Δευτέρα, 24 Μαρτίου 2014

Για τα "ΧΩΜΑΤΑ" του Δημήτρη Τανούδη - κόκκοι σκέψης σκόρπιοι




Δεν χρειάζεται  χρόνος πολύς για να σε αιχμαλωτίσει ένα βιβλίο και να σε πάρει μαζί του - δεν πρέπει να χρειάζεται!..
Με το που θα το πιάσεις στα χέρια σου και θα διαβάσεις τις πρώτες γραμμές, τις πρώτες σελίδες, θα το νοιώσεις να σε πιάνει ίσως τρυφερά από το χέρι και να σε παρασέρνει μαλακά ή, πάλι, να σε γραπώνει από τον αυχένα και να σε ταρακουνάει…  Όχι, χρόνος πολύς δεν χρειάζεται. Ή το νοιώθεις αμέσως ή δεν το νοιώθεις ποτέ!..



Το βιβλίο "ΧΩΜΑΤΑ" του Δημήτρη Τανούδη, μόλις κυκλοφόρησε από τις Εκδόσεις "Νεφέλη" και φρέσκο από το Τυπογραφείο, το Σάββατο, 8 Μαρτίου, αποτέλεσε το επιστέγασμα ενός ποιητικού μεσημεριού στην Γκαλερί Ζουμπουλάκη της Πλατείας Κολωνακίου. Καταμεσίς μιας εικαστικής εγκατάστασης, ανάμεσα σε μικρά πουλάκια, που χαλάρωναν πάνω σε κλαδιά και σε συρματοπλέγματα, ο ποιητής διάβασε - ή, πιο σωστά, ερμήνευσε, με χαρακτηριστική άνεση - εκτενή αποσπάσματα.




Ο ίδιος επιγράφει το βιβλίο του στο εξώφυλλο ήδη "μυθιστόρημα", κι είναι γεγονός πως το μέγεθός του παραπέμπει πράγματι σε μικρό μυθιστόρημα. Το ίδιο συμβαίνει και με τον αφηγηματικό λόγο, που σε μεγάλο μέρος του βιβλίου χρησιμοποιεί ο συγγραφέας. Ωστόσο, δεν μπορώ να μη σταθώ στο γεγονός ότι το είδος του λόγου, οι μικρές φόρμες και η όλη ατμόσφαιρα παραπέμπουν, τελικά, σε καθαρή ποίηση. Φυλλομετρώντας το βιβλίο δεν φαντάζομαι παρά μια γυναίκα με ένδυμα μακρύ, λευκό, ξυπόλητη γυναίκα, να απομακρύνεται, συνέχεια να απομακρύνεται, μιλώντας, μιλώντας ακατάπαυστα, κι ολοένα να εξαχνώνεται αφήνοντας πίσω της απόηχους ραψωδιών και τοπία τόπων και ανθρώπων από τα πεζά μέρη του "ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ".
Μα δεν έχουν σημασία όλα αυτά, οι ετικέτες ελάχιστα ή και καθόλου δεν μετρούν, καθώς ο λόγος είναι ένας και ρέων και λειτουργικός σαν σε λειτουργία...

"...Νηνεμεί τους φόβους
σε υπόσχεση ουράνιας γέννας
και σφίγγει μονάχα τα δόντια
σαν τον ληστή
που κόβει την ουρά του αλόγου
για να μην του στοιχειώσει εφιάλτες." 

Δεν είναι εύκολο βιβλίο τα "ΧΩΜΑΤΑ" ούτε εύκολη η γραφή του - αλλά είναι συναρπαστική.Είναι συναρπαστική, καθώς ο ποιητής συναρμόζει λέξεις με έναν τρόπο τελείως δικό του, για να φτιάξει εικόνες ή, μάλλον, καταιγιστικές αλληλουχίες εικόνων, που δεν σε αφήνουν να πάρεις ανάσα. Καλπάζουν και λαχανιάζεις, ιδρώνεις μέσα στην αγωνία για να ακολουθήσεις. Γιατί ακολουθείς - αυτό σίγουρα: ακολουθείς! Κι ακολουθείς ενεργητικά... Δεν σε σπρώχνουν οι εικόνες προς τα νοήματα, δεν σε ωθούν σε στάση θεατή των δράσεων και των ενεργειών. Η αίσθησή μου είναι πως όλο το βιβλίο είναι δομημένο πάνω σε ενεργητικούς χαρακτήρες, που πράττουν και που κινούν καταστάσεις. Σε χαρακτήρες όχι αναγκαστικά ηρωικούς, αλλά, πάντως, ενεργητικούς και τούτο όχι μόνο στις νίκες και στους θριάμβους τους. αλλά και στις ήττες και στις πτώσεις και στις πανωλεθρίες.

"...Κι ήταν ο τρύγος της αξόδευτης φαντασίας.

Άλλοι απομονώνονται για να ξαναζήσουν
το πρώτο θάμπος της γέννας,
άλλοι αναζητούν το πρώτο είδωλο του σφυγμού 
που εκπέμπει το σώμα. Εγκαταλείποντας 
την γονιμική σιωπή,
φορούν τις δάφνες των ηρώων

και στο βάθρο υψώνουν

έναν νέο χάρτη των ονείρων
ή μια πρώτη σπουδή
για το όγδοο χρώμα των λουλουδιών."

Η ιδιαίτερη συναρμογή λέξεων και εννοιών αποτελεί συνήθως πρωταρχικό μέλημα των ποιητών, αρχετυπική ουσία της ποίησης. Μένοντας στα Ελληνικά γράμματα και σε οικεία παραδείγματα, το κάνει τούτο αριστοτεχνικά ο Ελύτης, αλλά το κάνει πιο συχνά με έναν τρόπο τρυφερό, γλυκό, μ' ένα όργανο αμβλύ. Ο Δημήτρης Τανούδης επιλέγει εργαλείο κοφτερό, τρόπους πιο έντονους, καταφανώς βίαιους. Τι εργαλείο; Το λέει:

"Γίγνομαι.

...Το μαινόμενο πυρ.

...η κτηνώδης ώση.

...η πρώτη γλώσσα.

...ο ραψωδικός θρήνος.

...το καταστροφικό σπέρμα.

...το μετέωρο πουγγί της ελπίδας."

Γέννημα δίχως μιαν ορισμένη πρότερη βία δεν υπάρχει, δεν προκύπτει. Με μεθόδους έως και αιματηρές, ο ποιητής των "ΧΩΜΑΤΩΝ" επιχειρεί και στήνει βίαιους γάμους, για να αποσπάσει έμβρυα νοήματα, που κλαίνε αναπόφευκτα, καθώς έρχονται στο φως... Και μας ξεσηκώνουν!..

"...Το δέρας της περιτομής φορούσαν τα κορίτσια. Δόντια έραβαν τ' αγόρια με την κλωστή της παρθενιάς...."

ή πιο λυρικά

"...Η μνήμη... είναι ο δρόμος που δείχνει στο πλάσμα πως πλάσμα θα συνεχίσει να είναι στην κάθε επόμενη ανάσα. Περπατά. Κοντοστέκει. Χαμογελά. Και γελώντας ανθίζει. Του ανθρώπου ο πολύχρωμος κρίνος. Γυναίκα." 

Είτε λυρικές είτε επικές οι περιγραφές κι οι αφηγήσεις του Δημήτρη Τανούδη, αφορούν, πάντως, σε αρχέτυπα όντα. Όντα δρώντα ανά πάσα στιγμή. Κινούνται, παρατηρούν, εκφράζονται, ενεργούν. Ξέρουν πως έτσι γίνεται, έτσι πρέπει κι όχι αλλιώς - απέναντι στον άλλο κι απέναντι στον κόσμο κι απέναντι στο άγνωστο ακόμα, η μοίρα του ανθρώπου τέτοια είναι, ενεργητική:

"Τώρα όμως μπροστά του ο άλλος και πρέπει να δράσει και πρέπει να είναι."

"Στην εσωτερική ερημία η προετοιμασία της μάχης. Δεν ζητούν εξηγήσεις. Γνωρίζει ο ένας αυτό που ξέρει κι ο άλλος.... Μιλάει ο ένας και πάνω στα λόγια σπέρνει ο άλλος τα λόγια που θα γυρίσει ο πρώτος."   

"Δεν είναι όπως περίμενε. Και πάντα ένας που κανείς δεν περίμενε. Και πάντα  ο ίδιος που κανείς δεν περιμένει να είναι."

Κι υπό το πρίσμα αυτό, ενδιαφέρον ότι ο ποιητής επιλέγει να αποδώσει χαρακτήρα αντικειμένου στην κατάσταση του γυρισμού και να την συντάξει με ρήμα μεταβατικό, οπότε, αντί μιας "παθητικής" διατύπωσης "κινήσαμε για γυρισμό", έχουμε έναν γυρισμό ως συνειδητό αποτέλεσμα συγκεκριμένης πράξης σε αντίξοες συνθήκες. Ένα αντικείμενο ο γυρισμός, που περιμένει το ρήμα του, περιμένει υποκείμενο: 

"Τον γυρισμό κινήσαμε στο σκοτάδι."

Σε μια οποιαδήποτε, τυχαία, σελίδα από τις περίπου 250 του βιβλίου, είναι πρωτοφανής η ένταση, οι εσωτερικές και εξωτερικές συγκρούσεις, το αμάλγαμα των πόθων και των παθών, που κινούν τους ανθρώπους και γυρίζει ο κόσμος ακούραστα, αέναα. Δεν έχει πουθενά ανακούφιση, λοιπόν; Και πού; Πότε; Πώς; Βεβαίως και έχει... Στον άνθρωπο ξανά. Από τον άνθρωπο ξανά. Από τον άντρα κι από την γυναίκα. Κι από την γυναίκα στον άντρα. Και τανάπαλιν.   

"Τότε η γυναίκα μαθαίνει τον κόσμο απ' την γλώσσα του άντρα. Κι ο άντρας σημαίνει τον κόσμο που ξέχασε όσα θυμίζαν ανθρώπους. Όλα γίνονται κοίλο".     

Κοίλο - μια άξαφνη αίσθηση γλυκειά, καλοδεχούμενη όσο τίποτ' άλλο, στο σημείο αυτό του βιβλίου. Μήτρα φιλόξενη.

Κι αλλού ανακούφιση άλλη πάλι, παρηγοριά στην οδύνη:

"Ψυχές
βελονιάζουν το μαύρο
φτερωμένες κηλίδες
ασπρίζουν το μαύρο

Κι είναι αυτό που θα πούνε αγγέλους" 

Ψυχές, λοιπόν, διαλύουν το μαύρο. Άνθρωποι, δηλαδή, άνθρωποι, τελικά. Άνθρωποι παρόντες κι άνθρωποι παρελθόντες, άφυλοι άνθρωποι, άνθρωποι άγγελοι. Από αυτούς η σωτηρία, η ωραιότητα, η αγνότητα, η υπέρβαση!


Ένας παιδεμός ο κόσμος, η ζωή, ο έρωτας, ο πόλεμος μέσα μας, με τον εαυτό μας κι ο πόλεμος έξω μας. Τα αδιέξοδα. Οι νίκες, Οι ήττες. Σαν την ζωή, έτσι κι η γραφή κρατάει ρυθμούς αγωνιώδεις. Με κομμένη την ανάσα, ανεβοκατεβαίνουμε σε αβύσσους και ουρανούς, διατρέχοντας το σύμπαν του Δημήτρη Τανούδη. Οι λέξεις του φτιάχνουν εικόνες δυνατές κι οι εικόνες συγκροτούν νοήματα, νυχιές στο δέρμα, ματώνουν, αφήνουν σημάδια. Κι ύστερα τα νοήματα μας πιάνουν στα δίχτυα τους, μπλεκόμαστε στα νήματα, παγιδευόμαστε, καθώς πασχίζουμε να ανακαλύψουμε ανάμεσά τους αυτό που πιο πολύ ταιριάζει σε μας. Αυτό ή αυτά.
Να σταθώ εδώ:

"Αυτό που δεν θέλει να είναι, αυτό  ο άντρας είναι. Η γυναίκα βογγά. Κάτι να είναι που δεν είναι θέλει να είναι. Η γυναίκα βογγά και εκκρίνει. Αυτό θέλει. Το να μην είναι του είναι.
Και με δύναμη πέφτει στην πέτρα."  

Χρειάζονται κι άλλα; Δεν νομίζω...







  

1 σχόλιο:

Hfaistiwnas είπε...

Καλοδιάβαστο να είναι και να πάμε καλά οι πωλήσεις!

 
GreekBloggers.com