Πέμπτη, 22 Ιανουαρίου 2015

Μικρός, πικρός, αποχαιρετισμός στον Γιάννη Κοντό (1943-2015)

"Κοιτάζω πίσω τον δρόμο και βλέπω να έρχεται προς το μέρος μου, μόνος και φωτεινός, ο Γιώργος Χειμωνάς, στα μαύρα ντυμένος, στα βελούδινα."
                                                                                           
 Γιάννης Κοντός
 Απρίλιος - Ιούνιος 2000
 (Υστερόγραφο στην 2η έκδοση της "Περιμετρικής" -                                                                              Πρόλογος στα "Ποιήματα")





Κάπου στα τέλη της δεκαετίας του '70.
Κάπου στο μεταίχμιο μεταξύ εφηβείας και πρώτης νιότης.
Όχι εκείνης της παρεξηγημένης, παρατεταμένης εφηβείας - της άλλης, της κυριολεκτικής, της αυθεντικής, της δίχως ντροπές, φόβους, αναστολές.
Της που νομίζεις πως όλος ο κόσμος είναι κιόλας δικός σου ή πως θα γίνει όπου νάναι.
Ή πως δεν θα στον πειράξει κανείς. Πως κανείς δεν θα στον κλονίσει. Πως κανείς δεν θα λείψει ποτέ. Και πως κανείς ποτέ δεν θα πεθάνει. Ούτε εσύ ούτε οι άλλοι.
Κι όμως κάποτε λείπουν, κάποτε φεύγουν. Πεθαίνουν κάποτε. Όχι κάποιοι. Όλοι. Καθένας με την σειρά του. Μαύρη σειρά. Ατέλειωτη σειρά. Στο τέλος της εσύ.

Κάπου στα τέλη της δεκαετίας του '70.
Στην πολύτιμη, στην ανεκτίμητη "ΩΡΑ" της Ξενοφώντος. Και του Ασαντούρ Μπαχαριάν (1924-1990), ζωγράφου, γραφίστα, ακάματου πνευματικού ανθρώπου.
 Έπειτα από χρόνια σιωπής και χρόνια γκρίζα, είναι τώρα τα χρόνια του οργασμού της έκφρασης, του οργασμού της δημιουργικότητας. Κι η "ΩΡΑ" οργανώνει κάθε χρόνο "Συναντήσεις Νέων Δημιουργών". Πολύ νέων. Με πρώτους ανάμεσά τους, τους ποιητές. Δειλές φωνές κι άλλες πιο τολμηρές. Ποιήματα, στίχοι, πρωτόλεια.
Σε κάποιων τις φλέβες κυλάει κλίση φυσική στην ποίηση. Σ' άλλων ρέει νεανική αφέλεια.
Σ' όλους περισσεύει η αφτιασίδωτη αθωότητα.
Κι όλοι ζητούν την επιβεβαίωση, ένα βλέμμα, ένα νεύμα από τους γνωστούς, τους μεγαλύτερους.
Από τον Γιάννη Κοντό, που ήταν πάντα παρών - και πάντα περίεργος να ακούσει νέες φωνές, να δει αν έχουν κάτι να πουν. Και τι. Και πώς.
Από τον Μιχάλη Κατσαρό, άλλον τακτικό της "ΩΡΑΣ" - που τον θυμάμαι να σηκώνεται κάποια στιγμή και να μας λέει: "Εγώ είμαι η παλιά αρκούδα. Κι εδώ, σε σας, βλέπω την νέα αρκούδα, την αρκούδα, που έρχεται...".

Δεν ήταν τότε παλιά αρκούδα ο Γιάννης Κοντός. Είχε, όμως, αρχίσει να ακούγεται, να κάνει όνομα. Ήταν μάλλον κάπου στην μέση. Από την μια εμείς, που η "ΩΡΑ" μας έδινε γενναιόδωρα το πρώτο βήμα να βγάλουμε στο φως τις πρώτες μας ποιητικές προσπάθειες. Κι από τηνν άλλη, οι αστικοί θρύλοι σαν τον Μιχάλη Κατσαρό.
Ήδη από το 1970, ο Κοντός είχε κυκλοφορήσει την "Περιμετρική" με αξιοπρόσεκτες στιχουργικές διατυπώσεις και παρατηρήσεις σαν απόηχους του Σεφέρη. Στην ποίησή του παρούσα η πόλη του, η Αθήνα, και το περιβάλλον του, όπως αυτό είχε διαμορφωθεί από πραγματικούς ανθρώπους και από διαβάσματα, από λαϊκά τραγούδια και συνθέτες.

"Τα μάτια σου,
Τα μάτια σου αιωρούνται εντός μου."

"Ποιός θα τραγουδήσει για τον φαντάρο που συμπλήρωσε
το μισό της σελήνης με το κορμί του;"

"Βουτήξαμε σε μια θάλασσα γεμάτη
βυθισμένα αγάλματα.
Σκελετωμένα εργοστάσια κρέμονται
από τον ορίζοντα."


Με το "Χρονόμετρο" του 1972, αρχίζει να γίνεται πιο διακριτή η προσωπική του στιχουργική.

""Όταν μ' αγκαλιάζεις ένα σαξόφωνο
 τα βάφει πράσινα όλα, κι από τα μάτια σου
τρέχουν δυο πεύκα βελόνα βελόνα."

"Τα δόντια σου είναι καλοβαλμένα
και σφιχτά. Τους πηγαίνει τσιγάρο ή μαχαίρι."

"Κάτι σφιγμένα απογεύματα
ξυπνάνε οι παλιοί λαϊκοί
οργανοπαίκτες.
Λάμπουνε τα μπουζούκια
κυματίζουνε τα βουνά
και οι φωνές τους ανοίγουνε
δρόμο για να περάσει - ποια άλλη -
η ελευθερία."


Ακολουθούν τα "Απρόοπτα", το 1975, όπου ο ποιητής δεν κυκλοφορεί πια τόσο στους δρόμους της πόλης. Ο προσωπικός του κόσμος δείχνει πιο κλειστός, σαν να αποκτά τέσσερις τοίχους, πάτωμα, ταβάνι, να γίνεται δωμάτιο στεγανό, χώρος αυστηρά ιδιωτικός, όπου κάποτε, σπάνια ίσως, κάποιος μπαίνει, εισχωρεί, δίνοντας αφορμή για διάλογο. Και δέος...

"Το παντελόνι μου έκανε γόνατα
έκανε φωλιές για τις κλειστές Κυριακές,
χωρίς ήλιους, μόνο τσιγάρο και ψωμί.

Οι κάλτσες σου στο πάτωμα
δεν είναι βέβαια πουλιά, αλλά ένα
ζευγάρι κάλτσες και όπως τις γυρίζεις
από την καλή για να τις φορέσεις
φέρνεις αναστάτωση στους κρατούντες."


Ακολουθούν αρκετές συλλογές, με εναλλαγές ύφους και τον ποιητή να παραμένει στην απαισιόδοξη και σκοτεινή όχθη των πραγμάτων, κατά το ίδιον των περισσότερων ποιητών, αλλά να γίνεται και πιο μαχητικός έναντι του έξω κόσμου. Στα "Οστά" του 1982 υιοθετεί την μικρή, ολιγόστιχη, φόρμα και μια γραφή πιο ελεύθερη, γενεσιουργό εικόνων αναπάντεχων, υπερρεαλιστικών κάποτε, λυρικών συχνά.

"Πλένεσαι
και τα νερά που τρέχουν
ποτίζουν τις μηλιές
του κάτω κόσμου."

"Πρωί πρωί χιλιάδες μικρά κορίτσια
με ποδήλατα τρέχουν σε κατηφόρες
ανεμίζοντας ποιήματα του Ανδρέα Εμπειρίκου."

"Απόγευμα με ώχρα και φως.
Έκανε κρύο. Είχα το σώμα σου
στην τσέπη και πήγαινα σπίτι."


"Στο γύρισμα της μέρας", το 1992, ο Γιάννης Κοντός είναι πια πενήντα ετών. Η ηλικία είναι κρίσιμη. Πολλά έχουν μείνει πίσω, πολλά δεν έγιναν καν, πολλοί έχουν φύγει. Κι οι έντιμοι ποιητές αρνούνται πως μ' όλα τούτα τα βιώματα και με τις ματαιώσεις επέτυχαν έστω ένα ποίημα.

"Με λένε Πάρη, είμαι πενήντα χρονών
και έχω ένα παλιό καφενείο,
εκατό μέτρα από το ποίημα.
...
Έχω πεισθεί, με τίποτα
δεν γίνομαι ποίημα.
Μόνο αποσιωπητικά, κόμματα
και μεγάλες παύσεις αναπνοής."


Πέντε χρόνια αργότερα, το 1997, μέσα από τον "Αθλητή του τίποτα", ο ποιητής επανέρχεται στις ματαιώσεις, στις άκαρπες προσπάθειες. Αναλογίζεται τους απόντες ομότεχνούς του, παίρνει το μέρος τους, την περπατησιά τους. Τους βάζει μέσα στον κύκλο του μάταιου, προετοιμάζεται να μπει κι ο ίδιος...
Αναπόφευκτα - ίσως και ανακουφιστικά, ωστόσο!

Γι' αυτό και θάθελα, για αποχαιρετισμό να μείνω σ' αυτούς τους λίγους, επιλεκτικούς, στίχους από το ποίημα "Απουσίες", όπου ο Γιάννης Κοντός αποτυπώνει με τον πιο χαρακτηριστικό και συνάμα οριστικό τρόπο την επιβεβαίωση της ματαιότητας. Της ματαιότητας της ζωής και, τελικά, της ματαιότητας της γραφής. Το κάνει ασφαλώς με μελαγχολία, το κάνει με ενδοσκόπηση. Όχι, όμως, και με άρνηση, αλλά πιο πολύ με κατάφαση. Κατάφαση της ζωής και κατάφαση του θανάτου. Αποδέχεται την ζωή κι όλα τα μικρά και μεγάλα στοιχεία, που την απαρτίζουν. Τα ασήμαντα και περαστικά, τα σπουδαία γεγονότα, τα επαναλαμβανόμενα, τις συναντήσεις, τις συμπτώσεις, τους έρωτες, την μνήμη την ίδια. Και την ακύρωση όλων τούτων. Την αναίρεση, τον θάνατο, το τέρμα - αλλά μ' έναν τρόπο δικό του, λίγο ειρωνικό, λίγο μ' ένα λοξό χαμόγελο, λίγο που μέσα στο αναπότρεπτο και στο μοιραίο κρύβεται μια ανατροπή, όπως στο τέλος κάθε πετυχημένου συγγραφικού έργου.
Ας μείνουμε σ' αυτό, καθώς τον αποχαιρετούμε νοερά νοερά...

Απουσίες

"Απογευματάκι Ιανουαρίου
δεν στρίβω γωνίες, αλλά παραπατάω
σε ευθείες. Σκέπτομαι τους πεθαμένους
ποιητές, που δεν βλέπουν αυτές τις ώρες:
το φως να κάθεται στα δέντρα
και να συγκρατεί τις αναμνήσεις
τον καφέ εσπρέσο με το τσιγάρο
τον σκούρο ουρανό και κάπου αλλού
να βρέχει.
...
Θυμούνται τα ραντεβού τους
και την ροή του έρωτα.
...
Όλα όμως τα παραπάνω
και άλλα πολλά τα γράψανε
στα παλιά τους τα παπούτσια
και πέθαναν."



Υ.Γ.: Μετά τον "Αθλητή του τίποτα", ακολούθησαν κι άλλες συλλογές, ακολούθησε και το Βραβείο του Ιδρύματος Ουράνη της Ακαδημίας Αθηνών, το 2009, και αμέσως μετά η συγκεντρωτική έκδοση "Γιάννης Κοντός: Τα Ποιήματα", με τα ποιητικά του άπαντα (Εκδόσεις ΤΟΠΟΣ, 2013), από όπου και προέρχονται τα ελάχιστα, συγκριτικά με το ποιητικό του έργο, παραθέματα της ανάρτησης.







      

Δεν υπάρχουν σχόλια:

 
GreekBloggers.com