανηγυριού. Μεταλαμπαδεύει τις πανανθρώπινες και εθνικές αξίες, που αντικατοπτρίζονται στο Πανηγύρι – και τούτο σε εποχές έκπτωσης των αξιών αυτών. Έτσι ο μικρός Μεσολογγίτης εντάσσεται με φυσικό και αβίαστο τρόπο στην Παρέα. Στην Παρέα, που είναι μια μείζων οικογένεια και μια μικροκοινωνία ταυτόχρονα, ένα μικρό Μεσολόγγι και μια μικρή Ελλάδα, που τραγουδούν και χορεύουν χαρές και δοκιμασίες, που αντιστέκονται, που θυμούνται και τιμούν, που φιλοξενούν και τρατάρουν τους ξένους από το υστέρημά τους, που δένουν τα μέλη τους μεταξύ τους με δεσμούς ακατάλυτους.     

                    

Δεν ξέρω πόσο κατάφερε ο φωτογραφικός φακός να αποτυπώσει έστω κάποια από τα στοιχεία αυτά στα στιγμιότυπα της Έκθεσης. Ελπίζω πως με λίγη καλή διάθεση και φαντασία, ο επισκέπτης θα διακρίνει κι ο ίδιος όσα προσπάθησα προσωπικά να καταγράψω. Έτσι κι αλλιώς, πάντως, το Πανηγύρι δεν είναι εδώ, αλλά εκεί έξω, στους δρόμους της Ιεράς Πόλεως και στο ξέφωτο του Μοναστηριού. Εκεί συνέβησαν όλα όσα καταγράφονται στις φωτογραφίες, εκεί η κατάνυξη, εκεί το αχ του στεναγμού και η λάμψη της χαράς, εκεί η ντοπιολαλιά και το  τραγούδι κι η ζάλη του χορού. Δρασκελώντας το κατώφλι,  στα δρομάκια της πόλης τα ζούμε όλα - όλα όσα δείχνουν οι φωτογραφίες!
Κλείνοντας το σημείωμα αυτό, οφείλω να εκφράσω τις βαθύτατες ευχαριστίες μου σε όλο το Μεσολόγγι, σε όλους τους Μεσολογγίτες, για την τεράστια και ζεστή αγκαλιά τους. Η Έκθεση είναι το αντίδωρό μου στην Ιερά Πόλη – αντίδωρο, για το οποίο βοήθησαν καθοριστικά η Κα Βάσω Σωτηρίου, που είχε και δούλεψε πολύ την αρχική ιδέα, οι κκ. Μάκης Κουτσαγγέλης και Τάκης Φωλιάς, που, μαζί με τον Σύλλογο «ΔΙΟΝΥΣΙΟΣ ΣΟΛΩΜΟΣ», υιοθέτησαν αμέσως το εγχείρημα και διαθέσανε τον χώρο. Από κοντά ακολούθησαν οι Κες Ντίνα Παπαδοπούλου, Φωτεινή Καραβία, Λίτσα Κιτσινέλη και Δήμητρα Βραχά, που αυθόρμητα διεκπεραίωσαν μεγάλο μέρος της διοργάνωσης. Από κοντά ακόμα και το κύτταρο πολιτισμού, το «ΠΟΛΥΠΛΕΥΡΟ ΜΕΣΟΛΟΓΓΙ», το Μεζεδοπωλείο «Εξ αποστάξεως» της οικογένειας Σκαρμούτσου, το Ζαχαροπλαστείο «ΛΥΡΟΣ» και η Ποτοποιία Πασιόπουλου «ΠΕΛΑΔΑ».
Είμαι σε όλες και όλους ευγνώμων, είμαι ευγνώμων σε όλο το Μεσολόγγι, σ’ όλες τις Παρέες και δεν έχω άλλο να πω παρά «Πάλε καλές αντάμωσες…». Κάθε μέρα, κάθε μήνα, κάθε χρόνο, καλές αντάμωσες νάχουμε όλοι στον πλάτανο, στην βρυσούλα, στην πλατεία, στα δρομάκια, παντού όπου μαζεύονται άνθρωποι με αγάπη για τον τόπο, μ’ αγάπη αναμεταξύ τους…       

                                             Μεσολόγγι, Παρασκευή, 2 Ιουνίου 2017  

 
                            


                  

Πέμπτη, 25 Μαΐου 2017

Ο υπερσυντέλικος των ερώτων



Στις πιο κρυφές γειτονιές
του μυαλού μου
ποτήρια
μισοάδεια
αποτυπώματα χειλιών
στο φτηνό γυαλί
χειρονομίες μετέωρες
μονόλογοι
χωρίς τελεία.
Στις πιο κρυφές γειτονιές
του μυαλού μου
στάζει η νύχτα μελάνι
πάνω στον υπερσυντέλικο
των ερώτων.

Κυριακή, 21 Μαΐου 2017

"Η ΠΙΣΩ ΑΥΛΗ" του Λευτέρη Πετρή κι εμείς


Τον Λευτέρη Πετρή δεν είχε τύχει, μέχρι πρόσφατα, να τον γνωρίσω. Κακώς αυτό!
Το Facebook πρόσφατα, όμως, μου πρότεινε την νουβέλα, που έχει γράψει. Καλώς αυτό!


Η συνέχεια δόθηκε την Τρίτη, 16 Μαΐου 2017, στην φιλόξενη πίσω αυλή του Νομισματικού Μουσείου, όπου παρουσιάσθηκε επίσημα πια "Η πίσω αυλή".





"Η πίσω αυλή" είναι η νουβέλα του Λευτέρη Πετρή, που κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις Εκδόσεις "ΟΣΕΛΟΤΟΣ" και που καταπιάνεται με μερικά από τα πιο διαχρονικώς ευαίσθητα θέματα: την ομοφυλόφιλη επιθυμία και το βίωμα, την σεξουαλική ζωή στην επαρχία και την γενικότερη καταπίεση στα χωριά. Καταπίεση, που ούτε μόνο σεξουαλική είναι ούτε εκφράζεται αναγκαστικά με ξεκάθαρες πράξεις ή με λόγια. Μπορεί να είναι και κλίμα, απλώς, σκέτη ατμόσφαιρα, ζόφος στον αέρα, που πνίγει.



Η πλοκή της νουβέλας τοποθετείται σε μια φανταστική Ελληνική επαρχία, γνώριμη λίγο-πολύ ως πλαίσιο σε όλους μας. Οι βασικοί πρωταγωνιστές, νέα παιδιά και αργότερα νέοι άνδρες, εκεί ζουν και εκεί βιώνουν τα πρώτα ερωτικά σκιρτήματα, τα οποία καλούνται να διαχειρισθούν. Προχωρούν με αγορίστικη τόλμη, αρχικά, για να υποχωρήσουν αργότερα και να κάνουν τις αναμενόμενες συμβατικές επιλογές της δημιουργίας οικογένειας, με το ερωτικό σαράκι, όμως, να δουλεύει και να τους κατατρώει εσωτερικά.  Από την πλευρά του, ο συγγραφέας, αντί να προφύγει σε μια κλασικού τύπου γραμμική αφήγηση της ιστορίας, παρουσιάζει την ζωή τους σε δύο διαφορετικές χρονικές φάσεις του παρελθόντος τους, κάνοντας άλματα πίσω-μπρος στον χρόνο.
Ταυτόχρονα μια άλλη, αντίστοιχη, ιστορία εξελίσσεται στο παρόν. Το γεωγραφικό πλαίσιο είναι ίδιο, αλλά ο χρόνος, που έχει περάσει στο μεταξύ, επιτρέπει πλέον λίγο μεγαλύτερη ελευθερία, λίγο περισσότερη τόλμη. Αν μη τι άλλο, αυτοί οι σύγχρονοί μας ήρωες της ίδιας "Πίσω αυλής" μπορούν, για αρχή, να δουν τον εαυτό τους στον καθρέφτη κατάματα, δεν αποστρέφουν το βλέμμα τους, διακρίνουν τα ζητήματα και τα προβλήματα και κάνουν τις επιλογές τους. Δεν ανατρέπουν τα δεδομένα και τις συνθήκες του χωριού, δεν επαναστατούν ούτε προκαλούν, αλλά τουλάχιστον αναγνωρίζουν την προσωπική τους αλήθεια και αποφασίζουν να την ζήσουν. Έστω κι αν πρέπει να καταφύγουν στην μεγάλη πόλη, στην Αθήνα. Έστω κι αν ούτε η Αθήνα ούτε καμμιά άλλη μεγάλη πόλη αποτελεί πραγματική λύση, όσο η κοινωνία δεν αλλάζει ριζικά.
Μπορεί οι κάθε είδους και κατηγορίας "διαφορετικοί" άνθρωποι πράγματι να χάνονται στις μεγάλες πόλεις. Μπορεί αυτό να δίνει μιαν αίσθηση ελευθερίας και αποδοχής, αλλά αυτή η αίσθηση αποδεικνύεται ψευδαίσθηση, στον βαθμό που οι μικρόκοσμοι, μέσα στους οποίους ζούμε όλοι την καθημερινή, πραγματική, μας ζωή, αποτελούν συχνά μικρογραφίες χωριών, ελάχιστα προοδευτικών και ελάχιστα ανεκτικών.
Στην τελευταία παράγραφο του βιβλίου, ο Λευτέρης Πετρής βάζει μια πολύ χαρακτηριστική διαπίστωση στο στόμα ενός από τους πρωταγωνιστές του: "Νομίζω πως χαθήκαμε μέσα στις "ευκαιρίες" και στις επιλογές που προσφέρει η πόλη. Αυτή η ελευθερία και η αποδοχή που απολαμβάνουμε δεν φτάνει για να μας κάνει ικανούς να αγαπάμε.".
Προφανώς, ούτε και για να μας αγαπούν...


  
Οι δύο ιστορίες συνδέονται μεταξύ τους στο τέλος με έναν αναπάντεχο τρόπο, που έρχεται να δικαιολογήσει την αφηγηματική προσέγγιση των αλμάτων στον χρόνο και να εκπλήξει τον αναγνώστη.
Η αφηγηματικά παράλληλη εξέλιξη της πλοκής σε τρεις διαφορετικές χρονικές στιγμές συνδυάζεται με έναν γοργό ρυθμό γραφής σε χρόνο ενεστώτα, στιγμιαίο ενεστώτα. Το αποτέλεσμα για τον αναγνώστη είναι να ρέει εύκολα και ανεμπόδιστα το βιβλίο, που κρατάει στα χέρια του, καθώς μια ευπρόσδεκτη κινηματογραφική αίσθηση μετατρέπει τις σελίδες σε εικόνες, πλάνα και σεκάνς από ταινία.
"Η πίσω αυλή" είναι σίγουρα ένα έτοιμο ή σχεδόν έτοιμο σενάριο. Μπορεί να λείπει για την ώρα ο σκηνοθέτης, αλλά οι θεατές έχουμε ήδη πάρει τις θέσεις μας από την στιγμή που διαβάζουμε την πρώτη φράση στην πρώτη σελίδα. Κι όταν ξανανάβουν τα φώτα... καθώς, όχι χωρίς περίσκεψη, σηκωνόμαστε για να φύγουμε, βάζουμε στοίχημα με τον εαυτό μας πρώτα-πρώτα να κάνουμε την πίσω αυλή, την κάθε πίσω αυλή, κάθε σπιτιού, κάθε χωριού, κάθε πολιτείας, αυλή μπροστά, αυλή φωτεινή, αυλή ανοιχτή. Για όλους!..


     


Τρίτη, 16 Μαΐου 2017

Σύμπαν γυναικών: ΑΙΣΘΗΜΑΤΑ ΣΕ ΠΑΡΑΖΑΛΗ





Γυναίκες...
Αναμφισβήτητα, τα πιο γοητευτικά πλάσματα της φύσης όλης - αλλά και τα πιο μυστηριώδη.
Πώς καταπιάνεται, όμως, κανείς με τις γυναίκες; Πώς καταπιάνεται ουσιαστικά, όχι επιφανειακά; Κι όχι για να τις κατακτήσει, αλλά για να τις προσεγγίσει, να τις κατανοήσει, να τις περιγράψει. Ο Κωνσταντίνος Τσιφτσής, που το αποτόλμησε, είχε την απάντηση στο πώς. Και γι' αυτό το κατάφερε: αξιοποίησε το πιο αποτελεσματικό εργαλείο κατανόησης, που διαθέτει ο άνθρωπος: την αγάπη!
Ήδη στον Πρόλογο του μυθιστορήματός του "ΑΙΣΘΗΜΑΤΑ ΣΕ ΠΑΡΑΖΑΛΗ", ο Κωνσταντίνος Τσιφτσής δηλώνει απερίφραστα κι εμφατικά την αγάπη του, την λατρεία του, για τις γυναίκες, μιαν αγάπη, που είναι εμφανής σε όλες τις σχεδόν 500 σελίδες του βιβλίου.
Κι απ' αυτό το στοιχείο ξεκινώντας, ο συγγραφέας των "ΑΙΣΘΗΜΑΤΩΝ" επιλέγει να σμιλέψει στοργικά και να στήσει ολόρθο στην κοινή θέα ένα ανάγλυφο της Θεσσαλονίκης της τελευταίας 40ετίας, μια τοιχογραφία όχι πολύ μεγάλη, αλλά αρκετή και ενδεικτική της πόλης και της κοινωνίας της.
Φτιάχνει ένα μικρό σύμπαν, γυναικείο, κυρίως, σύμπαν, ανοίγει την εξώθυρα διάπλατα και, χωρίς να το καταλάβουμε σχεδόν, μας προσελκύει, μπαίνουμε μέσα αβίαστα, παρασυρόμαστε, μετέχουμε - και, τελικά, κατανοούμε κι εμείς λίγο περισσότερο το αντικείμενο της αγάπης του συγγραφέα και των ανδρών όλων, τις γυναίκες!



Μολονότι οι ανδρικοί χαρακτήρες στα "ΑΙΣΘΗΜΑΤΑ" είναι πολλοί και καθοριστικοί για την εξέλιξη, τον αδιαφιλονίκητα πρώτο ρόλο στο σύμπαν αυτό ο συγγραφέας τον επιφυλάσσει στις γυναίκες. Με μαεστρία, ο Τσιφτσής τις βάζει να μας πάρουν από το χέρι, όπως συχνά συμβαίνει και στην πραγματική ζωή, και να μας οδηγήσουν στις λεωφόρους και στα στενά της πόλης, αλλά, κυρίως, στις πιο αθέατες γωνιές του εσωτερικού τους κόσμου.
Οι γυναίκες του Τσιφτσή και των "ΑΙΣΘΗΜΑΤΩΝ" του ξεκινούν κατά βάση από τα μικρομεσαία στρώματα της Θεσσαλονίκης και της Βόρειας Ελλάδας, για να ανέβουν σταδιακά τα κοινωνικά και οικονομικά σκαλοπάτια μέσα από μιαν αλληλουχία συνειδητών επιλογών τους. Τα γυρίσματα της τύχης δεν λείπουν, όπως δεν λείπουν ούτε κι οι μικρές ή οι μεγάλες τραγωδίες, τα λάθη, τα κρίματα, οι αδυναμίες. Σε όλες τις περιπτώσεις, όμως, αναδεικνύεται η θέληση των πρωταγωνιστριών να τους πάνε κόντρα. Κι αυτό όχι από κόνξα, νάζι και τερτίπι. Φτωχές ή ταπεινές μπορεί να είναι - φτηνές όχι! Είναι η συνειδητή τους επιλογή να διαχειρισθούν τις καταστάσεις. Αγωνίζονται να ξεπεράσουν τα εμπόδια, να σταθούν στα πόδια τους, να εξασφαλίσουν μια καλύτερη ζωή για τον εαυτό τους, για τους δικούς τους ανθρώπους, για τα παιδιά τους.
Δεν θα τις έλεγα εξαιρετικές γυναίκες, όπως δεν θα χαρακτήριζα συνταρακτικά και τα περισσότερα από τα γεγονότα, που περιγράφονται στο βιβλίο. Δεν πρόκειται για ηρωίδες, που τα βάζουν με καταστάσεις εξωπραγματικές, απίθανες, υπεράνω των ανθρωπίνων πραγμάτων. Καθημερινές γυναίκες είναι, γυναίκες της διπλανής πόρτας, με τα όριά τους και τις δεδομένες δυνατότητές τους. Γυναίκες με πίστη σ' αυτές τις δυνατότητες, με πείσμα και με γνώση για το πώς να τις αξιοποιήσουν, ώστε στο τέλος να επιβιώσουν και να επικρατήσουν.
Διαβάζοντας τα "ΑΙΣΘΗΜΑΤΑ",  αυτό, στο οποίο πρωτίστως μετέχουμε, είναι η απλή αλλά πολύτιμη για τον καθένα καθημερινότητα ενός μικρού κύκλου Θεσσαλονικιών. Σε πρώτο επίπεδο, ξετυλίγεται μπροστά μας λίγο λίγο όλη η καθημερινότητα της Θεσσαλονίκης, όπως αλλάζει και προχωράει στον χρόνο, από το '70 ώς τις μέρες μας. Σε ένα δεύτερο επίπεδο, ωστόσο, παρατηρούμε το πώς αυτή η ίδια καθημερινότητα μεταλλάσσεται και μαζί αλλάζει και τον χαρακτήρα των γυναικών αυτών, μεταβάλλει τις προτεραιότητές τους, καθορίζει την ζωή, την προοπτική, την πορεία, την μοίρα τους.
Με μιαν εξαντλητική παράθεση λεπτομερειών από την καθημερινότητα αυτή, ένα είδος πολύ οργανωμένης ψιλοβελονιάς, ο Τσιφτσής κυριολεκτικά κεντάει τα ξεχωριστά ψυχογραφήματα των ηρωίδων του, εξηγεί, ερμηνεύει, δικαιολογεί πράξεις και συμπεριφορές, με έναν τρόπο, που δεν αφήνει κενά στην αφήγηση κι ούτε εγκαταλείπει τίποτε μετέωρο ή  ανεξήγητο. Όλα τα γεγονότα κι οι χαρακτήρες είναι κρίκοι μιας και μόνης αλυσίδας, συνδέονται μεταξύ τους, έχουν τον μικρό ή μεγάλο ρόλο τους, αλληλεπιδρούν και δημιουργούν την τοιχογραφία, στην οποία στόχευε ο συγγραφέας. Οι ρυθμοί της γραφής είναι γοργοί, οι φράσεις κοφτές κι οι διάλογοι αληθοφανείς, βγαλμένοι από την πραγματικότητα. Οι ήρωες κι οι ηρωίδες δεν ρητορεύουν ούτε κηρύττουν. Μιλάνε όπως μιλάμε όλοι μας με τους φίλους, τους γνωστούς, τους συναδέλφους. Λένε όσα έχουν να πουν, πράττουν όσα έχουν να πράξουν, υπό το άγρυπνο μάτι του συγγραφέα, που παρακολουθεί, καταγράφει και αφηγείται με προσοχή στην λεπτομέρεια, αλλά χωρίς να κουράζει με άχρηστους και αντιλειτουργικούς πλατυασμούς.

 
Από πολλές απόψεις, τα "ΑΙΣΘΗΜΑΤΑ ΣΕ ΠΑΡΑΖΑΛΗ" είναι ένα μικρό, διόλου ευκαταφρόνητο, κατόρθωμα. Γιατί είναι κατόρθωμα, τελικά, για έναν άνδρα να παρατηρήσει τόσο υπομονετικά τους τρόπους των γυναικών, είναι κατόρθωμα να καταγράψει με επιμονή στα όρια της εμμονής ακόμα και τα πιο απειροελάχιστα "ιχνοστοιχεία", που απαρτίζουν - και ίσως ορίζουν -  την καθημερινή τους ζωή,  είναι κατόρθωμα να ξεκινήσει από τα αχνά αυτά ίχνη και να διεισδύσει τόσο βαθιά στον χαρακτήρα, στην ψυχή τους.
Το μυθιστόρημα, παρά την έκτασή του, κυλάει σαν νερό. Και σαν νερό αφήνει πίσω του μιαν αίσθηση δροσιάς. Και αγάπη, πολλή αγάπη, για τις γυναίκες. Αγάπη, που ξεκινάει από τον συγγραφέα και καταλήγει σ' εμάς - αλλά, χάρις στα "ΑΙΣΘΗΜΑΤΑ" είναι πια αγάπη εξηγημένη, αγάπη με νόημα, αγάπη με κατανόηση. Κι αυτή η κατανόηση είναι σίγουρα το μείζον κατόρθωμα του Τσιφτσή.
Αναζητήστε το βιβλίο αυτό στην διεύθυνση των εκδόσεων  "ΜΕΘΕΞΙΣ" info@metheksis.gr  - και θα με θυμηθείτε!


Δευτέρα, 15 Μαΐου 2017

Όπως φεύγεις

Όπως φεύγεις
Πάρε μαζί σου τον έρωτα
Άσε σε μένα
Την αγάπη
Και κλείσε την πόρτα
Πίσω σου



Τετάρτη, 26 Απριλίου 2017

Βίοι Αγίων



Κανένας
Δεν το συλλογίσθηκε
Να γράψει
Βίους Αγίων
Για των ερώτων
Τους απελπισμένους
Κανένας
Ποτέ
Δεν τους είδε
Πώς
Καβαλάρηδες
Αφανίζουν
Τον Δράκοντα
Και πάλι
Πώς από τις πληγές τους
Αναβλύζει μύρο
Σαν αίμα
Ακόμα ζεστό
Και πώς
Στο τέλος
Τάμα το τάμα
Ξέρουν να φανερώνουν
Ξανά
Την αγάπη
Μέσα στα σκοτάδια
Και την σιωπή.





Τρίτη, 4 Απριλίου 2017

Κρατήσου




Όλη η Άνοιξη
Σ' ένα λουλούδι
Όλη η αγάπη
Σ' ένα χέρι
Κρατήσου




Τρίτη, 28 Μαρτίου 2017

Από έρωτες θυμάμαι



Από έρωτες
θυμάμαι μονάχα
κάτι όρθιους
πάνω σε παγωμένα μωσαϊκά
ξεβγάλματα
χωρίς θερμοσίφωνα μετά
πόρτες που τρίζανε
και μαγκώνανε άλλοτε
μπαίνοντας και βγαίνοντας
σκυφτά
από φόβο
μην πάρει είδηση
ο γείτονας
στο δίπλα σπίτι
θυμάμαι κι εκείνους που άξιζαν
τα ψέματα που έλεγα
και τ' άλλα ψέματα
που μου λέγανε
έρωτες ιστορίες
με ξέφτια
εδώ κι εκεί
ξηλώματα στις άκρες
σαν ρούχα λιωμένα
που τα ντρέπεσαι λίγο
αλλά κρατάνε κάπως
και τα φοράς ακόμα
γιατί πάνω σου λιώσανε
μαζί σου
έρωτες
με αμάξια θυμάμαι
να τρέχουν βράδυα
με τα χίλια στην Εθνική
για να δώσουν
και να πάρουν
ένα λεπτό παραπάνω
λαχανιασμένο λεπτό
γιατί τόχουν αυτό
οι έρωτες
να βιάζονται
ν' αγκομαχάνε
η αλήθεια
τους
κόβει την ανάσα
όλα τ' άλλα
που περιμένουν στην σειρά
υπομονετικά
δεν ξέρω τι είναι
ίσως ταμειακές τακτοποιήσεις.






Τρίτη, 21 Μαρτίου 2017

Μάθημα Ορθογραφίας



Απώλεια
Όνομα ουσιαστικό
Γένος θηλυκό
Γράμματα επτά
Α
Γιατί όλα αρχίζουν με α
Π
Για τον σταθερό αριθμό που θα ψάξεις απ' την αρχή
Στην ώρα του
Ω
Για την ευρυχωρία της αγάπης
Και της οδύνης
Με τόνο
Λ
Για τον έρωτα που είναι υγρός
Πάντα
Ε
Για τον Ενικό αριθμό
Τον δικό σου
Και του άλλου
Ι
Γιατί είσαι ακόμα όρθιος
Και θα είσαι
Α
Γιατί όλα αρχίζουν με α
Ξανά.


Δευτέρα, 20 Μαρτίου 2017

Ο ΒΛΑΧΙΚΟΣ ΓΑΜΟΣ στην Θήβα - "Και του χρόνου στο μέτρο!"

Λένε πως ο Βλάχικος Γάμος είναι κατάλοιπο της πανάρχαιας Διονυσιακής λατρείας.
Κι ακόμα λένε πως το έθιμο τηρείται στην Θήβα 150 χρόνια τώρα ή και περισσότερο.
Ιστορικά, όμως, θαρρώ πως το πιο σπουδαίο είναι οι μαρτυρίες κι οι μνήμες, που μας παραδίδουν ότι, όσο κι αν έχουμε εδώ να κάνουμε με ένα Αποκριάτικο δρώμενο, έναν γάμο εικονικό, η πραγματικότητα, μέχρι σχετικά πρόσφατα, δεν απείχε πολύ από την σημερινή καυστική παρωδία.
Τα προξενιά, οι διαπραγματεύσεις για την προίκα, το αλισβερίσι των συμπεθέρων και, βέβαια, το πάνδημο γλέντι, συνοδεία νταουλιών και ζουρνάδων, δεν είναι σύγχρονα εφευρήματα ούτε σατιρικές επινοήσεις, αλλά αντανακλάσεις πραγματικών καταστάσεων και βιωμάτων, που πολλοί θυμούνται να επιβιώνουν ώς και στην δεκαετία του 60 ακόμη.



Στο Αποκριάτικο έθιμο, που τηρείται κάθε χρόνο με ευλάβεια την Καθαρά Δευτέρα, η νύφη είναι άντρας, που μάταια προσπαθεί να κρύψει το πραγματικό του φύλο. Οδηγείται, με μεγαλειώδη μεθυστική, πομπή, μαζί με την οικογένειά της σε αυτοσχέδια καλύβα, ενώ σε άλλη καλύβα, απέναντι, στήνεται το σόι του γαμπρού. Μεταξύ των δύο πλευρών και εις επήκοον όλων, ακολουθούν απίστευτοι διάλογοι, με στόχο οι μεν να παντρέψουν την κόρη τους οι δε να αποσπάσουν όσο το δυνατόν μεγαλύτερα οικονομικά ανταλλάγματα. Οι προσπάθειες απαξίωσης, μέσα σε έναν καταιγισμό από χωρατά, αυστηρώς ακατάλληλα υπονοούμενα και γιουχαΐσματα του πλήθους, καταλήγουν στην πολυπόθητη συμφωνία περί την προίκα και, φυσικά, ακολουθεί το γλέντι του γάμου, που περιλαμβάνει πολύ, πάρα πολύ, χορό.







Θα περίμενε, ίσως, κανείς ότι από την συνηθισμένη στην περίοδο των Αποκριών πλαστοπροσωπία της γυναίκας, που είναι άντρας, θα ξεκινούσαν όλα τα αστεία και τα χωρατά, που κλιμακώνονται και οδηγούν στο άνευ προηγουμένου εορταστικό κλίμα, στην γενική χαρά, που γεννιέται στην Κεντρική Πλατεία και ξεχύνεται πηγαία και ανεμπόδιστη στον πεζόδρομο της Επαμεινώνδου, συνεπαίρνοντας και συμπαρασύροντας όχι μόνον τον Θηβαίο, αλλά ακόμη και τον τυχαίο τουρίστα, τον αθώο περαστικό.








Όμως όχι! Το εορταστικό πνεύμα είναι ήδη παρόν από την προηγουμένη μέρα. Απ' όταν, Κυριακή μεσημέρι, συγκεντρώνονται σιγά-σιγά οι Παρέες στα σπίτια των Καπετάνιων τους, απ' όταν περιδιαβαίνουν στους δρόμους της Θήβας χορεύοντας ακατάπαυστα, απ' όταν οι Πανηγυριστές καταλήγουν στην Πλατεία και χορεύουν ώς αργά το βράδυ της Κυριακής, ακούραστοι πάντα κι ανεξάρτητα από καιρικές συνθήκες.
Ξημερώνοντας Καθαρά Δευτέρα, με ώρες ξεκούρασης κι ύπνου ελάχιστες, ανάβουν τις φωτιές και στήνουν τα τραπέζια και το σκηνικό για τον γάμο και το γλέντι, για τους χορούς και τα Σαρακοστιανά κεράσματα - με κέφι αμείωτο, με χάρη και με χαρά, με πείσμα, όταν ο καιρός δεν βοηθά, και με επιμέλεια.





Δεν ξέρω πόσα αναμφισβήτητα ιστορικά τεκμήρια μπορεί να υπάρχουν για το ότι ο Βλάχικος Γάμος είναι όντως κάποιου είδους Διονυσιακή λατρεία, όπως επιβίωσε ώς τις μέρες μας - ας το πουν αυτό ιστορικοί και λαογράφοι. Εγώ θα αρκεστώ να πω μόνο πως η ένταση, το ξέφρενο, του χορού στα πλακόστρωτα της Επαμεινώνδου, η συνεχής και αμείωτη έξαψη των χορευτών, αυτή τούτη η ακαταμάχητη γενίκευση της εορταστικής διάθεσης, έχουν σαφή χαρακτήρα διονυσιακών στοιχείων, μαρτυρώντας πρακτικά ότι η Θήβα, μ' όλη της την σπουδαία ιστορική διαδρομή, μ' όλη της την αδιάλειπτη ιστορική συνέχεια, διέσωσε, διατήρησε, έναν ξεκάθαρο και ορατό στο γυμνό μάτι διονυσιασμό στο γλέντι της. Όπερ έδει δείξαι - αλλά μην το δεχθείτε αυτό ούτε από τα δικά μου γραπτά ούτε από κανενός άλλου. Η Θήβα είναι πολύ κοντά στην Αθήνα, μόλις μια ώρα με το αυτοκίνητο, και προσφέρεται για μιαν οικονομική ημερήσια εξόρμηση, ακόμη και χωρίς προγραμματισμό, ακόμη και χωρίς να σηκωθείτε αξημέρωτα για να πάτε.
Οι χοροί και το γλέντι στον πεζόδρομο και στην Πλατεία δεν ξεκινούν πριν από τις 11 ή τις 12 το μεσημέρι, ενώ το κυρίως δρώμενο αρχίζει κατά τις 3. Οι ταβέρνες και τα εστιατόρια αφθονούν στην ίδια περιοχή και - για όσους δεν νηστεύουν - προσφέρουν τόσο πολλά και διάφορα σουβλιστά, ώστε να μετατρέψετε την Καθαρά Δευτέρα σε Πάσχα!
Κι αν, φεύγοντας, σας ευχηθούν "Και του χρόνου στο μέτρο!", μην εκπλαγείτε, μην απορήσετε. Αυτή είναι η παραδοσιακή ευχή αποχαιρετισμού στον Βλάχικο Γάμο. Ευχή, που εκφράζει την ελπίδα να βρεθείτε, να βρεθούμε, όλοι του χρόνου ξανά, να μετρηθούμε τότε και νάμαστε μαζί οι ίδιοι, ίσοι στον αριθμό, γεροί όλοι, παρόντες. Ευχή, που ανάμεσα στ' άλλα, υπονοεί κι ότι οι Θηβαίοι οικοδεσπότες θα σας περιμένουν, θα σας καλωσορίσουν πάλι, το ίδιο φιλόξενοι και ζεστοί, το ίδιο άρχοντες κι ανοιχτοί και γλεντζέδες!
Απαντήστε τους, λοιπόν. Απαντήστε, με την ίδια ευχή - άλλη καλύτερη σ' αυτό το συγκινησιακά φορτισμένο κλίμα, όχι, δεν θα βρείτε: Και του χρόνου στο μέτρο!    


'Ολη η λεπτομερής φωτογράφηση του φετινού Βλάχικου Γάμου, στην Θήβα, ανήμερα Καθαρά Δευτέρα, βρίσκεται εδώ
Τα προεόρτια της παραμονής εδώ.
              

Παρασκευή, 17 Μαρτίου 2017

ΑΝΕΜΟΔΑΡΜΕΝΑ ΥΨΗ - στο Θέατρο "ΕΜΠΡΟΣ"




"... am Heathcliff! He's always, always in my mind: not as a pleasure, any more than I am always a pleasure to myself, but as my own being." 
                                                      Catherine Earnshaw
                                                      "Wuthering Heights", Κεφ. 9




Τα "Ανεμοδαρμένα Ύψη", κλασικό αριστουργηματικό έργο της Έμιλυ Μπροντέ και ένα από τα χαρακτηριστικότερα μυθιστορήματα της Αγγλικής πεζογραφίας, έκαναν δικαιολογημένο πάταγο το 1847, όταν πρωτοεκδόθηκαν. Μυθιστόρημα πολυσέλιδο και πολυπρόσωπο, υιοθετεί μια περίτεχνη αφήγηση, διεισδύοντας αδιάκριτα πίσω από την βιτρίνα της Βικτωριανής Αγγλίας και αποκαλύπτοντας πάθη και πόθους, ανομολόγητες σκέψεις αμφιλεγόμενων ηρώων, που προκαλούν με τον πιο μοιραίο τρόπο τα ήθη της εποχής. Άνθρωποι βίαιοι, ακραίοι σε συμπεριφορά, άνθρωποι έρμαια του ερωτικού πάθους κι άλλοι άνθρωποι έρμαια της φιλαυτίας, της φιλαργυρίας, του αριβισμού, παρελαύνουν στις σελίδες του βιβλίου, ξεμπροστιάζουν τις κοινωνικές δομές, την υποκρισία, προκαλούν την προσωπική τους τραγωδία.    
Η τόλμη της γραφής και της πλοκής, που συζητήθηκε πολύ σε Αγγλία και Αμερική στα μέσα του 19ου αιώνα και τάραξε τα νερά της λογοτεχνικής και κοινωνικής ζωής, αποτύπωνε ανάγλυφα έναν κόσμο, που πολλοί, πάρα πολλοί, θα προτιμούσαν να μην εκτεθεί ποτέ σε κοινή θέα. Η Έμιλυ Μπροντέ (1818-1848), αν και δεν έζησε για να γνωρίσει ούτε την αρχική κατακραυγή ούτε τον μεταγενέστερο και διαρκέστερο θρίαμβο, το τόλμησε, παρ' ότι προερχόταν και η ίδια από ένα εξόχως συντηρητικό περιβάλλον - ή ίσως ακριβώς γι' αυτό τον λόγο μόνον εκείνη μπορούσε να το κάνει!





Από το σύνθετο αυτό έργο η Κλεοπάτρα Εμμανουήλ κράτησε ευφυώς τον βασικό σκελετό και τα πιο ουσιώδη στοιχεία της δράσης και των πρωταγωνιστών, για να προχωρήσει σε μια διασκευή, που θα την άντεχε το σανίδι του θεάτρου και ο σύγχρονος θεατής. 
Στην συνέχεια, με την επέμβαση και την υποδειγματική σκηνοθεσία του Δημήτρη Παναρετάκη, στήνεται τελικά μια παράσταση, που παρουσιάζει ενδιαφέρον από πάρα πολλές πλευρές και που, διόλου τυχαία, βρίσκει φιλόξενη στέγη στο Θέατρο "ΕΜΠΡΟΣ" - χώρο φιλικό στην καλλιτεχνική πρωτοπορία και στον πειραματισμό.
Μολονότι είναι προφανώς καίρια η δουλειά των Εμμανουήλ - Παναρετάκη πάνω στο πρωτότυπο έργο, τείνω να χαρακτηρίσω το σκηνικό αποτέλεσμα έργο συνόλου, καθώς η συμπύκνωση της πλοκής, η διάδραση των χαρακτήρων, η αλληλουχία των ενεργειών και οι ρυθμοί της παράστασης είναι τέτοιοι που ο θεατής δυσκολεύεται να ξεχωρίσει πρωταγωνιστικούς και δευτεραγωνιστικούς ρόλους, πρωτεύουσες και δευτερεύουσες πράξεις. Οι θεατρικές εικόνες εναλλάσσονται σε ταχεία αλληλουχία και οι ηθοποιοί, αεικίνητοι όλοι, μπαινοβγαίνουν διαρκώς από την μία εικόνα στην άλλη, πηγαινοέρχονται, αλλά όχι χωρίς λόγο,  στην μεγάλη σκηνή του "ΕΜΠΡΟΣ", προωθώντας την δράση χωρίς ανάσα, χωρίς πληκτικά λογύδρια και εκτενείς μονολόγους - οι συχνά χορευτικές κινήσεις και οι πράξεις τους είναι ήδη εξαιρετικά μελετημένες και εύγλωττες ως προς τα κίνητρα, τις θέσεις, την ιδιοσυγκρασία των ηρώων, που υποδύονται. 
Και ήδη η επιλογή του ρυθμού της παράστασης αποτελεί από μόνη της μια πρώτη πρωτοποριακή παρέμβαση στο κλασικό κείμενο: δικαιολογεί την παρουσίαση ενός τέτοιου έργου σήμερα, ορίζει τον χαρακτήρα του ανεβάσματος, την διασκευαστική και την σκηνοθετική προσέγγιση, εξοικειώνει, τελικά, τον θεατή με ένα κείμενο ηλικίας ήδη 170 ετών. Και σαν αυτό να μην ήταν αρκετό, έρχεται να προστεθεί μια ακόμη ριζοσπαστική κίνηση - οι πρωτότυπες μουσικές συνθέσεις και τα τραγούδια - επίσης του Δημήτρη Παναρετάκη -  που δεν αποτελούν τυπική μουσική υπόκρουση ούτε ντύνουν απλώς την παράσταση, αλλά κυριολεκτικά την γεμίζουν, την πληρώνουν.




Τελικά, το ανέβασμα απολήγει να  είναι τόσο φρέσκο και μοντέρνο, ώστε, φεύγοντας από το "ΕΜΠΡΟΣ" ο θεατής δεν έχει επ' ουδενί την αίσθηση ότι παρακολούθησε ένα έργο εποχής, που, ας πούμε, ώφειλε να το δει λόγω της κλασικότητάς του, αλλά μάλλον ότι παρακολούθησε ένα έργο σύγχρονο, που απλώς διαδραματίζεται σε μια παρωχημένη χρονική περίοδο. Τα πάθη, άλλωστε, από τα οποία διακατέχονται οι ήρωες ασφαλώς δεν συνδέονται ειδικά με την συγκεκριμένη εποχή. Συνδέονται ευθέως με όλους τους ανθρώπους κι όλες τις εποχές, και με την δική μας ακόμη - πιο φανερά σήμερα πιο κρυφά τότε.
Επιμένοντας να θεωρώ την παράσταση έργο συνόλου, με όλη την σημασία του όρου, δεν θα ξεχωρίσω ηθοποιούς, δεν θα τους κατονομάσω καν χωριστά. Νομίζω ειλικρινά πως τόσο πολύ είναι αξεχώριστοι έναντι του αποτελέσματος όλοι: Κλεοπάτρα Εμμανουήλ, Κατερίνα Λιάγκου, Βάιος Καμινιώτης,, Αλέξανδρος Μαυρόγιαννης,  Δημήτρης Παναρετάκης, Μαρίνα Σωκράτη, Πάνος Τσαλιγόπουλος, Μιράντα Κοροβίλα και οι μικροί Σωτήρης Κοταχέας, Κλέα Νταούτι και Παναγιώτης Χριστινάκης, που ανοίγουν το έργο με έκρηξη παιδικής ενέργειας. Κι ακόμα νομίζω πως έχουν μπει ο καθένας μέσα στον ρόλο του αξεχώριστα, έχουν αφομοιώσει τον χαρακτήρα, έχουν φορέσει τα ρούχα του, ζουν την εποχή, τον ξεμοναχιασμένο πύργο, τα σκοτεινά δωμάτια και τα φαντάσματα που τους στοιχειώνουν.        



             


  

Το έργο παίζεται για περιορισμένο αριθμό παραστάσεων και με ελεύθερη συνεισφορά στο Θέατρο "ΕΜΠΡΟΣ", στου Ψυρρή. Τετάρτη και Πέμπτη, με έκτακτη παράσταση την Παρασκευή 17 Μαρτίου 2017. Ακόμα κι αν δεν γνωρίζετε το πρωτότυπο μυθιστόρημα, δείτε το και θα μπείτε στο κλίμα και στο νόημα...

Όλη η φωτογράφηση της παράστασης στην πρεμιέρα της 15ης Μαρτίου 2017 βρίσκεται εδώ.

      
       
   

Δευτέρα, 13 Μαρτίου 2017

BUSINESS AVIATION & ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΑΚΕΣ ΠΤΗΣΕΙΣ

Αεροπορική αγορά και ευκαιρίες για Έλληνες επενδυτές - επενδυτές διατεθειμένους να μπούνε στον χώρο και να μείνουν μακροπρόθεσμα, ώστε να δρέψουν τους καρπούς της σοβαρότητάς τους και της δουλειάς τους.

Οι τομείς του Business Aviation και των Νοσοκομειακών πτήσεων, με τις ευκαιρίες, που προσφέρουν, παρουσιάζονται συνοπτικά στο άρθρο μου αυτό, που δημοσιεύθηκε στην οικονομική εφημερίδα Deal της Παρασκευής, 10/3/2017.      



Παρασκευή, 10 Μαρτίου 2017

"ΔΙΚΟΣ ΣΟΥ" - ή η απόγνωση της αγάπης





Η αγάπη, λοιπόν…  Αν  δεν εμπεριέχει κατανόηση, ανοχή, αποδοχή, δεν είναι τίποτε!
Το πολυτιμότερο συναίσθημα, το συναίσθημα - όρος ζωής και όρος επιβίωσης, απλώς κοροϊδεύει τον εαυτό του χωρίς αυτά. Κι άλλο δεν είναι παρά ένας μασκαρεμένος εγωισμός, μια συνθήκη επιβολής, μια απαίτηση επικυριαρχίας, ένας αδιαπραγμάτευτος έλεγχος του άλλου, μια κατάχρηση πάνω στην βάση μιας συγγένειας, μιας φιλίας, μιας σχέσης.

Αν θάπρεπε να διαλέξω μια και μόνη κεντρική ιδέα, που μπορεί να υπάρχει πίσω από το θεατρικό κείμενο του Γιώργου Αγγελίδη, αλλά και πίσω από την εικαστικά και αισθητικά ελκυστική σκηνοθεσία του «ΔΙΚΟΣ ΣΟΥ» από τον Βαλεντίνο Τσίλογλου, στο Θέατρο ΒΑΦΕΙΟ - ΛΑΚΗΣ ΚΑΡΑΛΗΣ του Βοτανικού, θάταν ακριβώς αυτό το αξίωμα. 
Γιατί το ότι όλοι αγαπάμε, το ότι όλοι έχουμε ανάγκη να αγαπάμε, για να ζήσουμε και να επιζήσουμε, είναι αδιαμφισβήτητο. Το ζήτημα και, συχνά, το στοίχημα, όμως, είναι το περιεχόμενο αυτού, που εύκολα ονομάζει ο καθένας μας  «αγάπη». Εκεί αρχίζουν τα δύσκολα κι από εκεί προσδιορίζεται το αν όντως είναι αγάπη αυτό, που νοιώθουμε κι αυτό, που δίνουμε, κι αυτό, που παίρνουμε!



Η υπόθεση του έργου "ΔΙΚΟΣ ΣΟΥ" περιστρέφεται γύρω από τον απελπισμένο έρωτα δύο νέων αγοριών στην σύγχρονη Αθήνα. Θα μπορούσε, ωστόσο, να αφορά και σε μια οποιαδήποτε ερωτική σχέση από αυτές, που δεν συναντούν πάντα την  αποδοχή του οικογενειακού ή του κοινωνικού περιβάλλοντος, μια σχέση με πρόσφυγα, με μετανάστη, με αλλόθρησκο, αλλόφυλο, ανάπηρο. Μια σχέση από αυτές, που κι αν ίσως τις δεχόμαστε αορίστως,  λιγότερο ή περισσότερο, σε συλλογικό επίπεδο, ως κοινωνική πραγματικότητα, δεν τις θέλουμε δα και μέσα στο σπιτικό μας, μέσα στην οικογένεια την δική μας,... Όχι δα κι έτσι! 

Ο Μάνος του έργου είναι ο απελευθερωμένος και αεράτος gay. O Αδάμ είναι ο ακαταστάλακτος, ο καταπιεσμένος από το οικογενειακό περιβάλλον και ιδίως από την σκληρή μητέρα, την πιστή Χριστιανή, την κολλημένη σε παρωχημένα πρότυπα και σχήματα. Ο Αδάμ ερωτεύεται τον Μάνο, τον αγαπά, του δίνεται ολόσαρκα. Του δίνεται και ψυχικά – αλλά μόνον όσο μπορεί. Γιατί τελείως δεν μπορεί! Πάντα κάτι τον κρατάει πίσω, πάντα κάτι τον φρενάρει, τον κάνει να επιστρέφει στην στενάχωρη μήτρα, στην μητέρα, που τον αγαπάει, αλλά μόνο με τους δικούς της όρους, τον δικό της τρόπο, όπως αυτός ορίζεται από τις κοινωνικές νόρμες,  τις Γραφές, τις προσωπικές εμμονές.
Μέσα από μια σειρά διαλόγων, που κάποτε είναι σπαρταριστοί, για να ανασάνουν οι ήρωες – αλλά και οι θεατές – και κάποτε είναι σπαρακτικοί, η ιστορία των δύο παιδιών οδηγείται στο φινάλε της. 
Η εναλλαγή γέλιου και κλάματος, κωμωδίας και δράματος, είναι στοιχείο της ζωής, αλλά το ζητούμενο τόσο στην ζωή όσο και στην τέχνη είναι πάντα το τι θα επικρατήσει στο τέλος. Ποια γεύση θα αφήσει το βίωμα, ποιο μάθημα, ποια διδαχή…
Κι από την άλλη πλευρά, πόσο καταδικασμένοι είναι οι έρωτες κι οι ιστορίες αγάπης αυτής της κατηγορίας; 
Ήδη, με την κατηγοριοποίηση, μοιάζει σαν να χρωματίζουμε αρνητικά την απάντηση στο ερώτημα – γιατί ο έρωτας κι η αγάπη ακόμα περισσότερο δεν θάπρεπε να μπαίνουν σε κατηγορίες. Τι είδους υποδιαιρέσεις και κατηγοριοποιήσεις να αντέξουν; Και γιατί; Με ποιό σκοπό; 
Αν έχουμε διδαχθεί κάτι από την ζωή – όσοι θέλουμε να διδαχθούμε, βέβαια – είναι πως τα αληθινά και τα ακριβά συναισθήματα είναι αυθύπαρκτα, αυτόνομα, ανεξέλεγκτα. Δεν μπαίνουν σε κουτάκια, δεν χωρούν σε κλάσματα, δεν υπόκεινται σε διανομές και κατανομές, σε κατηγοριοποίηση. Προκύπτουν, γεννώνται, αυθόρμητα από την ίδια την φύση του ανθρώπου – και όσο καταπιέζονται, καταστέλλονται, αναστέλλονται τόσο καραδοκεί ο φυσικός νόμος, το αναπότρεπτο τίμημα, στο τέλος.

Η παράσταση «ΔΙΚΟΣ ΣΟΥ» μας βάζει μπροστά στον καθρέφτη και μας καλεί να αντιμετωπίσουμε αυτά τα ερωτήματα, να δώσουμε απαντήσεις, να δούμε τι κάνουμε σε τέτοιες περιπτώσεις. Γιατί, ας μη γελιόμαστε, είτε οι ίδιοι εμείς είτε ως γονείς είτε ως φίλοι και συγγενείς, έχουμε όλοι έρθει αντικρυστά με τέτοιες καταστάσεις. Οπότε τι; Κοιτάμε αλλού; Κάνουμε πως δεν καταλαβαίνουμε; Προσπερνάμε; Καταδικάζουμε στο πυρ το εξώτερο, πράττουμε "κατά τας Γραφάς", ακόμη κι αν δεν τις έχουμε διαβάσει προσωπικά, ώστε να δούμε ακριβώς τι επιτάσσουν; Ή αποδεχόμαστε και κατανοούμε και αγκαλιάζουμε;

Ο Νικόλας Γεωργανής υποδύεται τον Μάνο με χαρακτηριστική άνεση και αφομοίωση του χαρακτήρα του Μάνου. Ξέρει ποιός είναι και τι θέλει, κυκλοφορεί και εκφράζεται αβίαστα με μια γλώσσα του σώματος, που προδίδει ότι δεν έχει κανένα πρόβλημα να εκπέμψει αυτό που θέλει και να το ζήσει, να διεκδικήσει το μερίδιό του από την ζωή.

Ο Αδάμ του Αντώνη Τσουρουνάκη βρίσκεται στον αντίποδα. Καταπιεσμένος εκ γενετής από την μητέρα του και, στην συνέχεια, από τον ίδιο του τον εαυτό, εμφανίζεται δειλός στην αρχή, φυλακισμένος μέσα στο σώμα του. Οι κινήσεις του περιορισμένες, τα χέρια του κολλημένα, θαρρείς,  στα πλευρά του, σαν να μη θέλει να διεκδικήσει ζωτικό χώρο περισσότερο από αυτόν τον ολίγιστο, που καταλαμβάνει το σώμα του. Σταδιακά χαλαρώνει, οι κινήσεις του γίνονται πιο άνετες, ο έρωτας τον απελευθερώνει, η αποδοχή του ποιος είναι και τι θέλει τον απελευθερώνει, η "καθοδήγηση" του Μάνου τον απελευθερώνει. Βγαίνει σιγά-σιγά ο Αδάμ από την αποπνικτική μήτρα, απελευθερώνεται… Αλλά πόσο; Και για πόσο; Αρκετά, άραγε, για να μπορέσει να ζήσει ό,τι του αξίζει; Κι ακόμα: αρκετά για να μπορέσει να δώσει στον «ΔΙΚΟ ΤΟΥ»  Μάνο ό,τι αξίζει και σ’ αυτόν;

Η Λούλα Τριανταφύλλου, στον ρόλο της μητέρας. Γνωστό το αρχέτυπο: η μάνα που τα δίνει όλα στο παιδί – υπό τον όρο να τα παίρνει και όλα από αυτό! Η μάνα, που καταπιέζει με λογύδρια και με πράξεις, η μάνα που καταφέρνει να κερδίζει με μικρούς, καθημερινούς, ηθικούς εκβιασμούς, η μάνα που εξουθενώνει με τις σιωπές της πιο πολύ απ’ ό,τι με τα λόγια. Η άνεση και η εφευρετικότητα στις εκφράσεις του προσώπου, που χαρακτηρίζει γενικά την υποκριτική της Λούλας Τριανταφύλλου, γίνεται εδώ αδυσώπητο όπλο ακόμη περισσότερο καθώς  τονίζεται από το «ψυχρό» μακιγιάζ. Οι σιωπές της είναι πιο εύγλωττες κι από ηθικοπλαστικά κηρύγματα! Το ξέρεις από την πρώτη στιγμή πως ο ρόλος είναι δικός της: ΕΙΝΑΙ η μητέρα του Αδάμ, χωρίς καμμιάν αμφιβολία για τον θεατή και χωρίς κανέναν ενδοιασμό για την ίδια.
Η Νατάσα Παπαδάκη στον ρόλο της απαραίτητης, πανταχού παρούσας, παρεμβατικής «κολλητής» του Μάνου, δίνει ένα σπαρταριστό ρεσιτάλ με κάθε της εμφάνιση στην σκηνή – αλλά κατορθώνει παράλληλα να υποδεικνύει και τον δρόμο της λογικής. Μόνο που λογική δεν υπάρχει στον έρωτα, αλλά αυτό είναι άλλη ιστορία!
Τέλος, η Όλγα Λουπάκη, στον δικό της μικρό, αλλά κομβικό, ρόλο, ζει πειστικά το δράμα, που της έχει επιφυλάξει μέσα στην σιωπή ο συγγραφέας Γιώργος Αγγελίδης. 
Συνολικά, ο Γιώργος Αγγελίδης φαίνεται να έχει στην απόδοση του έργου πλήρη αίσθηση φυσικών διαλόγων όσο και δυναμικών σιωπών, να κατέχει εκφραστικούς και συμπεριφορικούς κώδικες τόσο, ώστε να μπορεί να τους μεταφέρει στο χαρτί κι από κει στην σκηνή, στον θεατή.  
Ο Βαλεντίνος Τσίλογλου, νέος, ταλαντούχος, ηθοποιός ο ίδιος, σκηνοθέτησε μια παράσταση προσεγμένη ώς την τελευταία λεπτομέρεια, ώς την πιο αδιόρατη κίνηση, την πιο φευγαλέα απόχρωση σκηνικού λόγου.  Το έργο κυλάει γρήγορα, αβίαστα, ρεαλιστικά, μέχρι το τέλος, μέσα από αμηχανίες και νευρικότητες στημένες δεξιοτεχνικά, μέσα από γέλια και κλάματα, εκρήξεις αγάπης και βίας, σωματικής και ψυχολογικής.

Το σκηνικό πλούσιο και ευρηματικό: Παίζει με τα χρώματα και το φως και το χύμα στο σπίτι, που φιλοξενεί τον έρωτα των δυό παιδιών. Στο μητρικό σπίτι, όμως, καταφεύγει στο σκοτάδι, στο ημίφως, στην αυστηρή γεωμετρία των τετραγώνων και στους μαυρόασπρους τόνους.
Βάλτε το "ΔΙΚΟΣ ΣΟΥ" στο θεατρικό σας πρόγραμμα. Παίζεται για λίγες παραστάσεις, κάθε Τετάρτη και Πέμπτη. Δείτε το και καταδυθείτε στην απόγνωση της αγάπης...

  



 
GreekBloggers.com