Δευτέρα, 26 Νοεμβρίου 2018

ΦΩΣ. ΔΙΟΝΥΣΙΟΣ ΣΟΛΩΜΟΣ



Ο Διονύσιος Σολωμός, μια από τις πιο ενδιαφέρουσες  προσωπικότητες των Ελληνικών Γραμμάτων, παρουσιάζει την ιδιομορφία να είναι συνάμα πολύ γνωστός μα και πολύ άγνωστος. Περιβεβλημένος την αχλύ και τον μύθο του Εθνικού ποιητή, παραμένει σε μεγάλο βαθμό μια κατά τα λοιπά άγνωστη προσωπικότητα για τον πολύ κόσμο. Ίσως φταίει γι' αυτό η χρονική απόσταση από την εποχή του, ίσως το πολύ μεγάλο βάρος της ετικέτας του Εθνικού ποιητή, που σφράγισε την πρόσληψη του έργου του από το κοινό.


Η ποίηση του Σολωμού, ωστόσο, δεν είναι μόνον ο "Ύμνος εις την Ελευθερίαν", του οποίου οι δύο πρώτες στροφές έδωσαν τον Εθνικό μας Ύμνο. Ούτε το υπόλοιπο έργο του έχει αποκλειστικά να κάνει με τους πόθους, τους αγώνες και τα βάσανα για την εθνική ολοκλήρωση. Αντίθετα, η θεματολογία του είναι ευρύτατη, αστείρευτη η έμπνευσή του από πράματα και θάματα γύρω του, ακόμα κι από καθημερινά περιστατικά, που τον συγκινούν ή τον εντυπωσιάζουν. Οι στίχοι του χαρακτηρίζονται από βαθύτατο ρομαντισμό, ο ερωτισμός ως συνθήκη δεν του είναι ξένος, τα λόγια κι οι φράσεις του σχηματίζουν εικόνες ονειρικού λυρισμού, ολοζώντανες και πάλλουσες. Ασύμβατες με τον ποιητή, που έζησε μια ζωή στοιχειωμένη από τις συνεχείς και τραυματικές οικογενειακές έριδες, καθώς κι απ' αυτό τούτο το βάρος του ότι υπήρξε καρπός του  παράνομου έρωτα του ευγενούς πατέρα του με μια "παρακατιανή".



Το έργο "ΦΩΣ. ΔΙΟΝΥΣΙΟΣ ΣΟΛΩΜΟΣ", που παίζεται φέτος στο Θέατρο 104, στο Γκάζι για δεύτερη χρονιά - διαφοροποιημένο, πάντως, από την περσινή του έκδοχή στο Θέατρο "ΑΛΚΜΗΝΗ" - επιχειρεί μια προσέγγιση της προσωπικότητας του Σολωμού, φωτίζει επί μέρους πτυχές της, ερμηνεύει συμπεριφορές, ανιχνεύει τις πηγές της έμπνευσης. Ξεκινώντας από το κείμενο της Κλεοπάτρας Εμμανουήλ, που έσκυψε με τρυφερότητα πάνω από τον Σολωμό, ο Δημήτρης Παναρετάκης έστησε μια παράσταση, η οποία αποφεύγει ευφυώς την παγίδα του στόμφου, των επικών εξάρσεων, των εθνικών κηρυγμάτων. Με χαμηλό φωτισμό και εξ ίσου χαμηλούς τόνους, με πολύ συναίσθημα και συγκινησιακή φόρτιση, διεισδύει τελικά στον ψυχισμό του Σολωμού, ψηλαφεί την σχέση του με την Ελλάδα, την ελευθερία, την γλώσσα - τις αιώνιες Μούσες του, τις πολύπαθες αυτές, μόνες, "ερωμένες" του, τις έγνοιες του νου και της καρδιάς του. 
Μαυροντυμένος ο Παναρετάκης, που κρατά επίσης, και τον κύριο ρόλο, κινείται και χειρονομεί επιμελημένα, εκφέρει τον θεατρικό λόγο με υποβλητικότητα, περνά στον θεατή τον Σολωμό άνθρωπο, που βρίσκεται πίσω από τον θρύλο, πίσω από τις ετικέτες, πίσω από την φιλολογική έρευνα. Το κείμενο και η σκηνοθεσία αναδεικνύουν ένα πρόσωπο διαρκώς ανήσυχο, που, όπως αγωνίζεται με κάθε μέσο, δικαστικό ή άλλο, να ξεπεράσει τα προσωπικά και οικογενειακά θέματα και να προστατεύσει το οικογενειακό όνομα και την περιουσία, άλλο τόσο αγωνιά για την πατρίδα του, πασχίζει να κυριαρχήσει στην γλώσσα, να βρει τον καθαρό λόγο, να εκφρασθεί. Γράφει, σβήνει, σκίζει χαρτιά, παθαίνει για μια λέξη, μια φράση, κοπιάζει να ξεκαθαρίσει την σκέψη του, να συγκεράσει τις δυό του γλώσσες, την Ιταλική των σπουδών και την μητρική Ελληνική.




 
Δίπλα στον Παναρετάκη, η Κλεοπάτρα Εμμανουήλ, λευκοντυμένη, αέρινη, άπιαστη, άυλη, μα και αγέρωχη - αυτή τούτη η εικόνα της ελευθερίας, η ιδανική της ενσάρκωση, η απόλυτη έμπνευση του ποιητή. Ο λόγος της Εμμανουήλ μουσική, η κίνησή της χορός. Χορός γύρω στον ποιητή, χορός μέσα του, μια  γλυκειά ζάλη η ελευθερία, ένας δημιουργικός πόνος, ένας υψηλός έρως. Ο Σολωμός πασχίζει να την κατακτήσει, να την τραγουδήσει. Πρέπει να έρθει, όμως, αυτός στα μέτρα της, να ανέβει ο ίδιος στο στο ύψος της. "Μήγαρις έχω άλλο στον νου πάρεξ ελευθερία και γλώσσα;", αναρωτιέται... Έγνοια κι αγωνία, που καταγράφεται ακέραια στο πρόσωπο του Παναρετάκη!







Ο Γιώργος Καπετανάκος και ο Πάνος Λουκαΐδης συμπληρώνουν επάξια και αρμονικά το κουαρτέτο της θεατρικής ομάδας, που έχει αναλάβει να μας φέρει κοντά στον ποιητή. Δεν διεκπεραιώνουν απλώς συμπληρωματικούς ρόλους και πολλαπλούς, όπως το επιτάσσει η διανομή. Τους ζωντανεύουν, τους αποκαλύπτουν ως παράγοντες στην ζωή και στην πνευματική δράση ή την ενέργεια του ποιητή. Μεταξύ αυτών, φυσικά, ο Πολυλάς, φίλος, θαυμαστής, εκδότης του Σολωμού. Κι από δίπλα το στενό περιβάλλον στην Ζάκυνθο, στην Κέρκυρα, ο κύκλος, που έχει τον Σολωμό στο κέντρο του, που τον ωθεί να γράψει. Οι δύο ηθοποιοί μας επιφυλάσσουν συγκλονιστικές στιγμές, υποβλητικές, συμβολικές και αποκαλυπτικές για το Σολωμικό corpus.
Ολοκληρωμένα ποιήματα, αλλά και πολλά σχεδιάσματα ημιτελή, μπερδεμένα,  σπαράγματα στίχων το έργο του Σολωμού, κομμάτια εδώ κι εκεί. Σπαράγματα ζωής, θρύψαλα κι απομεινάρια, που μέσα τους κλείνουν τον σπόρο της ποιητικής μεγαλοφυΐας. Απ' όλα τούτα φτιάχνει ο Παναρετάκης μικρές σκηνές, που διαδέχονται γοργά η μία την άλλη και συμπληρώνουν το παζλ μιας περίπλοκης ζωής. Ο σκηνοθέτης Παναρετάκης αξιοποιεί ένα λιτό σκηνικό, λειτουργεί αφαιρετικά σε όλα τα επίπεδα. Συχνά υπαινικτικά. Δεν παραδίδει μάθημα φιλολογίας ούτε φιλοπατρίας. Γνωρίζει πως είναι δύσκολο να φωτίσεις τον ψυχισμό ενός ανθρώπου, πολλώ δε μάλλον τον ψυχισμό ενός ποιητή. Προτείνει, όμως, αναγνώσεις αυτής της ψυχής. Προτείνει τρόπους αποκωδικοποίησης της προσωπικότητας και, εν συνεχεία, της ποιητικής του τέχνης.
Και το κάνει με εντιμότητα προθέσεων και αποτελέσματος. Ο θεατής, φεύγει από το "104", έχοντας έρθει ψυχικά πιο κοντά στον Σολωμό. Τον κατανοεί, τον πονάει,  μπορεί πια να καταφύγει στους στίχους του με πολύ περισσότερη ενσυναίσθηση. Κι αυτό είναι το πιο σπουδαίο επιστέγασμα μιας από τις αξιολογότερες παραστάσεις της θεατρικής περιόδου, που διανύουμε.   




Το έργο "ΦΩΣ. ΔΙΟΝΥΣΙΟΣ ΣΟΛΩΜΟΣ" της Κλεοπάτρας Eμμανουήλ, σε σκηνοθεσία Δημήτρη Παναρετάκη, παίζεται κάθε Παρασκευή, στις 9 το βράδυ,στο Θέατρο "104", Ευμολπιδών 41, στο Γκάζι.         

Παρασκευή, 23 Νοεμβρίου 2018

"ΥΠΟΠΤΗ ΓΙΑ ΤΟΝ ΦΟΝΟ ΜΟΥ' - του Βαλεντίνου Τσίλογλου



Το πρωτεύον στοιχείο του κλασικού πλέον Αμερικανικού κινηματογραφικού είδους, που αποκαλούμε "φιλμ νουάρ", είναι η ατμόσφαιρα, το γενικό κλίμα, μέσα στο οποίο κινούνται και δρουν οι λίγο πολύ αρχετυπικοί χαρακτήρες της βασικής ιστορίας. Κι αυτό είναι το πρώτο στοίχημα, που ξεκάθαρα κερδίζει ο Βαλεντίνος Τσίλογλου φέτος στο ΘΕΑΤΡΟ ΒΑΦΕΙΟ - ΛΑΚΗΣ ΚΑΡΑΛΗΣ.






Με βραβεία για τις επιδόσεις του στο Queer Theatre και με επιτυχή θητεία στην κωμωδία καταστάσεων, o Τσίλογλου δοκιμάζει τώρα τον εαυτό του και τους συνεργάτες του στο "ΥΠΟΠΤΗ ΓΙΑ ΤΟΝ ΦΟΝΟ ΜΟΥ", ένα αστυνομικό whodunit δράμα, που έγραψε και σκηνοθέτησε ο ίδιος, ακολουθώντας τους απαράβατους κώδικες του φιλμ νουάρ. Από την μια, οι συνθήκες και οι περιστάσεις: Νέα Υόρκη, μεγαλοαστικό περιβάλλον, χρήμα, έρωτες φανεροί και κρυφοί, ζήλεια και φθόνος, πάθη, καταπιεσμένα μίση, υποκρισίες και θεατρινισμοί και, βέβαια, έγκλημα. Κι από την άλλη, τα πρόσωπα της ιστορίας: η μοιραία γυναίκα, ο εκ των ων ουκ άνευ ντετέκτιβ, ο μπάτλερ, η μεγαλοκυρία με τις έντονες χειρονομίες, που επιδεικνύουν την κυριαρχία της στον χώρο και στις ζωές των άλλων, ο επιτηδευμένος συγγραφέας, ο θολών προθέσεων μνηστήρας.
Χαρακτήρες αμφιλεγόμενοι και άνθρωποι με παρελθόν.
Κίνητρα για όλους - φημολογούμενα, εικαζόμενα, χειροπιαστά, αδιάφορο. Όλοι κάποια  έχουν.
Μυστικά, που πλανώνται στον αέρα, ψέματα κι αμηχανίες, που πασχίζουν να κρυφτούν στους καπνούς των τσιγάρων και να διαλυθούν στο αλκοόλ. Στο πολύ αλκοόλ.
Ματαιώσεις, που βρίσκουν διέξοδο στα χαρτιά της τράπουλας. Αυτά είναι μερικά από τα συνθετικά στοιχεία του φιλμ νουάρ και αυτά δίνουν και τον τόνο στον οικογενειακό και κοινωνικό περίγυρο του θύματος στο έργο του Τσίλογλου: η νέα, πλούσια και όμορφη Άννα Γουώρεν δολοφονείται και όλα τα πρόσωπα γύρω της έχουν το καθένα τον δικό τους λόγο για να την δολοφονήσουν, να πουν ψέματα, να κρύψουν κάτι.
Ο νεαρός ντετέκτιβ Τζώρτζ Φέρμπεν αναλαμβάνει την εξιχνίαση του εγκλήματος, εισβάλλοντας στην περίκλειστη υψηλή κοινωνία της Νέας Υόρκης του '50, που πίσω από μιαν επίφαση κουλτούρας και υπαρξιακών ανησυχιών, πίσω από τα ξένοιαστα γέλια, την αμεριμνησία, την επίδειξη, την επιτήδευση, κρύβει τα αδιέξοδά της και την αγωνία της για το μέλλον, την διατήρηση των κεκτημένων, του τρόπου ζωής της. Είναι το έγκλημα η λύση στα προβλήματα, η εκτόνωση στα ανομολόγητα πάθη; Κι αν ναι, ποιός έχει τα κότσια να φτάσει ώς αυτό; Και πώς μπορεί να καλύψει τα νώτα και τα ίχνη του;       
Ο Φέρμπεν έρχεται αναγκαστικά σε μετωπική σύγκρουση με όλο τον κύκλο των υπόπτων και προσπαθεί να τους "σπάσει", να τους κάνει να ξανοιχτούν, να φωτίσουν την σχέση τους με το θύμα. Εύλογο και εμφανές ότι η επαφή με το περιβάλλον αυτό γεννά αρχικά αμηχανία στον ντετέκτιβ, προβληματίζεται, αποπροσανατολίζεται, αλλά επιμένει. Με την ορμητικότητα της ηλικίας, το πάθος για την ανακάλυψη της αλήθειας, ακόμα και με την φυσική του γοητεία, πασχίζει και καταφέρνει να κρατήσει το πάνω χέρι σε μια περίπλοκη κατάσταση και να διεισδύσει σταδιακά στους χαρακτήρες των υπόπτων.



Ο jeune premier της παράστασης, Δημήτρης Παπάς, μοιάζει να έχει ενσωματώσει ιδανικά στον Φέρμπεν πολλά στοιχεία είτε σύμφυτα με την ηλικία του είτε από την προσωπικότητα και το ιστορικό του, κάνοντας έτσι τον ρόλο δική του υπόθεση. Ο Φέρμπεν του είναι ευαίσθητος, ανοιχτός στα πάθη του έρωτα, αλλά, ταυτόχρονα, και αποφασισμένος, άτεγκτος, εκπρόσωπος του Νόμου. Κινείται άνετα και συνεχώς σε όλο το μήκος και το πλάτος της σκηνής, διανθίζει την εκφορά του λόγου του με πειστικές χειρονομίες, βλέμματα με νόημα, άλλοτε συννεφιασμένα, άλλοτε σκοτεινιασμένα.
Ο Πάνος Τσαλιγόπουλος, στον ρόλο του Άνταμ, είναι ο μνηστήρας του θύματος. Πίσω από τους επιτηδευμένους τρόπους της καλής κοινωνίας και την λουσάτη βιτρίνα, πίσω από το αθώο πρόσωπο, ο Άνταμ κρύβει τις ανασφάλειές του για το χρήμα, που του λείπει, για το μέλλον του, που παραμένει αβέβαιο, όσο εκκρεμεί ένας καλός, συμφέρων και επωφελής γάμος.


Ο Τσαλιγόπουλος, πέραν της  θεατρικής του πείρας σε πληθώρα χαρακτήρων, διαθέτει το παρουσιαστικό, το πρόσωπο, το physique, και ασφαλώς την κινησιολογία, για να ζωντανέψει τον Άνταμ, ερασιτέχνη προικοθήρα, αδέξιο ζιγκολό, ψιλομπαγαπόντη, που διέρχεται από μια μεγάλη γκάμα αισθημάτων, καθώς ταλαιπωρείται, απελπίζεται, εκπλήσσεται πότε με το στενό πρεσάρισμα του ντετέκτιβ πότε με τις ανατροπές της πλοκής, της ίδιας του της ζωής, όπως (νόμιζε ότι) την είχε καλοσχεδιάσει.
Η Λούλα Τριανταφύλλου, οικεία πλέον στο θεατρόφιλο κοινό, μπολιάζει στοχευμένα και συστηματικά με το προσωπικό της τεμπεραμέντο τους ρόλους της. Έχει την γνώση και τους τρόπους, ώστε να γίνεται απολαυστική στην κωμωδία, να προκαλεί την ενσυναίσθηση του θεατή στο δράμα. Στην "ΥΠΟΠΤΗ" περνάει με άνεση και πολύ αέρα στην ιδιοσυγκρασία της Νεοϋορκέζας μεγαλοαστής, της socialite θείας Χέντα. Στην Χέντα προσωποποιείται η αργόσχολη αριστοκρατία του χρήματος, που δεν πιστεύει παρά στο χρήμα, που  δεν έχει και πολλά άλλα πέρα από άφθονο χρήμα και χρόνο για να περιφέρει το κενό της, να κομπορρημονεί, να νοιώθει κυρίαρχος του κόσμου. Ενός κόσμου, που πιθανότατα δεν εκτείνεται πέρα από μερικά τετράγωνα του Midtown Manhattan, αλλά αυτό της φτάνει, γιατί αυτά τα τετράγωνα είναι ο ομφαλός της Γης.



Η Τριανταφύλλου προσαρμόζει επιμελώς και λεπτομερώς την εμφάνισή της στα εξωτερικά δεδομένα της κοινωνικής τάξης της Χέντα και με μαεστρία επιβάλλεται στο περιβάλλον της, αξιοποιώντας χειρονομίες, φωνές, εκρήξεις και γκριμάτσες, που βγάζει από την, ως φαίνεται, ανεξάντλητη υποκριτική της φαρέτρα.
Ο βετεράνος Νίκος Αβαγιανός, έπειτα από ένα μεγάλο - 44 ολόκληρα χρόνια! - διάλειμμα αποχής από το θέατρο για χάρη της μουσικής και του τραγουδιού, επιστρέφει στην πρώτη του καλλιτεχνική αγάπη, το θεατρικό σανίδι, και δίνει το παρών στην "ΥΠΟΠΤΗ", ερμηνεύοντας τον ρόλο του επιτυχημένου συγγραφέα Τόμας Νηλ. Η θεατρική πείρα - και, μάλιστα, δίπλα σε θρύλους, όπως η Έλλη Λαμπέτη ή ο Ντίνος Ηλιόπουλος - παρέχει στον Αβαγιανό το υπόβαθρο για να ξετυλίξει το ταλέντο του και να υποστηρίξει με φυσικότητα τον έναν από τους βασικούς ανδρικούς ρόλους του έργου.


Ο Νηλ διακατέχεται από την έπαρση του επιτυχημένου και το ειρωνικό στυλ λόγου και συμπεριφοράς, που συνοδεύει μερικές φορές τους συγγραφείς. Είτε με τον λόγο του είτε με την στάση του, αντιμετωπίζει τους άλλους αφ' υψηλού, κρίνει ότι, όντας συγγραφέας, είναι αρκούντως φιλοσοφημένος, διαβασμένος, περπατημένος, ώστε να τους υποβλέπει, να τους υποτιμά, να τους νουθετεί, να τους κατευθύνει. Και δεν διστάζει να το κάνει αυτό ακόμα και με τον ντετέκτιβ Φέρμπεν, που, πάντως, δεν δείχνει να "μασάει" από τέτοια. Για πολλούς λόγους και σε πολλά επίπεδα, η σύγκρουση μεταξύ τους είναι μοιραία. Και είναι σύγκρουση προσωπικοτήτων, σύγκρουση στάσεων ζωής και σκοπών, σύγκρουση ηλικιών και παθών, που την διεκπεραιώνουν αβίαστα ο Αβαγιανός και ο Παπάς, με τελικό νικητή τον...
Στον στενό κύκλο της Γουώρεν ανήκει και η αποκαλούμενη Μαμασίτα, φυσιογνωμία εμβληματική, ψαγμένα σκοτεινή. Την υποδύεται η Καίτη Βαρβαρέσου, με τρόπο, που στιγμές στιγμές προκαλεί δικαιολογημένη ανατριχίλα. Μελετημένο παρουσιαστικό, που παραπέμπει σε αυστηρή Γυμνασιάρχη του περασμένου αιώνα, γωνιώδες πρόσωπο, εκφορά λόγου, που δεν αφήνει περιθώρια αντιρρήσεων.



Η Βαρβαρέσου έχει επιμεληθεί εξαντλητικά όλες τις λεπτομέρειες της προσωπικότητας της Μαμασίτα. Και μας τις αποκαλύπτει. Όλες - εκτός από την λειτουργία του σκοτεινού μυαλού της.   
Ο μπάτλερ Άλαν του Νικόλα Γεωργανή κινείται με απόλυτη πειστικότητα και αέρα έμπειρου υπηρέτη ανάμεσα σε όλους αυτούς τους χαρακτηριστικούς τύπους. Ευκίνητος και ευέλικτος, κυριολεκτικά και μεταφορικά. Εξυπηρετικός και υποτακτικός, αλλά όχι δουλικός. Με σπιρτάδα. Και με σαφώς άγρυπνο μάτι,  με αυτί έτοιμο να συλλάβει ό,τι ψιθυρίζεται ή διαδραματίζεται πίσω από κλειστές πόρτες. Αλλά και με αισθήματα, τα οποία αποδίδει ο Γεωργανής, καθιστώντας ανάγλυφο τον χαρακτήρα, που υποδύεται.


Όσα ξέρει ο μπάτλερ, δεν τα ξέρει ο κόσμος όλος - και ούτε θα τα μάθει ποτέ, αν ο μπάτλερ αγαπάει την Κυρία του, αν της είναι πιστός, αν την προστατεύει ακόμη και μετά θάνατον. Εκτός κι αν τον "σπάσει" ο ντετέκτιβ Φέρμπεν, κερδίζοντας τεχνηέντως την εμπιστοσύνη του. 
Ένα αστυνομικό δράμα, πριν γίνει αστυνομικό, είναι συνήθως ερωτικό δράμα. Τα περισσότερα εγκλήματα, άλλωστε, γίνονται για τον έρωτα ή το χρήμα ή και τα δύο. Η "ΥΠΟΠΤΗ" του Τσίλογλου, έτσι καθώς πατάει γερά στην παράδοση του φιλμ νουάρ, δεν θα μπορούσε παρά να έχει στο δυναμικό της και την  μοιραία γυναίκα, την femme fatale της ιστορίας. Η Γκλόρια, στενή φίλη της Γουώρεν, καθυστερεί λίγο να εμφανισθεί ουσιαστικά στην πλοκή, αλλά ο θεατής ξέρει, οσμίζεται, την ύπαρξή της και τον ρόλο της σε αυτήν. Η ενσάρκωση της Γκλόρια από την Δήμητρα Μπουρνελέ τον αποζημιώνει δεόντως.


Η Γκλόρια της Μπουρνελέ, με το άψογο μακιγιάζ, το άψογο μαλλί, το τσιγάρο στην άκρη των χειλιών, το κορμί και το πολλά υποσχόμενο βλέμμα, έχει ξεπηδήσει ατόφια από Χολυγουντιανή ταινία του '50, σαγηνεύει ό,τι βρεθεί στο πέρασμά της, σκορπάει υποσχέσεις, που δεν μπορείς να διακρίνεις αν είναι υποσχέσεις άφατης ευτυχίας ή αναπόδραστης καταστροφής.
Στην καρδιά της πλοκής, πίσω από καταστάσεις και ανθρώπους, βρίσκεται, φυσικά, η ίδια η Άννα Γουώρεν. Γυναίκα - αντικείμενο του πόθου για πολλούς, μέλος της υψηλής κοινωνίας, πλούσια, επαγγελματίας επιτυχημένη, η λύση του προβλήματος επιβίωσης για τον μνηστήρα της, προστατευόμενη και έρωτας ανομολόγητος του συγγραφέα Τόμας Νηλ.


Το πορτραίτο της Γουώρεν δεσπόζει στο σαλόνι της δράσης και των ανακρίσεων, η μορφή της στοιχειώνει τον ντετέκτιβ Φέρμπεν, τον παθιάζει, όπως έχει παθιάσει και όλους τους επίδοξους εραστές της. Τυλιγμένη σε μιαν αχλύ μυστηρίου, παίζει ή έπαιζε κάποιο παιχνίδι; Και ποιό; Και με ποιόν; Ίσως με όλους... Η Ρόμυ Βασιλειάδη, στον ρόλο της Γουώρεν, εκφράζει με υποκριτική δεινότητα τα αισθήματα και τις σκέψεις, που  διακατέχουν την ηρωίδα. Ευαισθησίες, ανασφάλειες, έκπληξη, θλίψη, απορία, δυναμισμός, όλα περνούν στην ώρα τους από το πρόσωπό της, υπογραμμίζονται από την αναμφισβήτητη γοητεία της και διατηρούν ανέπαφο το μυστήριο μιας προσωπικότητας, που έχει στο μεταξύ συνεπάρει θεατές και συμπρωταγωνιστές, με πρώτο τον ντετέκτιβ Φέρμπεν.
Ο Τσίλογλου, για μιαν ακόμη φορά με την διπλή ιδιότητα συγγραφέα-σκηνοθέτη, επεκτείνει εδώ τα όριά του, μας δείχνει ότι το θεατρικό του DNA τον πηγαίνει πέρα από τις φαρμακερές ατάκες, για τις οποίες είναι έτσι κι αλλιώς γνωστός. Στην "ΥΠΟΠΤΗ" χτίζει και μας αποκαλύπτει τους χαρακτήρες σταδιακά, τους στυλιζάρει αριστοτεχνικά και τους τοποθετεί σε μια πλοκή, που διατηρεί αμείωτο το ενδιαφέρον και το σασπένς,  χάρις στις συνεχείς ανατροπές και στους γοργούς, πιο πολύ κινηματογραφικούς παρά θεατρικούς, ρυθμούς της παράστασης. Οι ήρωές του ακολουθούν αυτούς ακριβώς τους ρυθμούς, κινούνται διαρκώς και καλύπτουν όλη την άνετη σκηνή του θεάτρου - εκμεταλλεύονται ακόμη και την γνωστή άβολη κεντρική κολώνα - στέκονται ή κάθονται μόνον όσο χρειάζεται, αποφεύγουν τις φλυαρίες και τις ρητορείες, κρύβουν λόγια ή μιλάνε κοφτά, όπως ο no nonsense ντετέκτιβ Φέρμπεν του Δημήτρη Παππά.
Όσο τα προηγούμενα στοιχεία εντάσσονται στην λογική της δημιουργίας μιας νουάρ ατμόσφαιρας του '50, άλλο τόσο εξυπηρετεί τον ίδιο σκοπό μια σειρά από άλλες "λεπτομέρειες", που συμπληρώνουν την εικόνα μιας γενικότερα  αξιοπρόσεκτης παραγωγής. Τα έπιπλα μας ταξιδεύουν στην εποχή και στην τεχνοτροπία των καθαρών και απέριττων σχεδιαστικών γραμμών, τα κοστούμια αποδίδουν το γούστο και τις τάσεις της ίδιας εποχής.
Ιδιαίτερη μνεία, ωστόσο, αξίζει στον σπουδαίο ρόλο, που παίζουν οι φωτισμοί του έργου από τον Σάββα Σουρμελίδη: εναλλάσσονται διαρκώς και με ταχύτητα, περνώντας από το φως στο ημίφως και στο σχεδόν σκοτάδι, ανάλογα, ασφαλώς, με την σκηνή και την δράση. Το ημίφως και οι έντονες αντιθέσεις των φωτιστικών τεχνικών του chiaroscuro αποτελούν θεμελιώδεις κανόνες και πρακτικές φωτισμού για το φιλμ νουάρ, τις συνθήκες και το κλίμα της δράσης. Ακόμη περισσότερο, όμως, ειδικά στην "ΥΠΟΠΤΗ ΓΙΑ ΤΟΝ ΦΟΝΟ ΜΟΥ" του Τσίλογλου, οι ίδιες αυτές εναλλαγές και αντιθέσεις δείχνουν να αντανακλούν άμεσα τον εκάστοτε ψυχισμό και τις μεταπτώσεις των πρωταγωνιστών, τις διαφορές, τις αντιθέσεις, τις συγκρούσεις μεταξύ τους.


Η "ΥΠΟΠΤΗ ΓΙΑ ΤΟΝ ΦΟΝΟ ΜΟΥ", σε κείμενο, σκηνοθεσία και μουσική επιμέλεια Βαλεντίνου Τσίλογλου, παίζεται κάθε Τετάρτη και Πέμπτη, στις 9:15μ.μ., στο ΘΕΑΤΡΟ ΒΑΦΕΙΟ - ΛΑΚΗΣ ΚΑΡΑΛΗΣ, Αγίου Όρους 16 και Κωνσταντινουπόλεως, στον Κεραμεικό.       
Πρωταγωνιστούν: Νίκος Αβαγιανός (Τόμας Νηλ), Καίτη Βαρβαρέσου (Μαμασίτα), Ρόμυ Βασιλειάδη (Άννα Γουώρεν), Νικόλας Γεωργανής (Άλαν), Δήμητρα Μπουρνελέ (Γκλόρια), Δημήτρης Παπάς (Τζώρτζ Φέρμπεν), Λούλα Τριανταφύλλου (Χέντα), Πάνος Τσαλιγόπουλος (Άνταμ).





                
                   

      

Δευτέρα, 12 Νοεμβρίου 2018

Μια "ΜΑΝΑ", μα ποια μάνα;




Μιλάμε συχνά για τον ρόλο της Μάνας στην οικογένεια και, κατ' επέκταση, στην κοινωνία. Ακόμη περισσότερο, τα τελευταία χρόνια, που έχουν ευνοήσει μια συνολική αναθεώρηση κατεστημένων αξιών και προτύπων, μιλάμε για τον ρόλο της Μάνας, όπως και της οικογένειας, στην Ελληνική κοινωνία, στην διαμόρφωση, στην εξέλιξή της.


Το θεατρικό του Σταμάτη Πακάκη με τον τίτλο "ΜΑΝΑ", που ανέβηκε στο "FAUST" και θα εξακολουθήσει να παίζεται τουλάχιστον ώς τις 28/12, έρχεται στην πιο κατάλληλη στιγμή για να αποτυπώσει τρόπους, συμπεριφορές και εκδοχές της Μάνας, που ξέρουμε και που μας προβληματίζουν. Και εικονογραφεί με τον πιο έντονο και αποτελεσματικό τρόπο τις επιπτώσεις, τους τύπους των παιδιών, που διαμορφώνονται υπό την ακατάλυτη επιρροή της Μάνας και που θα αποτελέσουν τις Μάνες και τους "ενήλικους" του αύριο, τους παράγοντες της αυριανής οικογένειας και της αυριανής κοινωνίας.



Σε ένα πλαίσιο αρχετυπικών ρόλων, που στο πέρασμα των αιώνων πιθανότατα δεν έχουν ουσιαστικά αλλάξει τόσο πολύ όσο μπορεί να νομίζουμε, ο Πατέρας βγαίνει από το σπίτι για να εξασφαλίσει την επιβίωση των μελών της οικογένειας, που θα προσφύγουν στην κρίση ή στην βοήθειά του μόνο σε έσχατη ανάγκη, ενώ η Μάνα παραμένει αμετακίνητη στον πυρήνα της οικιακής και οικογενειακής ζωής, έχοντας τον πρώτο και αμεσότερο λόγο στην διαμόρφωση των παιδιών. Λιθαράκι λιθαράκι χτίζει τον χαρακτήρα τους, χρησιμοποιώντας όλα τα διαθέσιμα θεμιτά κι αθέμιτα όπλα από τις νουθεσίες και τα κηρύγματα μέχρι τους συναισθηματικούς εκβιασμούς. Ειδικά η χωρίς όριο εκμετάλλευση συναισθημάτων αποτελεί το πιο κρίσιμο όπλο στην φαρέτρα της - κι είναι αυτό ένα όπλο, που δεν διστάζει να χρησιμοποιήσει σε οποιαδήποτε ηλικιακή φάση κι αν βρίσκεται η ίδια ή τα παιδιά της. Άλλοτε δουλεύει και διεκπεραιώνει τον ρόλο της φανερά και φωναχτά κι άλλοτε λειτουργεί υποδόρια, υπαινικτικά, σιωπηλά. Αλλά, πάντως, πάντα κάνει την δουλειά, που θεωρεί πως είναι ταγμένη να κάνει, διαιωνίζοντας ατομικά, οικογενειακά και κοινωνικά πρότυπα.



Ο Σταμάτης Πακάκης ως συγγραφέας και σκηνοθέτης υφαίνει με όλα αυτά τα υλικά ένα εφιαλτικό όνειρο ή ένα παραμύθι σκοτεινό, που φωτίζεται, χρωματίζεται, εντυπώνεται στον θεατή χάρις σε μια σειρά αριστοτεχνικών μα και πολύ λειτουργικών επιλογών.
Τίποτε δεν έχει αφεθεί στην τύχη, όλα έχουν μελετηθεί ήδη από τον τρόπο με τον οποίο οι ηθοποιοί υποδέχονται τους θεατές στο θέατρο και στην παράσταση ώς το τελευταίο λεπτό του έργου: εξαιρετικό μακιγιάζ από την Cathy Jones, συνδεδεμένο άμεσα με τους χαρακτήρες, καίριοι φωτισμοί από την εγνωσμένης αισθητικής φωτογράφο Αναστασία Λουκρέζη, χαρακτηριστικά κοστούμια της Δανάης Σταματίου, κινησιολογία χορογραφημένη με χειρουργική ακρίβεια, με τόση εντέλεια, που μαρτυρά μελέτη και διείσδυση στους χαρακτήρες από την Εύη Τσακλάνου.     


 
Ο Σταμάτης Πακάκης αεικίνητος, αλωνίζει την σκηνή ως Ύπνος, γιος της Νύχτας, ζιζάνιο, δαίμονας με όλες τις έννοιες και αποχρώσεις του όρου. Σύμμαχος, συμπαίκτης, φίλος, εχθρός, ωθεί την δράση ή και την εκβιάζει με μαεστρία. Ο Ύπνος, που αναστατώνει τον ύπνο και τον ξύπνο μας, εισβάλλει ακάλεστος στο τραπέζι και στο κρεβάτι, στο συνειδητό και στο υποσυνείδητο.



Η Ειρήνη Μελά, ιδανικά την ατόφια Μάνα - Μάνα σύμβολο, Μάνα σχήμα, Μάνα χειριστική και Μάνα οδοστρωτήρας, Mάνα τρυφερή και Μάνα πιεστικά στοργική, πάντα Μάνα απόλυτη σε ρόλο απόλυτο, κυρίαρχο, ασυμβίβαστο στο σπίτι, στην οικογένεια, στην ζωή των άλλων. Ανατριχιαστική μερικές φορές. Δύσκολο να αποφασίσεις αν πορεύεται και ενεργεί ενσυνείδητα και εν γνώσει των συνεπειών, δύσκολο να καταλήξεις αν την μισείς ή την αποστρέφεσαι, αν την κατανοείς, αν την λυπάσαι ή την φοβάσαι. Στο κάτω-κάτω, είναι η Μάνα σου!..



Ο Άρης Ηλίας Τοπάλογλου, με ένα εξαιρετικά ταιριαστό physique για τον ρόλο του "Αγοριού", είναι πέραν πάσης αμφιβολίας ο Άντρας-αγόρι, ο Άντρας-παιδί, ο Ενήλικος-ανήλικος, ευνουχισμένος, ευάλωτος, πιασμένος εσωτερικά κι εξωτερικά στον ιστό, που του ύφανε - ανεπαισθήτως ; - η Μάνα, μετέωρος, εκκρεμής εφ' όρου ζωής, με τέλος προδιαγεγραμμένο, με τέλος ακόμη και πριν τελειώσει!




Η Ουρανία Φουρλάνου, κόρη-πορσελάνινη κούκλα, μια κούκλα, όπως αυτές, που είχαν για διακόσμηση στο σαλόνι πολλά παλιά σπίτια, εύθραυστη κούκλα, μια μάσκα σταθερή το πρόσωπό της, απαράλλαχτη έκφραση στην λύπη και στην χαρά, στην αγάπη και στο μίσος - πώς να προβλέψεις την εσωτερική μεταμόρφωση, πώς να φυλαχτείς από το κοφτερό μαχαίρι; Αλίμονο σαν βγει από το μπαούλο!



Η Ευφημία Καλογιάννη, κόρη με αέρα άνεσης, αυτοπεποίθησης, χειραφέτησης, κόρη, που αποπνέει αμφισβήτηση και πρόκληση, που εκθέτει στην κοινή θέα το καλλίγραμμο σώμα της μα και την συναισθηματική της έκρηξη, τον σπαραγμό στα αδιέξοδα, κόρη με τις πιο πολλές, ίσως, πιθανότητες να αναπαραγάγει στην ώρα της το στερεότυπο της Μάνας.




Στον αντίποδα, η Μαρίνα Κονταρίνη, κόρη ανασφαλής, κόρη στον δικό της κόσμο. Αγκαλιά με τον αρκούδο της. Σε διάλογο με τον φανταστικό της αυτό φίλο, ένα alter ego, που γίνεται απαιτητικό, ζητάει την αλήθεια, όταν το ψέμα και το κρυφτό εξαντλούνται πια. Η κόρη της Κονταρίνη χρειάζεται προσανατολισμό, κατεύθυνση, κάλυψη. Μπορεί ο Ύπνος να κάνει κάτι; Κι αν μπορεί, αρκεί;




Συμπερασματικά, η "ΜΑΝΑ" του Σταμάτη Πακάκη μας φέρνει ενώπιους ενωπίοις με μια σειρά από λιγότερο ή περισσότερο επώδυνες και προβληματικές καταστάσεις, που συναντώνται στην καθημερινότητα όλων μας, στο σπίτι μας ή στο διπλανό διαμέρισμα, στην οικογένεια του φίλου ή του εξαδέλφου. Οι χαρακτήρες είναι αντίστοιχα οικείοι, γνώριμοι. Στερεοτυπικοί χαρακτήρες, που αναπαράγονται και επιβιώνουν χρόνια, ρούχα, που μας στενεύουν, αλλά επιμένουμε να τα φοράμε, γιατί μας τα φόρεσαν και τα συνηθίσαμε, γιατί δεν έχουμε το θάρρος να τα πετάξουμε από πάνω μας, γιατί, όταν πια το νοιώθουμε ή το παραδεχόμαστε ότι μας πνίγουν, μπορεί νάναι αργά για ριζικές ενέργειες.
Γι' αυτό και θεατρικά κείμενα, όπως η "ΜΑΝΑ" μπορούν να αποδειχθούν ωφέλιμα, ψυχαγωγικά με την κυριολεκτική του όρου έννοια: μήπως, δηλαδή, και ξυπνήσουμε έγκαιρα από τον ύπνο, έτσι που μας πονηρεύει ο Ύπνος...
Γι' αυτό να πάτε ώς το FAUST μια Παρασκευή στις 9, το βράδυ!   

            


            

Δευτέρα, 5 Νοεμβρίου 2018

"Η ΨΙΛΙΚΑΤΖΟΥ" - που μας αφορά



Πατριάρχης του Ελληνικού bloogging θεωρείται καλώς ή κακώς ο κ. Νίκος Δήμου, μια αναμφίβολα ευφυής αν και αμφιλεγόμενη, προσωπικότητα, που έδειξε και στην συνέχεια χάραξε τον δρόμο και τους τρόπους τήρησης ενός ιδιωτικού ημερολογίου τύπου "Dear Diary". Ιδιωτικού και βουβού, που, όμως, μέσα από την επανάσταση του Διαδικτύου έγινε δημόσιο, διαδραστικό, επηρεαστικό.
Ακολούθησαν έκτοτε πολλές και ποικίλες γενιές Ελλήνων bloggers, πολλοί από τους οποίους άφησαν με την γραφή τους, την θεματολογία τους και την προσωπικότητά τους έντονο στίγμα στην προ Facebook περίοδο και ειδικά στην πρώτη δεκαετία του αιώνα μας. Ήταν μια ιδιάζουσα δεκαετία αυτή: από την μια πλευρά διανύαμε τα τελευταία χρόνια κοινωνικής αμεριμνησίας, ουσιαστικά ανυποψίαστοι για τα τότε επερχόμενα δεινά, ενώ, από την άλλη πλευρά, πολλοί συναισθανόμασταν ότι ο τρόπος της ζωής μας άγγιζε πια τα όριά του, το κούφιο lifestyle άρχιζε να εξαντλείται και να εξαντλεί, να βρίσκει τοίχο.
Όσο κι αν δεν οσμιζόμασταν την έκταση της τραγωδίας, διαβλέπαμε τα πρώτα κοινωνικά αδιέξοδα. Και, όπως ήταν φυσικό, το blogging στις συνθήκες αυτές αποτέλεσε το ιδανικό μέσο εξωτερίκευσης προβληματισμών και ανησυχιών. Μέχρις υπερβολής, θα πουν κάποιοι αντιρρησίες, αφού όλοι γίναμε ξαφνικά σχολιαστές, ρεπόρτερς και αρθρογράφοι!
Παρ' όλ' αυτά υπήρξαν ανάμεσά μας ξεχωριστές φωνές και μία από αυτές ανήκε σε μια πρώην Ψιλικατζού, που με αυτό ακριβώς το ψευδώνυμο έγραφε ασταμάτητα για όλα όσα έβλεπε από το κοινωνικό μετερίζι της. Η γλώσσα της ρέουσα και ακατάσχετη, η παρατηρητικότητα και τα σχόλιά της εξαντλούσαν όλη την γκάμα από το χιουμοριστικό ώς το επώδυνο, η διεισδυτικότητά της παροιμιώδης. Η Κωνσταντίνα Δελημήτρου, η πραγματική Ψιλικατζού πίσω από την διαδικτυακή προσωπικότητα xpsilikatzoy, μας περνούσε όλους ψιλό γαζί και το έκανε καλά και επίμονα, το έκανε χωρίς παραχωρήσεις και, κυρίως, ευφημισμούς. Παράλληλα, όμως, ανέβαινε τον δικό της Γολγοθά, πέρναγε μια δική της, πολύ προσωπική, περιπέτεια, καθώς όλην εκείνη την περίοδο πάλευε με την υπογονιμότητα, την δυσκολία σύλληψης. Πολεμούσε με νύχια και με δόντια, καιγόταν ολόκληρη ψυχή τε και σώματι για να αποκτήσει παιδί!
Οι περισσότεροι από μας - οι άνδρες, οπωσδήποτε, αλλά ίσως και πολλές γυναίκες - αδυνατούμε να συλλάβουμε σε όλες του τις διαστάσεις τον διακαή πόθο της απόκτησης παιδιού - ειδικά από κάποια που δεν μπορεί. Ακόμη περισσότερο, δεν μπορούμε καν να φαντασθούμε την απίστευτη ψυχική και σωματική ταλαιπωρία μιας γυναίκας, που δοκιμάζει τα πάντα για να το καταφέρει. Κι όταν λέμε τα πάντα εννοούμε τα πάντα: από σεξουαλικές στάσεις και τις πιο απίθανες ώρες συνεύρεσης μέχρι ειδικά διαιτολόγια, ψυχολογική υποστήριξη, ματζούνια, κομπογιαννίτικες συμβουλές, φάρμακα και επεμβάσεις. Με κόστος υλικό και ψυχολογικό τεράστιο, με αποτελέσματα αβέβαια. 
Από την άποψη αυτή το βιβλίο "Η ΨΙΛΙΚΑΤΖΟΥ" της Κωνσταντίνας Δελημήτρου, που κυκλοφόρησε to 2007, τάραξε τα νερά. Ρίχνοντας ένα βότσαλο στην ήσυχη λίμνη της ματαιοδοξίας μας, η φίλη blogger έκανε το ευρύτερο κοινό κοινωνούς μιας πτυχής της ζωής της, που είναι πτυχή σιωπηλή της ζωής αρκετών γυναικών, που συζητιέται ψιθυριστά, που συζητιέται κουτσομπολίστικα, που συνοδεύεται από βλέμματα οίκτου και συγκατάβασης, που κρύβει πολύ πόνο και πολλή εκμετάλλευση.
Αυτό το βιβλίο, που συγκλόνισε πολλούς από μας πριν από 10 και πλέον χρόνια, διάλεξε φέτος ο Δημήτρης Καρατζιάς να το διασκευάσει για το θέατρο και να το ανεβάσει στον ρηξικέλευθο - και ανανεωμένο φέτος! - Πολυχώρο του VAULT στον Κεραμεικό.
O Καρατζιάς, ως σκηνοθέτης και ως ψυχή του VAULT, μας έχει συνηθίσει, η αλήθεια είναι, σε επιλογές , που θρυμματίζουν την άγνοια, τον εφησυχασμό, την αταραξία, και το ίδιο κάνει και τώρα με την "Ψιλικατζού" της Δελημήτρου. Παίρνει μιαν οδυνηρή κατάσταση, που συνήθως εξελίσσεται υποδόρια και στα σκοτεινά, την τοποθετεί στο κέντρο της σκηνής, την φωτίζει με έντονο κι ασίγαστο φως, χωρίς διακυμάνσεις, γλύκες και στρογγυλέματα, την αντιπαραθέτει με τα χτυπητά κι ελκυστικά χρώματα του φυσικού σκηνικού της αφηγήτριας, τα χρώματα και τα σχήματα του ψιλικατζίδικου. Και μας την φωτίζει όσο ποτέ άλλοτε όσο κανείς άλλος! Κι όπως δεν την κρύβει η αφηγήτρια, έτσι κι εμείς δεν μπορούμε με τίποτε πια να αποστρέψουμε το βλέμμα από αυτή την πραγματικότητα. Δεν μας αφήνει η αφηγήτρια, δεν μας αφήνει ούτε κι ο Καρατζιάς με το στήσιμό του. Θα τα ακούσουμε όλα, τα χαριτωμένα και τα πικάντικα και τα δραματικά, θα τα μάθουμε όλα, θα γελάσουμε και θα κλάψουμε, ενώπιοι ενωπίω με την ψιλικατζού, εκεί, δίπλα στον πάγκο της ταμειακής, ακουμπώντας στο ράφι με τα τσιγάρα. 
Πόσο εύκολο είναι, άραγε, να αναδειχθεί μια προσωπική τραγωδία ανάμεσα στις σοκοφρέτες και στις τσιχλόφουσκες, στα γαριδάκια, στα κρουασάν και στα μπισκότα;
Ο Καρατζιάς το καταφέρνει αβίαστα, πάντως. Πρώτ' απ' όλα, κρατάει τα βασικά στοιχεία της πρωτότυπης αφήγησης: την αμεσότητα του λόγου και την ειλικρίνεια, το χιούμορ, που στην οριακή στιγμή σώζει από το χείλος της αβύσσου. Κι ύστερα, με σοφία αποδέχεται και κατανοεί πως τέτοιες καταστάσεις υπάρχουν στην καθημερινότητα, συνυπάρχουν με τόσες άλλες, που τρέχουν στην ζωή των ανθρώπων ταυτόχρονα. Με το σκηνικό, που στήνει μαζί με τους Μάνο Αντωνιάδη και Μάριο Βουτσινά, με τα φώτα, τα χρώματα, κάποια στοιχεία, που ακουμπούν σε pop art a la Ελληνικά, καταλήγει να τονίσει την αντίθεση, που τελικά δεν είναι παρά η αντίθεση ανάμεσα στην μέση, τακτοποιημένη, ζωή των πολλών ανθρώπων και την ζωή κάποιων άλλων, λιγότερων και λιγότερο τυχερών.
Η δύναμη του κειμένου της Δελημήτρου πηγάζει από την ειλικρίνεια των περιγραφών της, την μαχητικότητα και το πείσμα της, το αστείρευτο πνεύμα, με το οποίο χειρίζεται την κατάσταση, ακόμη και στις πιο δύσκολες στιγμές. Αυτήν την Δελημήτρου, αυτή την προσωπικότητα, βγάζει μπροστά η θεατρική διασκευή. Ως άλλη Ψιλικατζού, η Λένα Ουζουνίδου εισβάλλει ορμητικά στο σκηνικό και το κατακυριεύει ευθύς εξ αρχής! Εκ χαρακτήρος και εξ ιδιοσυγκρασίας τα λέει όλα για όλους, όπως τα σκέπτεται, όπως τα νοιώθει, όπως τα ζει... Και μας κάνει να τα ζήσουμε κι εμείς. Είναι στιγμές όπου η Λένα Ουζουνίδου είναι κυριολεκτικά συγκλονιστική, βουρκώνει και βουρκώνουμε κι εμείς - και δεν είναι διόλου λίγες οι στιγμές αυτές στην ροή του έργου. Κι αμέσως μετά, με χαρακτηριστικό Δελημητρικό στυλ γραφής και ζωής, θα ενθέσει μια καίρια ατάκα, θα διαλύσει έγκαιρα τον ιστό της της απελπισίας, θα χαμογελάσει και θα χαμογελάσουμε κι εμείς. Αυτή είναι η ζωή, τέτοια είναι η αναθεματισμένη, έχει τα πάνω και τα κάτω, έχει κλάμα, έχει γέλιο - κι εμείς θα την παλέψουμε μ' όλα τα μέσα, θα την ζήσουμε έτσι κι αλλιώς!       
Για να σπάσει τον μονόλογο, ο Καρατζιάς με μαεστρία εισάγει στην θεατρική πράξη την αδελφή της αφηγήτριας, την οποία ενσαρκώνει η Άννα Ψαρρά, αναλαμβάνοντας να επεξηγήσει και να σχολιάσει τα λεγόμενα της πρωταγωνίστριας, να θυμίσει τα  λόγια και τους τρόπους των γιατρών, να βάλει τα πράγματα στην θέση τους, όπου χρειαζόταν. Εξαιρετική και λειτουργική η ιδέα του σκηνοθέτη, αλλά επίσης χαρισματική στον παρεμβατικό αυτό ρόλο η Άννα Ψαρρά!
Ο Μάνος Αντωνιάδης αποδεικνύει γι' άλλη μια φορά το θεατρικό του ένστικτο, γράφοντας και εδώ μιαν ιδιαίτερα υποβλητική μουσική και, κυρίως, ένα υπέροχο, μελαγχολικό, τραγούδι, απόλυτα ενταγμένο στο κλίμα της παράστασης και του κειμένου.
Για όλους αυτούς τους λόγος, το κείμενο της Δελημήτρου, την σκηνοθεσία και το στήσιμο του Καρατζιά, το παίξιμο της Ουζουνίδου και της Ψαρρά, την μουσική του Αντωνιάδη, αξίζει να δείτε την "Ψιλικατζού" στο VAULT.
Να την δείτε γιατί η περιπέτεια της Κωνσταντίνας Δελημήτρου πρέπει να γίνει αντικείμενο συζήτησης και να γίνει ανοιχτά, όχι στα μουλωχτά. Ούτε ντροπή είναι ούτε κατάρα. Κατάσταση, που αντιμετωπίζεται είναι. Με υπεύθυνη επιστημονική αντιμετώπιση, με σωστές επιλογές, με ανθρώπινη στήριξη.
Και γι' αυτό μας αφορά όλους, τελικά.
Γι' αυτό να πάτε να την δείτε.
Κυρίως αν νομίζετε πως δεν σας αφορά, τότε να πάτε οπωσδήποτε να την δείτε! 


ΗΜΕΡΕΣ ΠΑΡΑΣΤΑΣΕΩΝ: Τετάρτη, Πέμπτη, Παρασκευή, Σάββατο στις 21:15 και Κυριακή στις 18:30
ΔΙΑΡΚΕΙΑ: 70’ (χωρίς διάλειμμα)
ΤΙΜΕΣ ΕΙΣΙΤΗΡΙΩΝ
Γενική είσοδος: 13 ευρώ
Φοιτητές / Σπουδαστές / Κάτοχοι κάρτας πολυτέκνων / ΑμΕΑ / Κάτοχοι κάρτας ανεργίας (ΟΑΕΔ): 10 ευρώ
Πολυχώρος VAULT THEATRE PLUS
Μελενίκου 26, Γκάζι, Βοτανικός            
     

 
 
GreekBloggers.com