Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Δημήτρης Καρατζιάς. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Δημήτρης Καρατζιάς. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 14 Νοεμβρίου 2019

Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΕΛΕΦΑΝΤΑΣ - στο Vault




Σε καιρούς πολλά, πάρα πολλά χρόνια, πριν από την πολιτική ορθότητα οι άνθρωποι με θεαματικές δυσμορφίες και αναπηρίες γίνονταν ελεύθερα και ανενδοίαστα αντικείμενο χλευασμού. Γίνονταν, όμως, πολύ συχνά και αντικείμενο εκμετάλλευσης, στον βαθμό που η όψη τους μπορούσε να αποτελέσει λαϊκό θέαμα στο τσίρκο ή στα λεγόμενα Freak Shows.
Τέτοια ήταν και η περίπτωση του εξαιρετικά δύσμορφου "Aνθρώπου Ελέφαντα", κατά κόσμον Joseph "John" Merrick (1862-1890), που έζησε όπως έζησε στα τέλη του 19ου αιώνα στην Αγγλία. Ένας άνθρωπος-θέαμα, άνθρωπος-αντικείμενο επιστημονικής παρατήρησης, άνθρωπος-θεατρικό έργο στις μέρες μας.



Ο Merrick, προερχόμενος από ένα άθλιο και πάμπτωχο οικογενειακό περιβάλλον, μη μπορώντας να βρει άλλη δουλειά, εκτίθεται σε Freak Shows, για να επιβιώσει. Προσελκύει το ενδιαφέρον ενός ιατρού, που τον εισάγει στο Νοσοκομείο, όπου εργάζεται ο ίδιος, για να μελετήσει επιστημονικά την περίπτωσή του, να τον περιθάλψει, αλλά και να τον επιδείξει στην καλή και στην καθώς πρέπει κοινωνία πλέον, που εκπροσωπείται από μιαν . Σε κάποιο βαθμό, η εκμετάλλευση του Merrick συνεχίζεται με άλλη μορφή, υπό έναν επιστημονικό μανδύα, αλλά πάντα με απώτερα και θολά προσωπικά κίνητρα. Παράλληλα, έρχεται και η Εκκλησία να διεκδικήσει το δικό της μερτικό στην ιστορία και στην ζωή του δύσμοιρου Merrick.   
To έργο του Bernard Pomerance (1940-2017), με πρωτότυπο τίτλο "The Elephant Man", παρουσιάζει εξαιρετικές ηθικές και φιλοσοφικές προεκτάσεις, που διατηρούνται επίκαιρες 42 χρόνια μετά την συγγραφή και το πρώτο του ανέβασμα, το 1977.


Διακρίνοντας, προφανώς, αυτή την διαρκή επικαιρότητα του έργου, ο δοκιμασμένος Κοραής Δαμάτης επέλεξε να το ανεβάσει φέτος στο Vault, στο ζωτικό αυτό κύτταρο πολιτισμού του Βοτανικού. Και διόλου τυχαία οι δύο κύριοι ρόλοι αναλήφθηκαν από τους διακεκριμένους θεατρανθρώπους, τον Δημήτρη Καρατζιά και τον Περικλή Μοσχολιδάκη.
Η θεατρική παραγωγή δείχνει ακριβή, αλλά ακόμη περισσότερο δείχνει ακριβής. Με ιδιαίτερη προσοχή στα κοστούμια και στα σκηνικά, στον σχεδιασμό, στις λεπτομέρειες και στα υλικά τους, ζωντανεύει το τελευταίο τέταρτο του 19ου αιώνα και οι εξωτερικές κοινωνικές αντιθέσεις ανάμεσα στην κοινωνική και επιστημονική ελίτ και στους άθλιους των λαϊκών και των luben στρωμάτων, που σκαρφίζονταν κάθε τι για να επιβιώσουν.
Οι χρωματικοί τόνοι είναι αποκλειστικά γήινοι - που αναγκαστικά ψυχραίνουν λίγο από άποψη φωτισμών στις σκηνές του Νοσοκομείου - υπογραμμίζοντας έτσι ότι η ιστορία δεν έχει τίποτε το μη ρεαλιστικό, τίποτε το φανταστικό, τίποτε το φαντασμαγορικό. Το δράμα του Merrick εξελίσσεται σε πραγματικό περιβάλλον, με πραγματικούς ανθρώπους, σε πραγματικό χρόνο. Ο Merrick, ο "μάνατζέρ" του στα Freak Shows, ο γιατρός, που τον αναλαμβάνει, η αισθησιακή ηθοποιός, που τον περιεργάζεται και τον προκαλεί και όλοι οι υπόλοιποι χαρακτήρες δεν είναι πλάσματα φαντασίας - ζουν, υπάρχουν, κινούνται σε έναν πραγματικό κόσμο. Που όχι μόνο δεν είναι μακρινός, αλλά μπορεί και να μην είναι τόσο παρωχημένος, τελικά!
Στο ανέβασμα του Κοραή Δαμάτη, που έχει επίσης επιμεληθεί τα εξαιρετικά κοστούμια και τους λειτουργικούς φωτισμούς, όλοι οι χαρακτήρες φορούν περίτεχνες μάσκες σ' όλη την διάρκεια του έργου. Μάσκες αποκαλυπτικές του χαρακτήρα ή του επαγγέλματός τους. Φυσικά αναγκαία η μάσκα για τον πρωταγωνιστικό χαρακτήρα, αλλά η επιλογή έχει την σημασία της και τον συμβολισμό της και για όλους τους υπόλοιπους χαρακτήρες του έργου. Οι μάσκες, παραπέμποντας σε κοινωνικά και επαγγελματικά προσωπεία, δείχνουν λιγότερο ή περισσότερο αυτό, που παριστάνουμε ότι είμαστε. Άλλοτε με επιτυχία, άλλοτε χωρίς - αλλά πάντα τις φοράμε. Στην περίπτωσή μας, μόνον ο Merrick την έχει πραγματικά ανάγκη, για να μην απωθεί τον κόσμο - ουσιαστικά, όμως, η δική του μάσκα δεν είναι μάσκα, που κρύβει το πρόσωπο. Αποδίδει σχηματικά το ογκώδες, παραμορφωμένο, κεφάλι του.
Παρ' όλ' αυτά, οι άνθρωποι του περίγυρού του είναι εκείνοι, που ποτέ δεν βγάζουν την μάσκα τους, αν και δεν έχουν καμμιά δυσμορφία να κρύψουν... Ή έχουν;




Η παράσταση στο Vault, πέρα από τις αρετές της παραγωγής, που προαναφέρθηκαν, αποτελεί έναν άθλο, πρωτίστως για τον πρωταγωνιστή, Δημήτρη Καρατζιά, που υποκρίνεται τον Merrick μ' όλες τις δύσκολες σωματικές συνθήκες του. Συνθήκες, που δύσκολα κρύβονται κάτω από την μεταλλική κατασκευή, την οποία φέρει ως αντιπροσωπευτική των δυσμορφιών χεριού και προσώπου. Στην περίπτωση του Καρατζιά/Merrick δεν μπορούμε να μιλάμε για υπόκριση και μίμηση, αλλά για ξεκάθαρη αφομοίωση. Ο Καρατζιάς έχει μελετήσει και αφομοιώσει τον τρόπο βάδισης του κουτσού, τις δυσκολίες του να έχεις λειτουργικό μόνο το αριστερό χέρι και ακόμη - ίσως το πιο δύσκολο - την άρθρωση και τον τρόπο ομιλίας των ανθρώπων με πρόβλημα στους μυς του προσώπου. Ο Καρατζιάς γυαλίζει από τον ιδρώτα της ψυχικής έντασης, της φυσικής προσπάθειας, οι φλέβες του λαιμού φουσκώνουν, πάλλονται, το σώμα βιώνει την δική του συνολική, μυϊκή, ένταση.
Η σωματική φθορά γίνεται πια και ψυχική. Γιατί, ναι, οι σωματικές αναπηρίες και δυσμορφίες επηρεάζουν και συνδιαμορφώνουν τον ψυχισμό, το σώμα με την ψυχή ενώνονται με μια λεπτή αργυρή κλωστή και πάνω σ' αυτή την κλωστή ισορροπεί θαυμαστά η υποκριτική του Καρατζιά! Ο Merrick του πολύ σωστά δεν είναι ένας βασανισμένος, που ζητά συμπόνια, ένα έρμαιο της κακής του μοίρας, που προκαλεί κατάθλιψη. Βρίσκει δύναμη και παλεύει. Διεκδικεί και προσμένει περισσότερη ζωή, συμμετοχή στην ζωή.  Το λέει, άλλωστε, ξεκάθαρα: "Θαρρώ πως το κεφάλι μου είναι τόσο μεγάλο, γιατί είναι γεμάτο όνειρα!"
Στον αντίποδα, απέναντι στον Merrick, βρίσκεται o γιατρός του, ο Dr. Treves, τον οποίο υποδύεται ο Περικλής Μοσχολιδάκης. Για τον ρόλο έχει σοφά υιοθετήσει μιαν ήρεμη, ψύχραιμη, σχεδόν αποστασιοποιημένη εκφορά λόγου. Άρθρωση καθαρή με τις λέξεις να βγαίνουν από το στόμα του γιατρού στρογγυλές, λείες. Συναισθηματικά αφόρτιστες, ακόμη κι αν περιγράφουν τις χειρότερες καταστάσεις, τις πιο ανίατες περιπτώσεις. Μονάχα οι γιατροί ξέρουν να εκφέρουν τέτοιο λόγο. Οι γιατροί κι ο Μοσχολιδάκης! Ως Dr. Treves, μαζεύει από τους δρόμους και τα τσίρκα τον δυστυχή Merrick, αλλά η περίπτωση είναι πρωτοφανής. Τι ακριβώς θα κάνει, πώς θα τον χειρισθεί; Επιστημονικό αντικείμενο και ταυτόχρονα άνθρωπος ο Merrick, με σκέψη και αισθήματα, με ψυχή και σώμα, με ανάγκες βιολογικές και συναισθηματικές - η εξισορρόπηση ανάμεσα στις διαφορετικές αντιμετωπίσεις είναι μια καθημερινή  πρόκληση για τον γιατρό και ο Μοσχολιδάκης, καθοδηγημένος καίρια από την σκηνοθεσία του Κοραή Δαμάτη, μας παραδίδει έναν Dr. Treves, που, όσο κοντά κι αν νοιώθει για τον ασθενή του, επιδεικνύει πάντα την δέουσα αυτοκυριαρχία. Γιατρός ώς το μεδούλι!


Σπουδαία για την παράσταση και η εμφάνιση της χαρακτηριστικά καλλίγραμμης και ιδιαίτερα αισθησιακής Κυρίας Kendall, την οποία υποδύεται με φυσική άνεση η Μαρία Καβουκίδη. Η Κυρία Kendall είναι ηθοποιός και εκπροσωπεί στο πλαίσιο του έργου την καλή και φιλάνθρωπη κοινωνία, που δείχνει ενδιαφέρον για τον Merrick. Είναι ειλικρινής, άραγε; Ίσως... Με τους ηθοποιούς ποτέ δεν μπορείς να ξέρεις! Και η Καβουκίδη/Kendall προβάρει τα λόγια της, τις κινήσεις και τις χειρονομίες της, ώστε να λάβει την επιθυμητή ανταπόκριση. Είναι γλυκειά, είναι επιθυμητή, είναι ερωτική, προκλητική. Αλλά είναι και μελετημένη, φιλοσοφημένη, με αυτοπεποίθηση. Έχει φροντίσει, μάλιστα, να πληροφορηθεί και τα της ανατομίας του ασθενούς. Αναστατώνει, τελικά, τον Merrick εγκεφαλικά και σωματικά, αλλά συγχύζει και τον γιατρό - όσο γίνεται, δηλαδή, να συγχυσθεί ο Dr. Treves. Ώς πού θα έφτανε, άραγε, αν την άφηνε ελεύθερη ο γιατρός; Και τι επίπτωση θα είχε στον ασθενή μια αισθησιακή κλιμάκωση; Δεν θα το μάθουμε ποτέ, αλλά, όπως και τον Merrick έτσι κι εμάς  θα μας στοιχειώνει για καιρό η εικόνα της Μαρίας Καβουκίδη! 




Οι δεύτεροι ρόλοι, εξαιρετικά δουλεμένοι και αυτοί, υποστηρίζουν αποτελεσματικά τους πρωταγωνιστές και την πλοκή. Χαρακτηριστικές φιγούρες ο Επίσκοπος, που πουλάει απόλυτη πίστη στον Θεό, και ο αμφιλεγόμενος διευθυντής του Νοσοκομείου. Αξέχαστες οι εμφανίσεις του πονηρού "μάνατζερ" Ρος και των παρατρεχάμενών του, που καλούν τον κόσμο να συρρεύσει στο Freak Show. Κινούνται με ακρίβεια, άνεση και εντυπωσιακή ευλυγισία  στην σκηνή και διαλαλούν στην αγορά το "εμπόρευμά" τους στεντορεία τη φωνή, όπως θάκαναν οι κράχτες του παλιού καιρού.
Η μουσική του Μάνου Αντωνιάδη επιβεβαιώνει για μιαν ακόμη φορά το θεατρικό ένστικτο του δημιουργού. Πάντα πρωτότυπη, υποβλητική και ατμοσφαιρική παίζει τον δικό της διακριτό μα και διακριτικό ρόλο από τα παρασκήνια. Η πάγια συνεργασία του με το VAULT αποτελεί ευτύχημα και εγγύηση για τις θεατρικές παραγωγές του.

Κάθε χρόνο, το VAULT κάνει κάποιες επιλογές, που δεν είναι ούτε εύκολες ούτε προφανείς. Έργα περίπλοκα και απαιτητικά, παραστάσεις, που δεν υπακούουν σε εμπορικά κριτήρια, ανεβάσματα - πρόκληση. Και κάθε χρόνο καταφέρνει όχι μόνο να τις φέρει σε αίσιο πέρας αλλά και να κερδίσει το θεατρόφιλο κοινό.
Ο φετινός "Άνθρωπος - Ελέφαντας" είναι μια τέτοια επιλογή. Μην την προσπεράσετε!

Vault
Μελενίκου 26, Βοτανικός
Τηλ.: 213 035 6472

Κάθε Παρασκευή & Σάββατο, στις 9 μ.μ.
Κάθε Κυριακή, στις 6:15




                            


                     

     

Τρίτη 12 Φεβρουαρίου 2019

ΧΟΡΕΥΟΝΤΑΣ ΣΤΟ ΣΚΟΤΑΔΙ - στο VAULT

Χαρακτηριστικό στοιχείο της τραγωδίας στο θέατρο, αλλά και στην πραγματική ζωή, είναι συχνά ένας παράξενος συνδυασμός μοίρας και ανθρώπινης εμμονής. Aπό εμμονή σε συγκεκριμένο ηθικό και αξιακό κώδικα, η τραγική προσωπικότητα επιμένει τόσο πολύ σε μια συγκεκριμένη ρότα, κόντρα σε συμβουλές και συνθήκες, κόντρα στην πραγματικότητα, κόντρα στην βούληση των ισχυρών, ώστε η δραματική κατάληξη να είναι αναπότρεπτη. 
Η Σέλμα, η ηρωίδα του "Χορεύοντας στο σκοτάδι", έχει χτυπηθεί και εξακολουθεί να χτυπιέται από την μοίρα της, αλλά δεν αλλάζει για κανένα λόγο την πορεία, που έχει χαράξει. Εμμένει στους τρόπους της, στις συμπεριφορές και στις συνήθειές της, στον δικό της απαράβατο αξιακό κώδικα, τον οποίο υπερασπίζεται με νύχια και με δόντια κόντρα σε συμβουλές του περιβάλλοντός της, κόντρα στις αντικειμενικές συνθήκες της ζωής της, κόντρα στην μοίρα την ίδια, που της στέλνει απανωτά μηνύματα. Η Σέλμα είναι μια φτωχή εργάτρια, χαμένη στην Αμερικανική επαρχία, ανύπαντρη μητέρα, που από μιαν ασθένεια χάνει σταδιακά το φως της και μαζεύει σέντσι το σέντσι τα χρήματα που χρειάζονται, για να μην έχει κι ο γιος της την ίδια τύχη. Εκτός από μια στενή της φίλη, κανείς άλλος δεν ξέρει το τραγικό μυστικό της σταδιακής της τύφλωσης. Δεν παραπονείται καν γι' αυτό. Παρηγορείται, αφιονίζεται, με το λεγόμενο Αμερικάνικο όνειρο, βρίσκει καθημερινή διέξοδο στην επιτομή του, στα Αμερικάνικα musicals. H Σέλμα, όσο κι αν υποφέρει μέσα της, βλέπει  musicals, μετέχει σε ερασιτεχνικές μουσικοχορευτικές παραστάσεις, ζει την ζωή της εξωτερικά σαν μέσα σε musical, χρωματισμένη rose bonbon, πασπαλισμένη με άχνη ζάχαρη. Προσδοκά το happy end, παραμένοντας αθώα, σ' έναν άγριο κόσμο. Οι αντιξοότητες δεν αλλάζουν τον χαρακτήρα της, δεν αλλάζουν τον σκοπό της. Υφίσταται κάθε είδους κακομεταχείριση, στην προσωπική της ζωή και στην δουλειά, την βασανίζουν, την εκμεταλλεύονται, την κλέβουν. Μια αναπότρεπτη συγκυρία την εμπλέκει σε έγκλημα, αλλά ούτε κι αυτό την κάνει να μεταβάλει την τροχιά της, να αλλάξει τις αξίες της και να αποφύγει το τραγικό φινάλε.
Η πολυβραβευμένη ταινία του Lars von Trier "Χορεύοντας στο σκοτάδι" διασκευάσθηκε για το θέατρο από τον Patrick Ellsworth και ανέβηκε φέτος στο Vault του Βοτανικού, σε δραματουργική επεξεργασία και σκηνοθεσία του Δημήτρη Καρατζιά. Το πρώτο και ήδη πολύ μεγάλο  θαύμα είναι η προσαρμογή και η λειτουργικότητα του έργου σε συνθήκες "δωματίου". Είναι κυριολεκτικά απίστευτο το πώς μεταφέρεται ένα musical στον περιορισμένο χώρο της Αίθουσας "Χρύσα Σπηλιώτη" - της αδικοχαμένης στο Μάτι διακεκριμένης ηθοποιού - στον πρώτο όροφο του Vault. Χωρίς τις τεχνικές υποδομές των μεγάλων θεάτρων και τους πολυπληθείς θιάσους, χωρίς εναλλασσόμενα φανταχτερά σκηνικά, χωρίς... χωρίς..., ο Καρατζιάς αξιοποιεί δύο μεγάλα ατού: την προσωπική του σκηνοθετική δημιουργικότητα και  έμπνευση και την υποκριτκή δεξιοτεχνία εννέα (9) μόνον ηθοποιών, τους οποίους καταφέρνει να χωρέσει και να τους κάνει να κινηθούν, να χορέψουν και να τραγουδήσουν με μοναδική άνεση, χωρίς καμμιάν αίσθηση περιορισμού από τον χώρο και το εμβαδόν του. Όπως θαυμαστά ισορροπούν οι εννέα χαρακτήρες στον χώρο, χωρίς ποτέ να χάσουν το βήμα τους, άλλο τόσο θαυμαστά ισορροπούν πάνω στην κοφτερή ακμή των πιο έντονων ψυχικών καταστάσεων, ώστε να βγάλουν musical από την έσχατη τραγωδία της ανθρώπινης μοίρας.


Το έργο είναι παράσταση συνόλου, με τους εννέα ηθοποιούς να μην εγκαταλείπουν διόλου την σκηνή, κατά την διάρκειά της.  Ωστόσο, είναι αδύνατον να μη κοντοσταθεί κανείς πρωτίστως στην συγκλονιστική ερμηνεία της  πρωταγωνίστριας Δήμητρας Κολλά, που δεν ερμηνεύει απλώς την Σέλμα, αλλά την αγκαλιάζει με όλο της το είναι, την εγκολπώνεται απολύτως, γίνεται ένα μαζί της και ανεβαίνει βήμα βήμα τον Γολγοθά της μάνας, που την πρόδωσε η ζωή, την πρόδωσε το περιβάλλον της, την πρόδωσαν τα προσωπικά της όνειρα, μαζί με αυτό τούτο το Αμερικάνικο όνειρο. Κι αν η Σέλμα δεν προλαβαίνει να κλάψει μ' όλα όσα της τυχαίνουν απανωτά, αν ο ίδιος της ο προσωπικός κώδικας δεν της το επιτρέπει, κλαίει στο τέλος η Κολλά για λογαριασμό της. Κλαίει στην τελική υπόκλιση και ξέρεις πως δίκαια κλαίει - γιατί τα έδωσαν και οι δυό τους όλα και κάπως κάπου πρέπει όλο αυτό το ανυπολόγιστο δόσιμο να ξεσπάσει!



Στον ρόλο του γιου της Σέλμα, ο Αντώνης Σταμόπουλος, προσωποποιεί έξοχα όλη την κλίμακα της ευαισθησίας του νέου ανθρώπου, που ψάχνει τον δρόμο του. Ο Τζην είναι ο γιος, που εξαρτάται από την μητέρα του, που ζει σε μια διαρκή συνθήκη επικείμενου δράματος. Ο Σταμόπουλος στον ρόλο αυτό  αντανακλά με ευκρίνεια την πρώτη σταθερά και την πυξίδα στην άχαρη ζωή της Σέλμα. Οι κινήσεις του έχουν κάτι από δραματική χορογραφία, στο βλέμμα του είναι δικαιολογημένα εγκατεστημένη μια διαρκής μελαγχολία, μια αίσθηση, μια συνείδηση απώλειας.
Η δεύτερη και τελευταία σταθερά στην ζωή της Σέλμα είναι η στενή της φίλη Κάθυ της Βιργινίας Ταμπαροπούλου. Η ερμηνεία της εκπέμπει την στερεότητα της ειλικρινούς φιλίας, της αλληλεγγύης, της ανθρώπινης ζεστασιάς. Η Κάθυ λέει στην φίλη της τις αλήθειες, που πρέπει να της πει, την συντροφεύει, την συμβουλεύει. Παρεμβαίνει στην ίδια και σε τρίτους, τηρώντας τα όρια της φιλίας και τιμώντας τα συναισθήματα εκτίμησης και αγάπης για την Σέλμα. Η Ταμπαροπούλου ερμηνεύει με ακρίβεια τον ρόλο της Κάθυ, οι  κινήσεις, οι χειρονομίες και η γκάμα των τόνων της φωνής της εκφράζουν τις αξίες της συντροφικότητας και της στήριξης.                                                         
Οι υπόλοιποι έξι ηθοποιοί - ο Στέλιος Καλαϊτζής, η Ορνέλα Λούτη, ο Θοδωρής Αντωνιάδης, ο Πωλ Ζαχαριάδης, ο Σωτήρης Μεντζέλος και η Ράσμι Σούκουλη - έχουν αναλάβει πολλαπλούς ρόλους, χωρίς αυτό να τους κάνει λιγότερο πρωταγωνιστές στην ζωή της Σέλμα και στην πλοκή του έργου. Οι ερμηνείες τους μόνον αριστοτεχνικές μπορούν να θεωρηθούν, καθώς, στο πλαίσιο της συνεχούς και γοργής εναλλαγής σκηνών, περνούν μέσα σε δευτερόλεπτα από τον ένα ρόλο στον άλλο, ενδύονται  άκαριαία και άνετα το δέρμα του, συγκροτούν ολοκληρωμένα τον νέο χαρακτήρα, που υποδύονται, μέσα από άλλη γλώσσα σώματος, άλλην εκφραστικότητα, άλλη κινησιολογία.
Ωστόσο, ο Δημήτρης Καρατζιάς, στο αριστοτεχνικό του αυτό σκηνικό αποτέλεσμα, υποστηρίχθηκε επίσης από δύο επί πλέον παράγοντες, που με την συγκροτημένη δουλειά τους συμπλήρωσαν μοναδικά τον καμβά, πάνω στον οποίο κέντησε ο σκηνοθέτης. Ο λόγος εδώ για τα κοστούμια των Μάριου Βουτσινά και Γιώργου Λυντζέρη, καθώς και για την μουσική του Μάνου Αντωνιάδη.
Τα κοστούμια γυναικών και ανδρών παίζουν χαρακτηριστικά σε όλη την τονική κλίμακα του γκρι και στην άκρα απλότητα των γραμμών, υπηρετώντας το πνεύμα του έργου και του θεατρικού του ανεβάσματος. Αποτυπώνουν ταυτόχρονα την λιτότητα, που πρεσβεύει το κίνημα DOGMA 95, του Lars von Trier, αποτυπώνουν τον γκρίζο κόσμο της Σέλμα, ακόμη και την περιορισμένη της όραση, που φτωχαίνει ώρα την ώρα, καταπίνοντας χρώματα και σχήματα, αφήνοντας μόνο άχρωμες φιγούρες και σιλουέτες, σκιές ενός κόσμου αφιλόξενου, άφιλου. Παράλληλα, καθοδηγούν τον θεατή να επικεντρωθεί στην εκφραστικότητα των προσώπων και των σωμάτων, εξυπηρετούν την  μελετημένη κινησιολογία, με την στενή τους φόρμα.     
Από την άλλη πλευρά, ο Μάνος Αντωνιάδης ανέλαβε την καθόλου εύκολη αποστολή να γράψει πρωτότυπη μουσική και τραγούδια για το έργο. Σε μια χώρα, που δεν έχει παράδοση στο είδος του musical, το να ντύσεις μια θεατρική παράσταση αξιώσεων με μουσικές, που λειτουργούν συμπληρωματικά για την εξέλιξη της πλοκής, το χτίσιμο και την κατανόηση των χαρακτήρων, την δημιουργία ταιριαστής ατμόσφαιρας και περιβάλλοντος για την σκηνική δράση,  είναι κατόρθωμα από μόνο του. Πολλώ δε μάλλον όταν οι συνθέσεις αποδεικνύονται όχι διεκπεραιωτικές, αλλά λειτουργικές και φυσικά ενταγμένες στην ροή του έργου. Συνεπαίρνουν τους ηθοποιούς και τους χαρακτήρες, τους παρωθούν στην εκδήλωση συναισθημάτων και σκέψεων μέσα από τον χορό και τους στίχους - και στο τέλος συνεπαίρνουν και τους θεατές. Ιδιαίτερα, το τελικό μουσικό μοτίβο ξεχωρίζει με τον δικό του ρόλο, που τονίζει  υποβλητικά την αναπότρεπτα δραματική κορύφωση του έργου.
Το "Χορεύοντας στο σκοτάδι", όπως το ανέπτυξε και το έστησε στο VAULT ο Δημήτρης Καρατζιάς είναι ένα σύνολο προκλήσεων και στοιχημάτων σε πολλά επίπεδα, που τα κερδίζουν όλα οι συντελεστές του. Είναι θέατρο, είναι δράμα, είναι musical στα καλύτερά του!   

                             

Πέμπτη 28 Δεκεμβρίου 2017

"ΟΙ ΦΥΛΑΚΙΣΜΕΝΕΣ" στο Vault - σε σκηνοθεσία Δημήτρη Καρατζιά

                                                    
                           

Για δεύτερη συνεχή χρονιά στον Πολυχώρο VAULT του Βοτανικού,  ανεβαίνει μια παράσταση από εκείνες, που αποτελούν ορόσημο για την θεατρική τους περίοδο και αφήνουν έντονο στίγμα, με το θέμα και την τόλμη τους. Μετά το περσινό “Curing Room”, που ήταν δικαίως μια από τις πιο πολυσυζητημένες παραστάσεις, o σκηνοθέτης Δημήτρης Καρατζιάς, συστήνει φέτος στο Αθηναϊκό κοινό ένα έργο ανάλογης δυναμικής και δύναμης.
«Οι φυλακισμένες» των Ισπανών συγγραφέων Ignacio del Moral και Veronica Fernandez γράφτηκαν κατά παραγγελία το 2007, για να ανέβουν από τους τελειόφοιτους της Βασιλικής Ακαδημίας της Μαδρίτης. Η εμβέλεια και η επιτυχία τους, ωστόσο, ήταν τέτοια, ώστε κατέληξανε στην Κεντρική Σκηνή του  Εθνικού Θεάτρου, της Ισπανικής πρωτεύουσας. Η υπόθεση τοποθετείται στην Φρανκική Ισπανία του 1950,  στις Γυναικείες Φυλακές, που λειτουργούν μέσα σε ένα μοναστήρι. 9 κρατούμενες για διαφορετικούς λόγους, διαφορετικά εγκλήματα. 9 κρατούμενες διαφορετικής κοινωνικής και φυλετικής προέλευσης, διαφορετικών πολιτικών πεποιθήσεων. Όλες γυναίκες, όμως, όλες ίδιες στις βασικές τους ανάγκες, λειτουργίες και επιθυμίες, γυρίζουν στον ίδιο τροχό καθημερινών βασάνων. Το περιβάλλον διπλά σκοτεινό, διπλά κλειστοφοβικό, διπλά καταπιεστικό, καθώς σε αυτό διασταυρώνονται δύο από τους πιο συντηρητικούς και συχνά στείρα τυραννικούς βραχίονες μιας κοινωνίας, η Φυλακή ως προέκταση ενός φασιστικού Κρατικού μηχανισμού και το Μοναστήρι ως παρακλάδι της Εκκλησιαστικής εξουσίας. Το σημείο της διασταύρωσής τους, τα ανήλιαγα κελλιά της Μοναστικής Φυλακής, γίνεται θηλειά στον τρυφερό λαιμό των γυναικών κρατουμένων, που πνίγονται πληρώνοντας ένα τίμημα, πολύ πέραν του οφειλόμενου για τα όποια κρίματά τους και πολύ μακράν εκείνου του είδους ποινής, που θα στόχευε σε σωφρονισμό και κοινωνική επανένταξη.
Η κεντρική ιδέα του έργου, 9 έγκλειστες, που περιμένουν την χάρι, την οποία απονέμει ο Επίσκοπος μία φορά στα δέκα χρόνια σε μόνο μία γυναίκα, προδιαθέτει τον θεατή για την ατμόσφαιρα και την πλοκή. Οι 9 γυναίκες βγάζουν στην καθημερινότητα της Φυλακής όλα τους τα αρνητικά και θετικά στοιχεία, μετέρχοπνται όλη την γκάμα των ανθρώπινων συναισθημάτων. Συγκρούονται, φωνασκούν, χειροδικούν, ανταγωνίζονται για την εύνοια της εξουσίας. Γίνονται αντικείμενο οικονομικής και σεξουαλικής εκμετάλλευσης από κάθε επιτήδειο, στην προσπάθειά τους  να εξασφαλίσουν μια στάλα πραγματικής ζωής, ένα μικρό μερίδιο στην αγάπη, στο σεξ, στην χαρά, στην ελπίδα. Συνήθως διαψεύδονται στον συσχετισμό τους με οποιονδήποτε εξωτερικό παράγοντα, κάθε τους ελπίδα και πόθος ματαιώνεται λιγότερο ή περισσότερο. Στο τέλος, δεν έχουν παρά μόνον η μία την άλλη, δεν τους μένει παρά εκείνη η ιδιαίτερη συντροφικότητα, που αναπτύσσεται μέσα από την συνειδητοποίηση της κοινής μοίρας.
Οι δύο συγγραφείς βρίσκουν μια μοναδική ευκαιρία να θέσουν ευθέως ή υπαινικτικά μια σειρά από ερωτήματα, που ξεπερνούν κατά πολύ το στενό πλαίσιο μιας Φυλακής και τις συγκεκριμένες συνθήκες. Σε τελική ανάλυση αυτή η Φυλακή, με τους φύλακες και τους φυλακισμένους, με τα συναλλαγές, τις εκδουλεύσεις, τις μεσιτείες και τις αντιπαροχές της, τις ελπίδες και τις ματαιώσεις, δεν είναι παρά μια μικρογραφία κοινωνίας – όχι αναγκαστικά μόνο της Φρανκικής ή μόνο της Ισπανικής. Οι φυλακισμένες του έργου εκπροσωπούν κοινωνικούς τύπους και κοινωνικά στρώματα σε παρόμοιο εγκλωβισμό. Οι μοναχές και οι Εκκλησιαστικοί παράγοντες - πολύ χαρακτηριστικά εδώ – παίζουν τον πολλαπλό ρόλο του φύλακα, του μεσολαβητή μεταξύ εξουσιαζόμενων και εξουσιαστών. Παίζουν ακόμη τον ρόλο εκείνων, που αναλαμβάνει, με την επίκληση των θείων επιταγών και της εξ ύψους παρηγορίας, να κατευνάσουν τα πνεύματα, μόλις οι συγκρούσεις τείνουν να βγουν εκτός ελέγχου – προς τελικό όφελος, φυσικά, των έτσι κι αλλιώς ισχυρότερων στο παιχνίδι, των εξουσιαστών, που θέτουν τους κανόνες και τους εφαρμόζουν κατά το δοκούν.
Στις συνθήκες αυτές, η θέση των πιο αδύναμων ποια είναι τελικά; Ορίζουν καθόλου την μοίρα τους οι ίδιοι; Οι ιδεολογίες, οι πολιτικοκοινωνικοί αγώνες παίζουν κάποιο ρόλο, έχουν αποτέλεσμα και ουσία; Η μόρφωση σε συνθήκες ανελευθερίας τι νόημα έχει; Μας βγάζει ποτέ από καμμιά φυλακή – και πρωτίστως από την φυλακή του εγώ μας; Έννοιες, όπως η μετάνοια και η ελεημοσύνη, πόσο απατηλές είναι; Η Δικαιοσύνη είναι ή ήταν ποτέ πράγματι δίκαιη; Κι ο Θεός εν τέλει, υπάρχει, η θρησκεία είναι έμφυτη και ζωτική ανάγκη ή κοινωνική κατασκευή με δεδομένο ρόλο;
«Οι Φυλακισμένες» είναι έργο απαράβατου συνόλου, δομημένο κατά τρόπο ώστε, οι ήρωες να είναι συμπρωταγωνιστές, ισομεγέθεις ψηφίδες της ίδιας τοιχογραφίας. Ο καθένας τους αποτελεί διακεκριμένο,  αλλά ταυτόχρονα και αδιαχώριστο στοιχείο εκ των ουκ άνευ ενός φαύλου κύκλου. Και τα αμείλικτα ερωτήματα τίθενται από κοινού και από όλους, τίθενται από την ακατάπαυστη διαδραστικότητά τους επί σκηνής. Ο Δημήτρης Καρατζιάς έχει αναντίρρητα διεκπεραιώσει εδώ έναν σκηνοθετικό άθλο, καθοδηγώντας ιδιοφυώς έναν χορό αρχαίας τραγωδίας. Ήδη το πρώτο χορικό, που μας εισάγει στο έργο, παραπέμπει ευθέως στην Ελληνική τραγική παράδοση και υποδεικνύει την σκηνοθετική προσέγγιση, που υποστηρίζεται, όπως και στο “Curing Room” από μια εξαιρετικά υποβλητική, μουσική του Μάνου Αντωνιάδη. Ο σκηνοθέτης έχει διεισδύσει πρώτα ο ίδιος στον πυρήνα του έργου, και μας μεταδίδει την ουσία του με τα πιο λιτά υλικά και τεχνικά μέσα μεν, αλλά και με ένα λαμπρό επιτελείο ηθοποιών, που χωρίς ανάπαυλα ποιούν ήθος στο σανίδι, ζωντανεύουν σπαρακτικά τους χαρακτήρες, υποφέρουν και μεταφέρουν αβίαστα τους θεατές στον ζόφο και στα προσωπικά τους αδιέξοδα.   
     
Δεν βγαίνει ανακουφισμένος ο θεατής από την θεατρική αίθουσα. Βγαίνει, όμως, φέροντας εκείνο το είδος των ερωτημάτων, που, έστω κι αν μένουν αναπάντητα, φωτίζουν λίγο περισσότερο τον πολιτικοκοινωνικό μας περίγυρο, την  πραγματικότητα, μέσα στην οποία ζούμε και την οποία θεωρούμε «εκτός Φυλακής». Είναι, όμως; Και πόσο;
Βλέποντας, τις «Φυλακισμένες», ένα must για την τρέχουσα θεατρική περίοδο, ίσως καταλήξετε σε μια δική σας απάντηση.

Ταυτότητα παράστασης:
Ηθοποιοί:
Ελένη Αλεξανδροπούλου, Ντέμη Αντωνοπούλου, Δέσποινα Αποστολίδου, Δώρα Γιαννακοπούλου, Βάσω Γρέντζελου, Χρήστος Καλμαντής, Γιάννης Καραμπέκιος
Μαρία Κατσαρού, Μυριέλλα Κουρεντή, Στέλλα Μουκαζή, Μαργαρίτα Παπαντώνη
Νίκη Πολύζου, Σοφία Ρούσου, Ευθύμης Τζώρας, Μαρία Φραγκάτου, Γιάννα Σταυράκη
Σκηνοθεσία: Δημήτρης Καρατζιάς

Μετάφραση: Μαρία Χατζηεμμανουήλ

Μουσική: Μάνος Αντωνιάδης

Σκηνικά-Κοστούμια: Γιώργος Λυτζέρης

Φωτισμός: Βαγγέλης Μουντρίχος

Κάθε Τετάρτη και Πέμπτη στις 21.15 μμ
Μελενίκου 26, Βοτανικός      
              

   

Δευτέρα 12 Δεκεμβρίου 2016

The curing room... στο VAULT


Η κατάσταση και η συμπεριφορά ενός ανθρώπου σε ακραίες συνθήκες είναι ως σύλληψη ό,τι πιο αρχέγονο. Ο πρώτος άνθρωπος προφανώς βρέθηκε από την πρώτη στιγμή σε ακραίες συνθήκες. Επιβίωσε και τις δάμασε.  Ίσως με αυτή την σειρά, ίσως με την αντίθετη.
Εν πάση περιπτώσει, η παρατήρηση της συμπεριφοράς ενός ανθρώπου ή περισσότερων σε ακραίες συνθήκες έχει αποτελέσει το πιο ενδιαφέρον και ίσως πρωταρχικό επιστημονικό πείραμα, αλλά, ταυτόχρονα αποτελεί κλασικό, όσο και σύγχρονο, αγαπημένο θέμα της παγκόσμιας δραματουργίας.


Το 2011 ο Αμερικανός συγγραφέας David Ian Lee δημοσίευσε το μάλλον πιο πρόσφατο σπουδαίο δείγμα θεατρικού δράματος, εμπνευσμένο από την πραγματική ιστορία ενός τέτοιου βασανιστηρίου ή "πειράματος". Υπό τον τίτλο "The curing room", ο συγγραφέας τοποθετεί 7 Σοβιετικούς στρατιώτες, αιχμαλώτους πολέμου, στο κελάρι ενός μοναστηριού, στην Πολωνία, όπου τους έχουν παραπετάξει οι Ναζί, γυμνούς, χωρίς φαγητό, χωρίς καμμία μέριμνα για τις στοιχειώδεις ανθρώπινες ανάγκες.
Το κελάρι ήταν ο χώρος του μοναστηριού, όπου σιτεύονταν τα κρέατα. Αυτό παλιότερα. Τώρα, με την έμπνευση των Ναζί, σιτεύονται άνθρωποι! Το αν και πώς θα σιτευτούν αυτοί οι 7  απογυμνωμένοι από τα πάντα άνθρωποι, που στις πιο ακραίες και απάνθρωπες συνθήκες δεν έχουν παρά ο ένας τον άλλο, είναι το ζήτημα και το ζητούμενο του "πειράματος", του έργου,  του θεατή ως παρατηρητή.
 Ο άνθρωπος τιθάσευσε τις εξωτερικές συνθήκες, αλλά και τον ίδιο του τον πρωτόγονο εαυτό, εφευρίσκοντας και υιοθετώντας μια σειρά από άλλες συνθήκες, τις οποίες συχνά ιδεολογικοποίησε. Δημιούργησε, τελικά,  συγκροτημένες κοινωνίες, με τους ηθικούς και νομικούς κανόνες τους, με τις αρχές και τις αξίες τους, με ιεραρχία, τάξη,  πρόληψη και καταστολή. 
Αν, όμως, του αφαιρεθούν όλα αυτά, πώς αντιδρά; Επανέρχεται στην κατάσταση του πρωτόγονου, που διέπεται αποκλειστικά από το ένστικτο της επιβίωσης; Κι αυτό γίνεται άμεσα ή σταδιακά και μέσα από ποιές εσωτερικές και εξωτερικές διεργασίες;



Ο David Ian Lee δίνει την δική του άποψη, μέσα από το τολμηρό αυτό έργο, που πρωτοανέβηκε το 2014 από τον Βρεταννικό Θεατρικό Οργανισμό Stripped Down Productions και παρουσιάζεται από προχθές, 9/12/2016, στον γνωστό για την πρωτοπορία του Πολυχώρο Vault, στον Βοτανικό, σε σκηνοθεσία Δημήτρη Καρατζιά. Σκηνοθεσία μελετημένη ώς την τελευταία λεπτομέρεια, την παραμικρή κίνηση, την πιο φευγαλέα χειρονομία.  Σκηνοθεσία γυμνή κι αυτή, που δεν υποστηρίζεται από σκηνικά ή φωτισμούς περίτεχνους, αλλά μόνον από την πρωτότυπη και καίρια μουσική υπόκρουση του Μάνου Αντωνιάδη, που ξέρει να ανεβάζει τους τόνους της έντασης και της αγωνίας στις κρίσιμες στιγμές, ξέρει να κάνει bold τα ερωτηματικά.   
Πρέπει,πάντως, να ξεκαθαρισθεί ευθύς εξ αρχής πως η τόλμη του έργου και της ίδιας της παράστασης δεν αφορά στο ότι 7 άντρες υποκρίνονται ολόγυμνοι επί σκηνής. Το θέμα καθ' εαυτό, σε συνδυασμό με τους ρυθμούς και την ένταση των διαλόγων και της κινησιολογίας κάνει τον θεατή να ξεπερνάει πολύ γρήγορα το θέαμα, να το συνηθίζει, χωρίς να του αποσπά την προσοχή από δρώμενα και λεγόμενα, να το ξεπερνάει και να επικεντρώνεται στην ουσία.  
Η τόλμη εδώ αφορά πράγματι πιο πολύ στα δρώμενα και στα λεγόμενα. 
Που αν εμείς, ως θεατές, τα υποψιαζόμαστε εύκολα, αν τα θεωρήσουμε, δηλαδή, λίγο-πολύ αναμενόμενα, τότε ήδη αναγνωρίζουμε πως τελικά οι κοινωνικές μας συνθήκες και συμβάσεις είναι τόσο ρηχές και επίπλαστες, ώστε μόλις μας αφαιρεθούν επιστρέφουμε στον πρωτογονισμό χωρίς πολλή σκέψη, χωρίς πολλούς ενδοιασμούς, χωρίς πολλούς κι ανθεκτικούς συναισθηματικούς και ηθικούς φραγμούς.
Τα ρούχα "κανονικά" καλύπτουν το ανθρώπινο σώμα ως μία ακόμη σύμβαση. Αλλά δεν είναι αυτά, που τον αφήνουν γυμνό, όταν αφαιρεθούν. 
Γυμνός κι έκθετος μένει ο άνθρωπος πιο πολύ, όταν χάσει τους ηθικούς φραγμούς,  όταν άρει τους συναισθηματικούς του δεσμούς, όταν αναιρέσει τις σχέσεις του, χάριν της επιβίωσης. Από την άλλη πλευρά, πάλι, πόσο φυσικοί είναι αυτοί οι δεσμοί, πόσο αυθόρμητοι, πόσο αυθύπαρκτοι; Θα μπορούσαν να είναι φτιαχτό κομμάτι ενός κοινωνικού πλέγματος, κρίκος της συγκρότησης μιας αυστηρά ιεραρχημένης τάξης πραγμάτων;
Κι αν, άραγε, εκλείψουν η τάξη κι ο σεβασμός στην ιεραρχία, καταρρέουν μετά κι οι ανθρώπινοι δεσμοί; Γιατί στις κρίσιμες στιγμές, που βιώνουν οι ήρωες του δράματος, ο ένας αναφωνεί ότι πρέπει να τηρηθεί η τάξη, να περισωθεί ο σεβασμός στην ιεραρχία;  



7 άντρες, ο Νίκος Γκέλια, ο Στέλιος Καλαϊτζής, ο Μάνος Κανναβός, ο Παναγιώτης Μπρατάκος, ο θανάσης Πατριαρχέας, ο Βασίλης Τσιγκριστάρης κι ο Στέλιος Ψαρουδάκης, στην σκηνή του VAULT υποφέρουν, σπαράζουν και σπαράζονται, τρώνε μεταφορικά και κυριολεκτικά τις σάρκες τους, σε μιαν απελπισμένη προσπάθεια να επιβιώσουν. 
Να επιβιώσουν, πρώτα ηθικά και, κατόπιν, σωματικά. 
Είναι ίσως μια μάχη χαμένη από την αρχή, μια μάχη άνιση κι άχαρη. Αλλά είναι και μια μάχη, που έτσι κι αλλιώς θα δοθεί. Αποτελεί φυσική επιλογή να δοθεί. 
Η μάχη αυτή θέτει συνέχεια ερωτήματα, το ένα μετά το άλλο, κι οι 7 επί σκηνής δίνουν με καταιγιστικό ρυθμό τις δικές τους απαντήσεις. Ή αφήνουν ελεύθερη, αχαλίνωτη,την ίδια τους την πρωτόγονη φύση να τις δώσει κι αυτοί ακολουθούν. Έτσι κι αλλιώς, πάντως, οι απαντήσεις ξεδιπλώνονται αριστοτεχνικά με λόγια, με πράξεις, αλλά και βουβά, με την γλώσσα του σώματος. 
Πιθανότατα, σε κανένα άλλο θεατρικό έργο δεν γίνεται τόσο κυριολεκτικός ο όρος "γλώσσα του σώματος". 7 άντρες παίζουν με όλο τους το σώμα - γιατί όλο τους το σώμα είναι εκτεθειμένο. Αλλά ως ηθοποιοί την γλώσσα του σώματος την έχουν κατακτήσει, την έχουν δουλέψει σ' όλες της τις λεπτομέρειες, την ελέγχουν πλήρως κι ώς τα ακροδάχτυλα, την ανασαίνουν μ' όλους τους πόρους του δέρματος.
7 άντρες στην σκηνή. Γυμνοί στην αρχή. Γυμνοί ώς το τέλος.
Κι ένας όγδοος. Απέναντί τους. Ντυμένος στην αρχή. Γυμνός στο τέλος κι αυτός. Πιο γυμνός απ' αυτούς! Ένας όγδοος - εσύ!


Δείτε την παράσταση - και μ' όσα θα δείτε θα φύγετε εξ ίσου απογυμνωμένοι κι εσείς!    


Οι φωτογραφίες της ανάρτησης είναι της Κας Χριστίνας Φυλακτοπούλου και ανήκουν στην παραγωγή.   

Δευτέρα 11 Ιανουαρίου 2016

Στο δωμάτιο του Marvin, στον Βοτανικό


Οι δυσλειτουργικές οικογένειες αποτελούσαν ανέκαθεν προσφιλές όσο και προνομιακό θέμα για το παγκόσμιο θέατρο. Περίπλοκοι, αντιθετικοί, χαρακτήρες με διαφορετικές αρχές και αξίες σε διαρκή σύγκρουση μεταξύ τους και με αδυναμία προσαρμογής και αφομοίωσης στο περιβάλλον τους αναμένουν την εμφάνιση εκείνου του καταλυτικού παράγοντα, που θα οδηγήσει στην θεατρική κάθαρση - και στην εξαγωγή των απαραίτητων διδαγμάτων, που θα πάρει ο θεατής μαζί του, φεύγοντας.
Το είδος της δραματικής κομεντί, που καλλιέργησε ιδιαίτερα η Αμερικανική δραματουργική παράδοση και, βέβαια, ο κινηματογράφος δεν μπορούσε να αφήσει ανεκμετάλλευτο ένα τέτοιο θέμα. Εμπλούτισε την δραματική πλοκή με μικρότερες ή μεγαλύτερες χιουμοριστικές πινελιές εδώ κι εκεί, αποφορτίζοντας τακτικά τον θεατή και κάνοντας έτσι την πλοκή λίγο πιο ελκυστική αλλά και πιο αληθοφανή, καθώς η ζωή δεν είναι ποτέ μόνον τραγωδία, καθώς το γέλιο, το χαμόγελο, έστω και στην πικρή του εκδοχή, δεν λείπει ούτε στις πιο δραματικές στιγμές μας.
Το θεατρικό έργο του Scott McPherson  (1959-1992) "Marvin's room", υπήρξε το κορυφαίο κύκνειο άσμα του Αμερικανού συγγραφέα, που ευτύχησε να γνωρίσει μεγάλη επιτυχία τόσο στο θεατρικό σανίδι όσο και στην κινηματογραφική του μεταφορά, με ένα λαμπρό επιτελείο ηθοποιών όπως η Diane Keaton, η Meryl Streep, ο Robert de Niro και ο Leonardo di Caprio.
Αναμφίβολα, ο νεαρός συγγραφέας βούτηξε στα βαθιά, μαύρα, νερά των πιο προσωπικών του βιωμάτων, για να αποδώσει το μεγαλείο του ανθρώπου και της αγάπης μέσα στην τραγωδία, καθώς την ίδια ώρα ο ίδιος και ο σύντροφός του έλιωναν από επιπλοκές του AIDS, φροντίζοντας διαδοχικά ο ένας τον άλλο.



Ευφυώς, ο McPherson αποφεύγει να αναφερθεί στο AIDS, ένα θέμα ιδιαίτερα φορτισμένο στα τέλη της δεκαετίας του 80 και στις αρχές του 90, που γράφτηκε και πρωτοανέβηκε το έργο. Με την επιλογή του αυτή, βγάζει από τον πυρήνα της κεντρικής ιδέας την συγκεκριμένη ασθένεια, με όλες της τις συνεκδοχές, και επιτρέπει γενναιόψυχα στον θεατή να επικεντρωθεί στην δύναμη της αγάπης, στην ανιδιοτελή στοργή, στους ακατάλυτους οικογενειακούς δεσμούς. Άλλωστε, για τις αλήθειες του έργου, σημασία δεν έχει ούτε το είδος της ασθένειας ούτε το είδος της τραγωδίας.
Η υπόθεση του έργου συνοπτικά αποδίδει το θέμα και το κλίμα, στο οποίο θα εισχωρήσει ο θεατής: 

"Ο Χανκ μαθαίνει από την μητέρα του, Λι, την ύπαρξη της θείας του Μπέσυ, που πάσχει από λευχαιμία και χρειάζεται μυελό των οστών για μεταμόσχευση. Η Μπέσυ ζει στην Φλόριντα, όπου φροντίζει την ανάπηρη θεία της, Ρουθ και τον κατάκοιτο πατέρα της, Μάρβιν. Με αφορμή την ασθένεια της Μπέσυ η οικογένεια ξαναενώνεται και οι δύο αδερφές ξανασυναντιούνται, ύστερα από 18 χρόνια: είχαν να βρεθούν από τότε που ο πατέρας τους είχε πάθει το πρώτο εγκεφαλικό. Η μία αποφάσισε να αφιερώσει όλη την ζωή της στην φροντίδα αυτών των ανθρώπων και η άλλη να κυνηγήσει τα όνειρα της. Η Μπέσυ έμεινε με την οικογένειά της και η Λι αποφάσισε να φτιάξει την δική της. Το καθήκον και τα πρέπει από τη μια, τα θέλω από την άλλη. Δύο εντελώς διαφορετικοί χαρακτήρες, που είναι αδύνατο να μην οδηγηθούν σε σύγκρουση. Η αρρώστια τώρα της Μπέσυ γίνεται η χαμένη ευκαιρία να ξαναβρούν η μια την άλλη, να ξαναχτίσουν τη σχέση τους από την αρχή, να κερδίσουν το χαμένο χρόνο, να παραμερίσουν όλα αυτά, που τις χώρισαν και να δουν τη ζωή τους από διαφορετική οπτική γωνία.Όλα αυτά μέσα από την αφήγηση του Χανκ σήμερα, 25 χρόνια μετά: ο 43χρονος πια Χανκ μας αφηγείται την ιστορία του και τον τρόπο που η Μπέσυ του άλλαξε την ζωή, με την στάση της, την ανιδιοτελή της αγάπη, την δοτικότητα και την αισιοδοξία της."

  
Ο σπόρος της τραγωδίας είναι εκεί, στο μαλακό υπογάστριο του έργου, αλλά ο McPherson τον αφήνει εκεί, στα χαμηλά και στα σχεδόν σκοτεινά, σαν να μας λέει πως η όποια τραγωδία δεν είναι παρά η αφορμή για να βγει μπροστά ο άνθρωπος, το μεγαλείο των ανθρώπινων συναισθημάτων, το ακατάλυτο των ανθρώπινων σχέσεων.
Πιστός, θαρρώ, σ' αυτό το πνεύμα, ο Δημήτρης Καρατζιάς επιλέγει το έργο "Marvin's room", και το ανεβάζει για πρώτη φορά στην Ελλάδα ο ίδιος, στην κυψέλη πολιτισμού του Βοτανικού, που λέγεται Vault.
25 χρόνια μετά το πρώτο του ανέβασμα, στρην Αμερική, το έργο δεν έχει χάσει τίποτε από την φρεσκάδα και την επικαιρότητά του. Συνεχίζει να μας αφορά! Οι χαρακτήρες παραμένουν ανθρώπινοι, παγκόσμιοι, διαχρονικοί και, τελικά, πιστευτοί. Το ίδιο κι οι καταστάσεις. Και τα συναισθήματα. Και οι διάλογοι.
Στα 100 λεπτά της παράστασης, οι θεατρικές εικόνες εναλλάσσονται με χαρακτηριστικά γοργό ρυθμό. Μέσα τους κινούνται το ίδιο γοργά οι χαρακτήρες, χειρονομούν, φωνάζουν διαμαρτύρονται, υπομένουν τους άλλους χαρακτήρες όπως υπομένουν και τις καταστάσεις όπως αντέχουν και τα λόγια. Λόγια άλλοτε σκληρά κι άλλοτε αδέξια, άλλοτε τραγικά κι άλλοτε αστεία, χαριτωμένα, πνευματώδη. Λόγια καρφιά και λόγια χάδια. Όπως αλλάζουν οι σκηνές κι όπως πηγαινοέρχονται οι άνθρωποι, όπως αλλάζουν ρούχα κι όπως αλλάζουν όψη, οι χαρακτήρες σταδιακά κερδίζουν το ανάγλυφό τους, εξανθρωπίζονται κι έπειτα ταυτίζονται με οικεία μας πρόσωπα, αναγνωρίζονται. Γίνονται η θεία μας, η ξαδέλφη μας, η μάνα μας, ο φίλος μας, ο γιατρός, που χρειαστήκαμε κάποτε.
Ο τόνος της φωνής τους, το παράπονο, τα λόγια τους είναι και δικά μας - κάποτε τάπαμε, κάποτε τα ακούσαμε κι εμείς, κάποτε μας λύγισαν, κάποτε μας ατσάλωσαν! Κι έτσι γνωριστήκαμε ή ξαναγνωριστήκαμε με ανθρώπους της ζωής μας και με συνθήκες και με καταστάσεις.
Οι διάλογοι του McPherson, σοφά μετρημένοι σε χιούμορ, πνεύμα, βαρύτητα και συναισθηματική διεισδυτικότητα, γίνονται όπλο ακριβείας στα σκηνοθετικά χέρια του Δημήτρη Καρατζιά. Στο τελικό αποτέλεσμα είναι προφανές ότι μ' αυτούς έχει εμβολιάσει το υποκριτικό του επιτελείο κι έχει καταφέρει να αποσπάσει σωστούς τόνους φωνής, καίρια γλώσσα των σωμάτων, υποδειγματικό sense of timing σε κινήσεις, χειρονομίες, εκφράσεις προσώπου και λεκτικές αντιδράσεις. Ίσως να μην είναι τυχαίο πως διάλεξε τακτικούς και δοκιμασμένους συνεργάτες του Vault για το ζωντάνεμα του έργου.


Πρωτίστως, η Αθηνά Τσιλύρα, η άτεγκτη μάνα της κλειστοφοβικής  "Πνιγμονής"  μεταμορφώνεται εδώ σε μιαν άκρως συναισθηματική προσωπικότητα. Η "Μπέσυ" της, εύθραυστη στην ασθένειά της, παραμένει, ταυτόχρονα, τόσο σίγουρη για τις επιλογές της και, κυρίως, για την αξία του υπέρτατου συναισθήματος της αγάπης, ώστε, αντί να γίνει κομμάτια και θρύψαλα, αναδεικνύεται στον καταλύτη εκείνο που μπορεί να αλλάξει, αν όχι τον ρου των πραγμάτων, πάντως την ζωή και την ψυχοσύνθεση όλων γύρω της.
Η Αλεξάνδρα Παλαιολόγου, με πρόσφατη την επιτυχία και, κυρίως, την εμπειρία, του απαιτητικού "Επάγγελμα πόρνη", δίκαια αφήνει πίσω της κι έξω από την πόρτα την τηλεοπτική της αναγνωρισιμότητα, κινούμενη πλέον με άνεση και γνώση σε άλλη πίστα, που δικαιώνει την ίδια και ψυχαγωγεί με την αρχέτυπη έννοια τον θεατή. Η "Λι" της ακκίζεται, ναρκισσεύεται, οξύνει τις γωνίες και παροξύνει τον λόγο της, διαφεντεύει και καταπιέζει, ώσπου τελικά να εξελιχθεί συναισθηματικά επί σκηνής και να κάνει επαφή με την Μπέσυ, που αποξένωσε - δηλαδή με την ίδια την ανθρώπινη ουσία της, που (νόμιζε πως) είχε καταστείλει για χάρη των φιλοδοξιών της.


Ο Ιωσήφ Ιωσηφίδης, που μεγαλούργησε στον απαιτητικό μονόλογο του "Μάρτυς μου ο Θεός", αξιομνημόνευτα χαριτωμένος στην αδεξιότητά του και σπουδαία ακριβής στην εκφορά του λόγου και στις κινήσεις του, μας καταφέρνει εδώ να αγαπήσουμε τον γιατρό-μαντατοφόρο των κακών ειδήσεων.
Η Γιάννα Σταυράκη, πάλι της "Πνιγμονής", υποδεικνύει πόσο πολύτιμο μπορεί να είναι να χάνεται κανείς στον κόσμο του και να καταφέρνει να μένει εκεί σε δύσκολες ώρες.
Ο Στράτος Στρατηγαρέας, αποδεικνύεται εξαιρετικά αποτελεσματικός στον ρόλο του καταπιεσμένου και συνεσταλμένου έφηβου, χάρις σε έναν εμπνευσμένο και πειστικό συνδυασμό έκφρασης, κινησιολογίας και βλέμματος.


Τελευταίος, last but not least, ο σκηνοθέτης, που δίδαξε όλους τους προηγούμενους όλα τα προηγούμενα. Ο Δημήτρης Καρατζιάς έκανε με τον τρόπο του δικό του το θεατρικό του McPherson και μετέφερε την ουσία του δωματίου του Marvin από την Φλόριντα στον δικό μας Βοτανικό. Συχνά έπαιζε μονάχα με το βλέμμα του και την στάση του σώματος. Μηχανικός εδώ με τα όλα του, την φόρμα του και την εργαλειοθήκη του - μέσα στον ρόλο με φυσικότητα και χωρίς επιτήδευση. Σε δεδομένες στιγμές του έργου, η μεταλλική εργαλειοθήκη γινόταν στα χέρια του καταφύγιο, μέσο εκτόνωσης. Τα εργαλεία φάνταζαν προέκταση των χεριών του, καθώς τα γυάλιζε και τα καθάριζε με στοργή και με τόσο φυσικό τρόπο, ώστε να είναι πάντα έτοιμα να ανταποκριθούν στην αποστολή τους. Με την ίδια στοργή, δηλαδή, και με τον ίδιο τρόπο, που προετοίμασε και τους ηθοποιούς του!

Για όλα αυτά και για πολλά ακόμη, που θα ανακαλύψετε μόνοι σας, αξίζει να δείτε το "Marvin's roοm", που παίζεται κάθε Παρασκευή και Σάββατο στις 21:00 και κάθε Κυριακή στις 18:00, στο Vault του Βοτανικού, στην οδό Μελενίκου 26.          

Δευτέρα 5 Ιανουαρίου 2015

Μικρές ιστορίες φόνων...

Προσοχή: όχι ιστορίες μικρών φόνων! Φόνων από εκείνους, που συμβαίνουν κάθε μέρα, που δεν γίνονται πρωτοσέλιδα, αλλά περνάνε στα ψιλά, στις μέσα σελίδες των εφημερίδων. Φόνων, που μπορεί και να μη μαθαίναμε ποτέ, αν δεν έπρεπε κάτι να βρουν να μοσχοπουλήσουν οι λαϊκές φυλλάδες, αν δεν έπρεπε να γεμίσουν τόσες και τόσες πανάκριβες ώρες τηλεοπτικού χρόνου τα άχαρα μεσημέρια.
Μικροί φόνοι δεν υπάρχουν! Ούτε φόνοι ασήμαντοι υπάρχουν. Γιατί δεν υπάρχουν και μικροί ή ασήμαντοι άνθρωποι. Όλοι είναι - είμαστε - μοναδικοί, όλοι σημαντικοί. Κι ο κάθε θάνατος - ειδικά ο θάνατος ο άδικος κι ο άκαιρος - σπάει κρίκο από μια μεγάλη αλυσίδα. Κι αν είναι να ξαναενωθεί η αλυσίδα, να αποκατασταθεί, χρωστάμε πράγματι κάθε φορά να κοντοστεκόμαστε, να μαζεύουμε τον σπασμένο κρίκο, να σκύβουμε πάνω από κάθε τραγωδία ανθρώπου χαμένου...
Αλλά με ποιό τρόπο, με ποιό στόχο, με ποιά ηθική στάση θα το κάνουμε αυτό; Εδώ υπάρχει μείζον ζήτημα - κι ένα θεατρικό έργο έρχεται φέτος να το θέσει επιτακτικά και χωρίς φτιασίδια.


Για τον θεατρικό συγγραφέα και ηθοποιό Παναγιώτη Μπρατάκο έγραψα, όταν τον "εγνώρισα" πρώτη φορά στην διάρκεια της περσινής θεατρικής περιόδου, Άνοιξη του 2013, τότε που ανέβηκε το νοσταλγικό για μένα και για την γενιά μου "Ξημερώνει Κυριακή" στο θέατρο του Ιδρύματος Μείζονος Ελληνισμού. Αρκετά μεταγενέστερος από μένα, αλλά κι από τον πρωτότυπο "Δρόμο" των Πλέσσα-Παπαδόπουλου, ο συγγραφέας έπιασε, παρ' όλ' αυτά τον παλμό του έργου και έπλασε ένα πολύ ευαίσθητο κι εξαιρετικά καίριο θεατρικό κείμενο, σε συνεργασία με την Μ. Μπουρδάκου.    
Την καλή θεατρική πένα του Παναγιώτη Μπρατάκου έρχεται φέτος να επιβεβαιώσει ένα άλλο, τελείως διαφορετικό, έργο: οι "Μικρές ιστορίες φόνων", που ανέβηκαν πριν από λίγες μέρες στο Θέατρο VAULT του Βοτανικού σε δύο εκδοχές, με εν πολλοίς διπλή διανομή και με διπλή, διαφορετική, σκηνοθετική καθοδήγηση του Δημήτρη Καρατζιά. Μιά προσέγγιση παίζεται Σάββατο και Κυριακή, μιά άλλη Δευτέρα και Τρίτη.
Είναι, όμως, απαραίτητες, κατ' αρχάς, οι δύο εκδοχές και προσεγγίσεις; Θάλεγα ναι - όχι μόνο γιατί μας δίνεται η ευκαιρία να απολαύσουμε περισσότερους νέους ηθοποιούς, που "καίγονται" πάνω στην σκηνή, μέχρι να ξοδευτούν ολότελα και να γίνουν στάχτη, αλλά και γιατί οι δύο διαφορετικές παραστάσεις κάνουν σαφές και ανάγλυφο το ότι όντως, στην πραγματική ζωή, υπάρχουν διαφορετικές προσεγγίσεις των ανθρώπινων τραγωδιών και ότι το πώς τις ερευνούμε και τις προσεγγίζουμε έχει βαρύνουσα κοινωνική σημασία.


Από καταβολής του ανθρώπου τα ερωτικά του πάθη υποκίνησαν συχνά από "ατοπήματα", όπως ήπια, σχεδόν ουδέτερα, τα χαρακτηρίζει επί σκηνής ο σπαρακτικός Νίκος Γκέλια, μέχρι και εγκλήματα αποτρόπαια. Η αγάπη, ο έρωτας, τα ευγενέστερα και τα πιο αναγκαία για την επιβίωση συναισθήματα του ανθρώπου, μπορούν εύκολα να (μας) βουλιάξουν στο πιο βρωμερό βούρκο, να μας πάνε από τον Παράδεισο στην Κόλαση μέσα σε μια στιγμή. Όλα από μια κλωστή κρέμονται, μια κλωστή πολύ λεπτή...



Οι πρωταγωνιστές του Π. Μπρατάκου έκοψαν την κλωστή αυτή σε χρόνο προγενέστερο. Και τώρα, στο πλατώ ενός φανταστικού reality show, στέκονται απέναντί μας γυμνοί από προσχήματα για να μας πουν την ιστορία τους, το πώς και το γιατί, το πριν και το μετά τους.
Οι θύτες εκεί.
Και τα θύματα εκεί.
Και οι γύρω. Α, αυτοί οι γύρω, οι γείτονες, οι συγγενείς, οι μάρτυρες, οι συχνά πιο ένοχοι απ' όλους. Οι επί τόπου, όπως τους βάφτισε κάποτε, παλιότερα, ο Χάρυ Κλυν σε μια σατιρική τηλεοπτική εκπομπή, δεν θα μπορούσαν να λείπουν.
Όλοι, λοιπόν, παρόντες και μιλούν. Όλοι, με την σειρά τους, μέσα από μιαν αλληλουχία συνταρακτικών μονολόγων, περιγράφουν. Με στόμα και με σώμα εκφράζονται, μας αποκαλύπτουν τι και γιατί έγινε - κι ίσως εκείνη την ώρα να το ανακαλύπτουν κιόλας, ίσως να μην το ξέρουν ακριβώς και να το ανακαλύπτουν εκεί, ακριβώς μπροστά μας, φωτισμένοι, ολόφωτοι, κάτω από τους προβολείς ενός φανταστικού τηλεοπτικού "μεσημεριανάδικου".





Ποιοί είναι οι θύτες και ποιοί τα θύματα, ποιοί οι οικείοι και ποιοί ο περίγυρος, ποιοί κρατούσαν το μαχαίρι, ποιοί το έχωσαν στην σάρκα και ποιοί το γύρισαν στην πληγή ώς το τέλος είναι κι αυτό ένα ζητούμενο. Δεν ξέρω γιατί έρχεται η στιγμή που ο έρωτας γίνεται πόλεμος, δεν ξέρω αν έχει απαντηθεί ποτέ με επιστημονική εγκυρότητα το ερώτημα αυτό. Ξέρω, όμως, ότι συμβαίνει, ότι γίνεται. Κι όταν ο έρωτας γίνεται πόλεμος δεν υπάρχουν πια θύτες και θύματα, αθώοι κι ένοχοι γίνονται ένα, μια μάζα αξεχώριστη με συγκολλητική ουσία το τυφλό πάθος.
Και μετά; Μετά, τίποτε. Μετά δεν υπάρχει τίποτε... Ζωές κατεστραμμένες μονάχα. Όνειρα, φιλοδοξίες και δυνατότητες κομμάτια. Που την καταστροφή τους δεν μπορεί να δικαιολογήσει κανένα προηγούμενο ατόπημα κανενός, καμμιά αμαρτία, καμμιά κοινωνική προκατάληψη!
Δεν ξέρω αν αυτό είναι το μείζον, που επιθυμεί να αναδείξει ο συγγραφέας μέσα από το έργο, αλλά προφανώς αυτό το έχει σίγουρα καταφέρει, καθώς ο θεατής στέκει, στο τέλος, δίβουλος κι αναρωτιέται ποιός είναι ποιός και ποιός σε κάθε ιστορία φταίει σε τι.
Το επόμενο ερώτημα, όμως, που έρχεται να φωτίσει κι η διπλή σκηνοθεσία του Δημήτρη Καρατζιά, είναι η δημόσια προσέγγιση, η αξιολόγηση η κοινωνική παράμετρος των απεχθών εγκλημάτων πάθους. Τα εγκλήματα πάθους έχουν την ριζική τους αιτία στις διαπροσωπικές σχέσεις, αλλά στην εξέλιξή τους παίζει πολύ συχνά ρόλο ο κοινωνικός περίγυρος, η οικογένεια, η γειτονιά, το περιβάλλον, που με τον τρόπο τους μπορούν και παροξύνουν τα πάθη. Όπως μπορούν και να τα αμβλύνουν... αλλά σπάνια το κάνουν!
Στο σημείο αυτό προσέρχεται κι ο Τύπος, στην κίτρινη μορφή των tabloids ή των "μεσημεριανάδικων" της τηλεόρασης, να παίξει τον δικό του ρόλο. Ρολίστες δημοσιογράφοι και παρουσιαστές εμφανίζονται στο προσκήνιο, μετά την κορύφωση του δράματος, αλλά ο ρόλος τους είναι καίριος, καθώς σίγουρα είναι κοινωνικά "παιδευτικός" και τελικά να προετοιμάζει το επόμενο δράμα.            
Η σκηνοθεσία του Δημήτρη Καρατζιά στις παραστάσεις του Σαββατοκύριακου αναδεικνύει, με όρους θεάματος, πρωταγωνιστές πιο τηλεορασικούς - δασκαλεμένους, λες, κατάλληλα από τον δικηγόρο, τον παραγωγό, τον τηλεοπτικό σκηνοθέτη, για το πού και πώς θα σταθούν, πώς θα μιλήσουν και πώς θα κοιτάξουν κατάματα τον θεατή, για να πουν την ιστορία τους και να τον κερδίσουν, να πάει με το μέρος τους. Γίνονται πιο άμεσοι, πιο sensational, ίσως και πιο ρηχοί. Χρησιμοποιούν κόλπα, χειρονομίες, μικρές υστερίες αποπροσανατολισμού, για να γίνουν πιο δικοί μας ή για να μας εντυπωθούν. Και για να μας εμποδίσουν να δούμε πιο βαθιά, να ανασκάψουμε το χαντάκι της ενοχής.
Η σκηνοθεσία των παραστάσεων Δευτέρας - Τρίτης αναδεικνύει βαθύτερους χαρακτήρες, παραπέμπει σε διείσδυση πιο επιστημονική και τεκμηριωτική. Σε πρωταγωνιστές, με όρους θεάματος πάλι, πιο θεατρικούς, δραματικά θεατρικούς.
Από την άποψη αυτή, είναι ενδεικτικά και τα στοιχεία των σκηνικών:
Οι "καρέκλες-θρόνοι", όπου κάθονται οι ήρωες των παραστάσεων του Σαββατοκύριακου, μεταφέρουν τον θεατή απ' ευθείας στην μεσημεριανή ζώνη της τηλεόρασης. Εντυπωσιακά ασημένιες, γυαλίζουν για να τον τυφλώσουν, να θολώσουν την ματιά του, να τον κρατήσουν να επιπλέει χαλαρωτικά στην επιφάνεια των ανθρώπων και των καταστάσεων,
Αντίστοιχα το "κρεβάτι νεκροτομείου", που κυριαρχεί στο σκηνικό των παραστάσεων Δευτέρας - Τρίτης, προετοιμάζει ευθέως, σχεδόν καταπιεστικά, τον θεατή για μια πιο οδυνηρή ανατομία των εγκλημάτων, μια κατάδυση στα βάθη της προσωπικότητας, στην ρίζα του κακού, στο ατίθασο των ανθρώπινων συναισθημάτων, που έχουν δύο όψεις, η μία από τις οποίες καιροφυλακτεί για να σπείρει την καταστροφή.


Επανέρχομαι τώρα στο εύλογο ερώτημα της αρχής: Αξίζει να δει κανείς και τις δύο εκδοχές;
Αν υπάρχει η αντικειμενική δυνατότητα, θάλεγα ανεπιφύλακτα ναι!
Για πολλούς λόγους: για το καθ' εαυτό ενδιαφέρον, που παρουσιάζει η εμπνευσμένα διπλή σκηνοθετική ματιά και, μάλιστα, από τον ίδιο σκηνοθέτη, για την εξαιρετική υποκριτική των συντελεστών και των δύο παραστάσεων και για την ανάδειξη των διαφορών ουσίας μεταξύ των ίδιων χαρακτήρων, πάνω στο ίδιο βασικό κείμενο.
Αν δεν υπάρχει η δυνατότητα, ομολογώ πως θα μου ήταν δύσκολο να διαλέξω μία από τις δύο εκδοχές. Και δεν θα το κάνω...
Μια ιδιαίτερη μνεία ακόμη: θα ήταν άδικο να αφήσω ασχολίαστα την μουσική και τα τραγούδια του έργου από τον Μάνο Αντωνιάδη. Στοιχείο θετικής έκπληξης, καθώς δεν πρόκειται για διεκπεραιωτικές μουσικές γέφυρες, όπως συνήθως συμβαίνει, αλλά αποτελούν ιδιαιτέρως επιτυχημένα στιχουργικά σχόλια πάνω στα θεατρικά δρώμενα όσο και πολύ καλές αυτοδύναμες μουσικές συνθέσεις.  





    
      
                  


Τρίτη 16 Δεκεμβρίου 2014

Πνιγμονή - στο VAULT





Ο Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα υπήρξε μία από τις σπουδαιότερες μορφές των Ισπανικών γραμμάτων και, παρά το ότι έχουν παρέλθει σχεδόν 80 χρόνια από την δολοφονία του, τον Αύγουστο του 1936, εξακολουθεί να εμπνέει, να συγκινεί, να απασχολεί και να διατηρεί την πρωτεύουσα θέση του στο παγκόσμιο λογοτεχνικό πάνθεον. Η ευαισθησία της ματιάς και της γραφής του παραμένει μοναδική, οικουμενική και πάντα επίκαιρη, ενώ το μυστήριο της προσωπικότητάς του και ο άδικος, πρόωρος, θάνατός του εμπλουτίζουν τον μύθο του.
Στην Ελλάδα, τα γραπτά του Λόρκα ευτύχησαν να πέσουν στα χέρια των επιφανέστερων εκπροσώπων της Γενιάς του '30, αρχικά, και κορυφαίων εργατών του λόγου, μεταγενέστερα. Το Ελληνικό κοινό, που ούτως ή άλλως νοιώθει διαχρονικά συγγένεια ή έλξη προς κάθε τι Ισπανικό, γνώρισε και αγάπησε τον μεγάλο Ισπανό μέσα από Ελληνικές επεξεργασίες του Καζαντζάκη, του Ελύτη, του Γκάτσου, του Λευτέρη Παπαδόπουλου καθώς και μέσα από κλασικές μελοποιήσεις των στίχων του από τον Χατζιδάκι, τον Θεοδωράκη ή τον Γιάννη Γλέζο.
Η εξοικείωση του Ελληνικού κοινού με τον Λόρκα, ωστόσο, δεν αφορά μόνο το ποιητικό του έργο, αλλά και τα θεατρικά του. Πατώντας πάνω στις συγγενείς ιδιοσυγκρασίες και παραδόσεις των χωρών του Ευρωπαϊκού Νότου και της Μεσογείου, ο Λόρκα έπλασε καταστάσεις και προσωπικότητες αναγνωρίσιμες, οικείες, σε όλες αυτές τις χώρες. Κάπως έτσι, Ο Ματωμένος Γάμος ή Το σπίτι της Μπερνάρντα Άλμπα έγιναν ψηφίδες της Ελληνικής θεατρικής παράδοσης και όχι άδικα: μας αφορούν όλους. Όλους τους Ευρωπαίους, όλους όσοι λούζονται στα νερά της Μεσογείου, κατά κύριο λόγο, όλους τους ανθρώπους...

Όταν ο Δημήτρης Καρατζιάς, ψυχή του πολύσημου VAULT, στον Βοτανικό, χτύπησε την πόρτα του σπιτιού της Μπερνάρντα Άλμπα, η κυρίαρχη μαυροντυμένη φιγούρα του σπιτιού του άνοιξε. Σε μια σπάνια καλή της στιγμή, η κλασική Μπερνάρντα του Λόρκα σαν να διαισθάνθηκε την ευαισθησία, την υπευθυνότητα και την έμπνευση, με την οποία θα την προσέγγιζε ο θεατράνθρωπός μας, και τον δέχθηκε ανεπιφύλακτα στον μικρόκοσμό της. Κι ήταν αυτή η πρώτη νίκη του. Η δεύτερη ήταν πιο δική του, πιο προσωπική: ο Δημήτρης Καρατζιάς αξιοποίησε την υποδοχή και την ευκαιρία για να εγκατασταθεί σ' αυτό το αντίξοο και πνιγηρό περιβάλλον, να το ανατάμει με χειρουργική ακρίβεια και χέρι σταθερό, να το προεκτείνει μέχρι τις μέρες μας, μέχρι την γεωγραφική περιοχή της Τουρκίας και την καταπιεστική ατμόσφαιρα του πιο συντηρητικού Ισλάμ. Η ηρωίδα του Ισπανού μεταλλάσσεται εθνοτικά, καταφτάνει στην διαμετρικά αντίθετα άκρη της Μεσογείου, και ρίχνει το μαύρο της πέπλο στην ευρύτερη γειτονιά μας. Για δεύτερη χρονιά και με την ίδια διεισδυτικότητα στο Ελληνικό κοινό, που σπεύδει να επισκεφθεί ξανά τον Λόρκα και τον κόσμο του, μέσα από την επίκαιρη ματιά ενός σύγχρονου Έλληνα δραματουργού.      
Η Μπερνάρντα Άλμπα του Δημήτρη Καρατζιά αλλάζει εθνικότητα αλλά όχι τρόπο σκέψης, όχι τρόπο ζωής. Καταπιέζει το ίδιο ασφυκτικά τις κόρες της, οδηγώντας τα πράγματα στην αυτοκαταστροφή, μέσα από ατραπούς καθημερινής δυστυχίας, πυκνού, αδιαπέραστου, ζόφου. Οι κακοί οιωνοί συγκεντρώνονται πάνω από το σπίτι, μπαίνουν μέσα, ακουμπάνε τις 8 γυναίκες του έργου, υφαίνουν τον πέπλο της αρχαίας τραγωδίας, αλλά από μηχανής θεός δεν εμφανίζεται, μήπως κι αλλάξει η μοίρα, έστω την ύστατη στιγμή. Η μάνα είναι τόσο σκληρή και σίγουρη για τις πεποιθήσεις και τις επιλογές της, ώστε δεν επιτρέπει ούτε ανθρώπινη ούτε και θεία παρέμβαση στα σχέδια και στην πορεία, που αποφασίζει μόνη αυτή - κανείς άλλος!
Ως διασκευαστής και σκηνοθέτης, ο Δημήτρης Καρατζιάς έχει επιλέξει ένα στατικό, μισοφωτισμένο, σκηνικό για το στήσιμο της παράστασης. Το σαλόνι αποτελεί το επίκεντρο των οικογενειακών δραστηριοτήτων, αλλά παραμένει χώρος δίχως ουσιαστική ζωή και φως. Δίχως φρέσκο αέρα. Οι προσωπικές απόψεις και οι ψυχικές καταστάσεις σπάνια βρίσκουν διέξοδο, σπάνια εκφράζονται. Ούτε οι ψίθυροι δεν ευδοκιμούν πίσω από τις μανταλωμένες πόρτες και τις κλειστές κουρτίνες, κάτω από την μπότα της άτεγκτης μητέρας-αφέντη.
Όσα ούτε καν ψιθυρίζονται, όμως, περνούν και διαχέονται στον χώρο μέσα από την γλώσσα του σώματος, μέσα από βουβές ματιές. Οι γυναίκες, όποτε χρειάζεται, όποτε είναι παρούσα η μάνα, πνίγουν την κραυγή, πνίγουν τα συναισθήματα, αλλά τα σώματά τους, σκηνοθετικά καθοδηγημένα ώς την τελευταία λεπτομέρεια, προδίδουν τα ανομολόγητα, δείχνουν την πίκρα, το μάταιο της διαμαρτυρίας, που φτάνει να αναχθεί σε μάταιο της ίδιας της ύπαρξης. Η θηλειά σφίγγεται γύρω από τον λαιμό τους, πνίγει την ψυχή τους, πνίγει την ψυχή μας... Φως δεν φαίνεται πουθενά, κλειστοί οι δρόμοι διαφυγής, σκύβεις το κεφάλι κι αναρωτιέσαι πόσα κοινά μπορεί να έχει η μοίρα των ανθρώπων, ποιός θεός ανελέητος την ορίζει και σε ποιά άκρα μας οδηγεί, ανεξάρτητα από τις ειδικότερες συνθήκες, τους παράγοντες, τις αιτίες και τις αφορμές...





Απάντηση συχνά δεν παίρνεις σε τέτοια αδυσώπητα κι απάνθρωπα ερωτήματα, που, όμως, ορίζουν την ύπαρξη του ανθρώπου, αλλά, στο μεταξύ, η παράσταση σου έχει χαρίσει την απόλαυση εξαιρετικών ερμηνειών από 8 γυναίκες, που καίγονται πάνω στην σκηνή για να σε βάλουν στην άχαρη ζωή τους, να σε κάνουν κοινωνό τόσο της καθημερινότητας, όσο και του πεπρωμένου τους. Στο τέλος της παράστασης, την ώρα των υποκλίσεων, είναι εμφανές στο πρόσωπο, στα μάτια, των ηθοποιών το δημιουργικό ξόδεμα ενέργειας, η ανάλωση ψυχικού δυναμικού, που θυσίασαν για χάρη των θεατών και για χάρη των μηνυμάτων του έργου.
Το ίδιο εμφανής, όμως, είναι και η αδυναμία των θεατών να σηκωθούν αμέσως από το κάθισμά τους και να φύγουν. Δεν το μπορούν, απλώς δεν γίνεται. Η ΠΝΙΓΜΟΝΗ του Δημήτρη Καρατζιά, έτσι όπως την έστησε και έτσι, όπως την ερμηνεύουν οι ηρωίδες του, είναι από τις παραστάσεις εκείνες, όπου για να μαζέψεις τις δυνάμεις σου, στο τέλος, πρέπει να περάσει λίγη ώρα, να αποφορτισθείς, να βρεις κουράγιο, να αντλήσεις από κάπου την ελπίδα ότι κάπου εκεί, έξω από το σαλόνι, έξω από το σπίτι, έξω από το Θέατρο, υπάρχει φως. Ίσως λίγο, ίσως αχνό, ίσως στην απαρχή και στην γέννησή του - αλλά υπάρχει και μπορεί να φωτίσει το μονοπάτι των καταπιεσμένων ψυχών αυτού του κόσμου. Αλλά πρέπει να το συνειδητοποιήσουν, πρέπει να το αποφασίσουν, πρέπει να πληρώσουν το τίμημα - που συχνά είναι κόκκινο. Κατακόκκινο. Σαν αίμα!    

       
 
    

            
          
 
GreekBloggers.com