Τετάρτη, 12 Δεκεμβρίου 2018

Όχι στο όνομά μας, Κε Παπαδουλάκη...

Ο αξιόλογος και ιδιαίτερα ευαίσθητος σκηνοθέτης ολοκλήρωσε πρόσφατα μιαν ολιγόλεπτη ταινία με τίτλο "MY BROTHER", η οποία παρουσιάσθηκε στο Κινηματογραφικό Φεστιβάλ Χανίων και ήδη κυκλοφορεί ευρέως στο Διαδίκτυο, προκαλώντας ποικίλες αντιδράσεις και σχόλια. Η από κάθε άποψη πολύ προσεγμένη παραγωγή χρηματοδοτήθηκε με δωρεές ιδιωτών και άλλων Φορέων, στηρίχθηκε από επιχειρηματίες και από τις Αρχές των Χανίων, καθώς και από ορισμένες Κρατικές Αρχές, συναφείς με το έγκλημα και την καταστολή του.
Την γενική ευθύνη έχει μία Oμάδα ατόμων, που τρέχει την καμπάνια με την επωνυμία ή υπό το σύνθημα "RESPECT LIFE", για την οποία δεν βρήκα τίποτε σχετικό στο Διαδίκτυο. Το "RESPECT LIFE" ως σύνθημα εμφανίζεται διεθνώς συνδεδεμένο με ποικίλους Φορείς και Οργανώσεις που σχετίζονται με την Εκκλησία ή την χορτοφαγία ή τον αγώνα κατά των εκτρώσεων κ.λπ. - αλλά η Ελληνική αυτή καμπάνια δεν έχει σχέση με αυτά.
Η ταινία πραγματεύεται την αντίδραση ενός εφήβου, ο οποίος κάνει βόλτα την αδελφή του σε αναπηρικό αμαξίδιο, στην πόλη των Χανίων, όπου συναντά ανυπέρβλητα εμπόδια - κατάσταση απαράδεκτη όσο και οικεία στην πλειονότητα των ελληνικών αστικών κέντρων. Έπειτα από ένα ατύχημα, που οφείλεται στα εμπόδια αυτά και έχει ως αποτέλεσμα τον τραυματισμό της αδελφής του, ο νεαρός καταλαμβάνεται από επιθετική μανία και βανδαλίζει τον δρόμο των Χανίων, όπου συνάντησε τα εμπόδια, με συνέπεια να καταλήξει στις Φυλακές Χανίων.
Η εφηβική αυτή αντίδραση είναι σε ένα πρώτο επίπεδο ευεξήγητη και κατανοητή, αλλά δεν παύει να είναι προβληματική, στον βαθμό, που οφείλεται σε ένα ανεξέλεγκτο θυμικό και αποτελεί εκδήλωση ακραίας βίας. Οι Δημοτικές και Αστυνομικές Αρχές απουσιάζουν, μέχρι την τελική φάση των σκηνών στις Φυλακές, και ούτε ο νεαρός ούτε άλλος κανένας τις καλεί να επιληφθούν. Αντίθετα, ο πρωταγωνιστής επιλέγει την άμεση αυτοδικία και ακολουθεί μια πολύ έντονα και εντυπωσιακά κινηματογραφημένη σειρά πλάνων απωθητικής βίας.
Συνολικά, η ταινία είναι εξαιρετικά δυνατή, όπως θα περίμενε κανείς από έναν δοκιμασμένο σκηνοθέτη της κλάσεως του κ. Παπαδουλάκη. Πειστική υποκριτική, γρήγορο και αποτελεσματικό μοντάζ, άρτια παραγωγή - αλλά η ισορροπία χάνεται και το τελικό μήνυμα θολώνει, παρά τις καλές προθέσεις. Το πρόβλημα έγκειται στο ότι ναι μεν αυτή η έκρηξη βίας έχει ως αποτέλεσμα την τιμωρία και την κατάληξη του νεαρού στις Φυλακές, αλλά οι σκηνές, που έχουν προηγηθεί έιναι τόσο έντονες και συναισθηματικά φορτισμένες, ώστε η ποινική αξιολόγηση και τα πολύ σύντομα πλάνα στις Φυλακές να περνούν σχεδόν απαρατήρητα από τον μέσο θεατή, χάνονται. Χαρακτηριστικό είναι ότι η πλειονότητα των σχολίων και των αντιδράσεων κατατείνουν σε δικαιολόγηση των ενεργειών του νεαρού. Τα σχόλια προβληματισμού του τύπου "Ναι μεν έχει δίκιο, αλλά δεν έπρεπε να φτάσει στα άκρα" λείπουν. Τα δε αρνητικά σχόλια για την ταινία και το αμφιλεγομενο τελικό μήνυμά της είναι σαφώς λιγότερα.
Το ζήτημα είναι ότι αρνητικά κρίνεται η ταινία και από τον χώρο των αναπήρων. Ακτιβιστές και άλλοι, συνδεόμενοι με τον χώρο, αντιλαμβάνονται την προβληματικότητα του μηνύματος και, νομίζω, ορθά. Οι ανάπηροι επιθυμούν την αυτονομία τους και υπάρχει όλο το σχετικό νομικό πλαίσιο, που τους την εξασφαλίζει ή που τους διευκολύνει. Δεν εφαρμόζεται λόγω αδιαφορίας των Αρχών και λόγω της συλλογικής Ελληνικής κουλτούρας, η οποία δεν τους συμπεριλαμβάνει ουσιαστικά. Η κατάκτηση της αυτονομίας, όμως, καθώς και η αλλαγή νοοτροπίας δεν μπορεί και δεν χρειάζεται να περνάει μέσα από εκδηλώσεις βίας και αυτοδικίας, που μάλλον πολλαπλασιάζουν το πρόβλημα, μάλλον γεννούν στείρο πείσμα, μάλλον δημιουργούν φαύλους κύκλους. Η ευαισθητοποίηση και η συνειδητοποίηση δεν θα επιτευχθούν με τέτοια μέσα, αλλά με άλλα, που εστιάζουν στο πρόβλημα και όχι στην βίαιη αντιμετώπισή του, που προτείνουν λύσεις και επιλογές.
Ενδιαφέρον από την άποψη αυτή είναι και το ότι, κρίνοντας από τα credits της ταινίας, στην όλη παραγωγή δεν φαίνεται να μετείχε συμβουλευτικά ένας επιστημονικός Φορέας ή κάποιοι, τέλος πάντων, που να έχουν προσωπική ή επαγγελματική εμπειρία από τον χώρο των αναπήρων, όπως θα ήταν αναμενόμενο για ταινία της κατηγορίας αυτής.
Ανεξάρτητα από τις αναμφίβολα αγαθές προθέσεις των συντελεστών, η ταινία, επιλέγοντας την επικέντρωση σε μιαν ανεξέλεγκτη θυμική αντίδραση ενός οργισμένου εφήβου, υποπίπτει σε φάουλ, τα οποία με λίγο περισσότερο προβληματισμό θα μπορούσαν να έχουν αποφευχθεί.
Όσο κι αν κατανοούμε την οργή, όσην ενσυναίσθηση κι αν επιστρατεύσουμε, ως πολίτες μιας ευνομούμενης πολιτείας δεν μπορούμε παρά να στεκόμαστε απέναντι σε πράξεις βίας και αυτοδικίας. Ειδικά, μάλιστα, αν δεν έχουμε την ευνομούμενη πολιτεία, που επιθυμούμε, έχουμε ακόμη μεγαλύτερη υποχρέωση να την οικοδομούμε καθημερινά και σταδιακά με κάθε μέσο, είτε πληττόμαστε εμείς οι ίδιοι είτε βλέπουμε άλλους να πλήττονται.
Υπάρχουν Νόμοι και διεκδικούμε την εφαρμογή τους!
Υπάρχουν Αρχές και διεκδικούμε την ουσιαστική παρέμβασή τους!
Υπάρχουν γονείς να διδάξουν αυτοσυγκράτηση και ψυχραιμία, υπάρχουν δικαστές, που εξασφαλίζουν "την των τοιούτων παθημάτων κάθαρσιν"!  Υπάρχουν κοινωνικοί λειτουργοί, που συμπαραστέκονται και νουθετούν! Υπάρχουν στην ζωή, ναι, υπάρχουν ακόμη και στην Ελλάδα, αλλά λείπουν παντελώς από το "MY BROTHER".  Κι αυτούς όλους ή μερικούς θα θέλαμε πολλοί να τους δούμε σε μια τέτοια ταινία αντί για μια σειρά βανδαλισμών, που ικανοποιούν το πιο ανώριμο θυμικό.   
Αν καταδικάσαμε τις εκρήξεις βίας και τα επεισόδια έπειτα από τις δολοφονίες Γρηγορόπουλου, Φύσσα, Κωστόπουλου ή Τοπαλούδη - δολοφονίες, που λίγο πολύ μας σημάδεψαν όλους ατομικά και κοινωνικά τα τελευταία χρόνια - δεν μπορούμε να έχουμε δικαιολογίες για τον πρωταγωνιστή της ταινίας. Ξεκάθαρα, απλά και χωρίς "αλλά"!
Με δυό λόγια, με μια φράση:
"Όχι στο όνομά μας, Κε Παπαδουλάκη... και Κύριοι και Κυρίες του "RESPECT LIFE"! Όχι στο όνομα μας! Δεν θέλουμε κανένας να σπάσει μια πόλη στο όνομα το δικό μας και των οικείων μας. Ξέρουμε και μπορούμε να τα καταφέρουμε καλύτερα μόνοι μας και αλλιώς!" 


Παρασκευή, 7 Δεκεμβρίου 2018

Μνήμη Ελένης Λιάκου - Ρεπάνη: συνοπτική προσέγγιση της στιχουργικής της



Οφειλόμενο από μακρού χρόνου αφιέρωμα στην Ελένη Λιάκου - Ρεπάνη οργανώθηκε την Τετάρτη, 5/12/2018, στο Θέατρο του Δημαρχείου Περιστερίου, όπου και έζησε τα τελευταία της χρόνια, ώς το 2003, η στιχουργός. Η συγκινητική βραδιά οργανώθηκε από την κόρη της και κληρονόμο των πνευματικών της δικαιωμάτων, Νικολέτα Ρεπάνη.



Την μουσική επιμέλεια του αφιερώματος ανέλαβε ο κιθαρίστας και τραγουδοποιός Γιάννης Απόδιακος, ο οποίος, επί πλέον, έχει μελοποιήσει ανέκδοτους στίχους της, που ευχής έργον θα είναι να περάσουν και στην δισκογραφία.



Την ίδια βραδιά, παρουσιάσθηκαν και δύο  βιβλία της Ελένης Λιάκου - ένα με τις "Μεγάλες Επιτυχίες " της, σε έκδοση της κόρης της, και ένα με ανέκδοτη ώς σήμερα ποίησή της, από τις "Εκδόσεις Αρναούτη". Και τα δύο μαζί κωδικοποιούν το έργο και τον τρόπο γραφής της και μας συστήνουν συγκροτημένα και αυθεντικά την προσωπικότητά της.


   
Η παρουσία και οι ομιλίες του Δημάρχου, κ. Ανδρέα Παχατουρίδη


 και της Αντιδημάρχου Πολιτισμού, Κας Μαίρης Τσιώτα - Μάρκου στην αφιερωματική βραδιά,


 η πλειάδα των  ερμηνευτών και των ανθρώπων της Τέχνης και των Γραμμάτων, που μίλησαν, απαγγείλανε ή τραγούδησαν, και, κυρίως, το κοινό, που γέμισε την φιλόξενη Αίθουσα, αποτελούν αδιάψευστη μαρτυρία για το ότι η Ελένη Λιάκου μπορεί να έφυγε από την ζωή αδίκως παραγνωρισμένη, αλλά το έργο της, οι στίχοι της, τα τραγούδια, που έγραψε παραμένουν επίκαιρα και ζωντανά στην μνήμη, τραγουδιούνται, μας συντροφεύουν πάντα. Χαρακτηριστική στιγμή της βραδιάς η ιδιαίτερης αξίας, πολύ προσωπική, παρέμβαση της Άννας Μπιθικώτση, που θυμήθηκε για χάρη μας την πολύτιμη συνεργασία της Ελένης Λιάκου με τον πατέρα της, Γρηγόρη Μπιθικώτση.


Η Ελένη Λιάκου γεννήθηκε στην Ιτέα το 1925, αλλά στην συνέχεια έζησε στην Ναύπακτο, όπου μετακόμισε η οικογένειά της. Αν και τα νεανικά της ποιητικά σκιρτήματα δεν σώζονται, γεγονός είναι ότι από πολύ νέα βρήκε καταφύγιο στον στίχο. Αργότερα συνδέθηκε με τον κόσμο του λαϊκού τραγουδιού και παντρεύτηκε τον Δημήτρη Ρεπάνη, αδελφό του Αντώνη Ρεπάνη, με κουμπάρο τον Γιώργο Μητσάκη. Η μεγάλη της στιγμή ήρθε μέσα από την συνεργασία της με τον φίλο του συζύγου της, τον Γρηγόρη Μπιθικώτση, στα τέλη της δεκαετίας του '60.


Μετά την επιβολή της δικτατορίας, με τον Μάνο Χατζιδάκι στην Αμερική και με τον Μίκη Θεοδωράκη υπό καθεστώς πλήρους απαγόρευσης, ο μεγάλος ερμηνευτής της "Ρωμιοσύνης" και του "ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ" έπιασε ξανά το νήμα της συνθετικής του καριέρας και μας έδωσε μια σειρά από σπουδαίες και ήδη κλασικές ελαφρολαϊκές συνθέσεις, τις οποίες ερμήνευσε ο ίδιος. Πολλές από αυτές ανήκουν στιχουργικά στον Κώστα Βίρβο, με την χαρακτηριστική αντρίκια γραφή και το συχνά στιβαρό ύφος. Ανάμεσα στις σπουδαίες αυτές επιτυχίες του μεταθεοδωρακικού Μπιθικώτση της περιόδου 1968-69, όμως, λάμπουν μερικά διαμάντια της Ελένης Λιάκου. Είναι τραγούδια, που ξεχωρίζουν, αφ' ενός, για την ποιητική τους τεχνική και, αφ' ετέρου, για ένα ιδιαίτερο ύφος, που απέχει από το γενικότερο κλίμα του λαϊκού μας τραγουδιού και έδωσε την ευκαιρία στον Μπιθικώτση να μας χαρίσει αντίστοιχα διαφορετικές συνθέσεις και αξιοσημείωτα τρυφερές ερμηνείες.
Τα πιο γνωστά και διαχρονικά από τα τραγούδια της Ελένης Λιάκου είναι ασφαλώς η "Επίσημη αγαπημένη", "Μια γυναίκα φεύγει" και "Το μεσημέρι καίει το μέτωπό σου". Τραγούδια - σημεία αναφοράς για έρωτες που τέλειωσαν ή τελειώνουν. Θεματολογία κλασική, σχεδόν αποκλειστική για τα χρόνια της δικτατορίας. Το ενδιαφέρον, όμως, στοιχείο είναι το πώς τόσο σε αυτά όσο και στα υπόλοιπα τραγούδια της βιώνεται και εκφράζεται το ερωτικό φινάλε από την στιχουργό - και αυτό θα επιχειρήσουμε να προσεγγίσουμε εδώ.   
Η στιχουργική της Ελένης Λιάκου χαρακτηρίζεται γενικά από ποιητικό ύφος και από μιαν εξ ίσου ποιητική μελαγχολία, που αντανακλάται στους χαμηλούς της τόνους. Έντονος, επίσης, είναι και ο λυρισμός της, καθώς πολύ συχνά, για να εκφράσει σκέψεις και συναισθήματα, καταφεύγει σε εικόνες, μεταφορές, παρομοιώσεις και παραλληλισμούς, που σχετίζονται με φυσικά φαινόμενα ή με τις ευγενέστερες μορφές του φυσικού περιβάλλοντος, τα πουλιά, τα λουλούδια, τα παιδιά, φυσικά. Οι στίχοι του "Είναι δικός μου ο καημός" βρίθουν ακριβώς τέτοιων εικόνων, που εναλλάσσονται με ταχύτητα, για να τονίσουν κλιμακωτά έναν πόνο βουβό.   
Προχωρώντας λίγο βαθύτερα, διακρίνουμε μια λεπτότητα στην εκδηλωτικότητα της στιχουργού - και πιθανότατα του ανθρώπου - μια στάση αξιοπρέπειας. Ο απογοητευμένος ή προδομένος σύντροφος, είτε γυναίκα είτε άνδρας, δεν φωνάζει, δεν διεκδικεί δυναμικά την δικαίωσή του. Παρατηρεί την εξωτερική κατάσταση των πραγμάτων, που αντανακλά εσωτερικούς κόσμους, μύχιες σκέψεις και συναισθήματα, υπομένει στωικά, σχεδόν μοιρολατρικά,  και εκφράζει το παράπονό του, την πικρία του. Ίσως, μάλιστα, για λόγους προστασίας της αξιοπρέπειας και των δύο να μην το κάνει καν φωναχτά, να μην το εξωτερικεύει σε τρίτους, αλλά να μιλάει μόνον στον εαυτό του. Από την άποψη αυτή, πολύ χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελούν οι στίχοι του "Μια γυναίκα φεύγει", όπου η συντριβή του αφηγητή δεν εκφράζεται παρά μόνον μέσα από παράθεση διαδοχικών εικόνων εγκατάλειψης: μαραμένα λουλούδια, λυπημένα αγγελούδια στα κάδρα, σταματημένα ρολόγια. Και προσοχή στην μεταφορά: βρύσες που στάζουν φρικτά, αντί για μάτια που δακρύζουν. Το τέλος γράφεται με βήματα, που απομακρύνονται σιωπηλά, όχι με λόγια και φωνές. Παραμένοντας άνδρας και κύριος ώς την ύστατη ώρα, ο αφηγητής δεν παρακαλάει, δεν μας αποκαλύπτει λεπτομέρειες και αιτίες, δεν κατηγορεί. Αντίθετα, εγκωμιάζει την "σωστή κυρία" και υπομένει το μαρτύριο του χωρισμού, τον πόνο...
Αντίστοιχα, αλλά ακόμη πιο ποιητικά, βιώνει το αδιέξοδο της σχέσης ο άνδρας ή η γυναίκα του τραγουδιού "Το μεσημέρι καίει το μέτωπό σου". Εδώ η προσέγγιση της στιχουργού είναι ανθρωποκεντρική, δεν έχουμε εικόνες εξωτερικού περιβάλλοντος. Τα συναισθήματα εκφράζονται απ' ευθείας και με ακρίβεια, η πίκρα και το παράπονο της μέρας γίνονται δυσφορία ή φόβος το βράδυ. Το αδιέξοδο υποφώσκει, αν και δεν εκφράζεται κυριολεκτικά και ξεκάθαρα, η σκληρότητα του ενός αντιμετωπίζεται από τον άλλο με υπομονή μέσα στα χρόνια και με επιμονή: οι σύντροφοι κουράστηκαν, δυσκολεύονται, αλλά, παρ' όλ' αυτά, προχωρούν μαζί. Ακόμα και με συγκρούσεις, τελικά συμβιβάζονται, όπως απαιτούσαν οι παλιότεροι καιροί, όπως έκαναν οι παλιοκαιρίσιοι άνθρωποι.
Η "Επίσημη αγαπημένη" δεν χρειάζεται ιδιαίτερες συστάσεις. Πρόκειται για ένα από τα πιο εμβληματικά τραγούδια της περιόδου αυτής του Μπιθικώτση, που πατάει εδώ σ' έναν διαφορετικό μουσικό δρόμο, όχι ακριβώς λαϊκό, και τον πορεύεται χέρι-χέρι, σε ιδανική σύζευξη με την Ελένη Λιάκου. Όπως και στην "Σιωπή", όπως και στο "Μια γυναίκα φεύγει", η στιχουργός επιλέγει ξανά εδώ να εκφράσει την ανδρική οπτική ενός χωρισμού. Και για μιαν ακόμη φορά την εκφράζει ως παράπονο, που δείχνει να αναφέρεται σε μιαν αδικία. Οι στίχοι παραπέμπουν σε όνειρο και οπτασία, χωρίς να δίνουν περισσότερες λεπτομέρειες. Σε ένα πρώτο επίπεδο, επίπεδο κυριολεξίας, το τραγούδι αναφέρεται στην ερωτική απογοήτευση. Ωστόσο, υπάρχει και ένα δεύτερο επίπεδο ανάγνωσης, σύμφωνα με την ασφαλώς πολύτιμη σχετική μαρτυρία της κόρης της στιχουργού, Νικολέτας Ρεπάνη. Στο δεύτερο αυτό επίπεδο, οι στίχοι διαβάζονται πολιτικά και αναφέρονται στην κατάλυση της δημοκρατίας, το 1967. Η "Επίσημη αγαπημένη" - χαρακτηρισμός όντως ασυνήθιστος για ερωτική σύντροφο - γράφτηκε το 1968, στον πρώτο χρόνο της δικτατορίας, με το καθεστώς ισχυρό και σταθερό και με την λογοκρισία αυστηρή και άτεγκτη. Η Ελένη Λιάκου, επιθυμώντας να εκφράσει την πολιτική της αντίθεση και γνωρίζοντας την δύναμη της λογοτεχνικής μεταφοράς, καταφεύγει στην αλληγορία και καταφέρνει έτσι να περάσει το τραγούδι από την Επιτροπή λογοκρισίας. Η πολιτική ερμηνεία του τραγουδιού εξηγεί την εξιδανίκευση της αγαπημένης, δικαιολογεί το ότι δεν της προσάπτονται κατηγορίες και ευθύνες και δίνει την σωστή διάσταση για τον χαρακτηρισμό "επίσημη", που δεν συνηθίζεται σε ερωτική σύντροφο.
Δεν είναι λίγες οι φορές που η Ελένη Λιάκου εκφράζει την ανδρική οπτική - αυτό κάνει, π.χ., και στο αλέγκρο τραγούδι "Το παρελθόν σου θα γίνει καπνός", όπου ο άνδρας, ορμητικός και μαχητικός, καλεί την γυναίκα να τον εμπιστευθεί κι όλα θα πάνε καλά, το παρεθόν της θα σβήσει οριστικά. Πιο συχνά, υιοθετεί μιαν άφυλη οπτική, όπου δεν γνωρίζουμε αν ο αφηγητής είναι γυναίκα ή άνδρας. Κοινό στοιχείο παραμένει πάντα η αξιοπρεπής στάση στα βάσανα του έρωτα, της αγάπης, της συντροφικότητας. Συνδυάζοντας την παρατήρηση αυτή με τα λίγα βιογραφικά  στοιχεία, που γνωρίζουμε, και με την γενικότερη στάση ζωής, που επέδειξε ώς το τέλος η Ελένη Λιάκου, μπορούμε να εικάσουμε ότι γράφει βιωματικά, ότι πίσω από τον κάθε αφηγητή βρίσκεται η ίδια, ότι εκφράζει τον τρόπο με τον οποίο φερόταν ή με τον οποίο περίμενε να της φέρονται.


Σε κάθε περίπτωση, πάντως, το βέβαιο είναι ότι η Ελένη Λιάκου αποτελεί ένα ξεχωριστό Κεφάλαιο, μια πολύ καθαρή και έντιμη φωνή στην Ελληνική στιχουργική και στο λαϊκό τραγούδι. Δικαίως ευτύχησε να δει στίχους της να ντύνονται με μελωδίες αξεπέραστες και να ερμηνεύονται από θρύλους του βεληνεκούς του Γρηγόρη Μπιθικώτση και της Βίκυς Μοσχολιού και να τραγουδιούνται απ'  όλους τους συμπατριώτες της. Αδίκως, έμεινε πίσω, όπως και πολλοί άλλοι, που από επιλογή ή από ιδιοσυγκρασία δεν ακολούθησαν  τον συρμό του πολιτικού τραγουδιού, που κυριάρχησε επί πολλά χρόνια, μετά την μεταπολίτευση. Ευτυχώς, ωστόσο, το ανέκδοτο υλικό της Ελένης Λιάκου είναι πλέον προσβάσιμο και μπορούν να το εκτιμήσουν όλοι, από τον απλό αναγνώστη ώς τον μουσικό, που μπορεί να βρει έμπνευση στον τρόπο, με τον οποίο εκφράζονταν συναισθήματα μιας άλλης εποχής και μιας άλλης, ακριβότερης, ποιότητας.       


                             
 
GreekBloggers.com