Τετάρτη, 12 Δεκεμβρίου 2018

Όχι στο όνομά μας, Κε Παπαδουλάκη...

Ο αξιόλογος και ιδιαίτερα ευαίσθητος σκηνοθέτης ολοκλήρωσε πρόσφατα μιαν ολιγόλεπτη ταινία με τίτλο "MY BROTHER", η οποία παρουσιάσθηκε στο Κινηματογραφικό Φεστιβάλ Χανίων και ήδη κυκλοφορεί ευρέως στο Διαδίκτυο, προκαλώντας ποικίλες αντιδράσεις και σχόλια. Η από κάθε άποψη πολύ προσεγμένη παραγωγή χρηματοδοτήθηκε με δωρεές ιδιωτών και άλλων Φορέων, στηρίχθηκε από επιχειρηματίες και από τις Αρχές των Χανίων, καθώς και από ορισμένες Κρατικές Αρχές, συναφείς με το έγκλημα και την καταστολή του.
Την γενική ευθύνη έχει μία Oμάδα ατόμων, που τρέχει την καμπάνια με την επωνυμία ή υπό το σύνθημα "RESPECT LIFE", για την οποία δεν βρήκα τίποτε σχετικό στο Διαδίκτυο. Το "RESPECT LIFE" ως σύνθημα εμφανίζεται διεθνώς συνδεδεμένο με ποικίλους Φορείς και Οργανώσεις που σχετίζονται με την Εκκλησία ή την χορτοφαγία ή τον αγώνα κατά των εκτρώσεων κ.λπ. - αλλά η Ελληνική αυτή καμπάνια δεν έχει σχέση με αυτά.
Η ταινία πραγματεύεται την αντίδραση ενός εφήβου, ο οποίος κάνει βόλτα την αδελφή του σε αναπηρικό αμαξίδιο, στην πόλη των Χανίων, όπου συναντά ανυπέρβλητα εμπόδια - κατάσταση απαράδεκτη όσο και οικεία στην πλειονότητα των ελληνικών αστικών κέντρων. Έπειτα από ένα ατύχημα, που οφείλεται στα εμπόδια αυτά και έχει ως αποτέλεσμα τον τραυματισμό της αδελφής του, ο νεαρός καταλαμβάνεται από επιθετική μανία και βανδαλίζει τον δρόμο των Χανίων, όπου συνάντησε τα εμπόδια, με συνέπεια να καταλήξει στις Φυλακές Χανίων.
Η εφηβική αυτή αντίδραση είναι σε ένα πρώτο επίπεδο ευεξήγητη και κατανοητή, αλλά δεν παύει να είναι προβληματική, στον βαθμό, που οφείλεται σε ένα ανεξέλεγκτο θυμικό και αποτελεί εκδήλωση ακραίας βίας. Οι Δημοτικές και Αστυνομικές Αρχές απουσιάζουν, μέχρι την τελική φάση των σκηνών στις Φυλακές, και ούτε ο νεαρός ούτε άλλος κανένας τις καλεί να επιληφθούν. Αντίθετα, ο πρωταγωνιστής επιλέγει την άμεση αυτοδικία και ακολουθεί μια πολύ έντονα και εντυπωσιακά κινηματογραφημένη σειρά πλάνων απωθητικής βίας.
Συνολικά, η ταινία είναι εξαιρετικά δυνατή, όπως θα περίμενε κανείς από έναν δοκιμασμένο σκηνοθέτη της κλάσεως του κ. Παπαδουλάκη. Πειστική υποκριτική, γρήγορο και αποτελεσματικό μοντάζ, άρτια παραγωγή - αλλά η ισορροπία χάνεται και το τελικό μήνυμα θολώνει, παρά τις καλές προθέσεις. Το πρόβλημα έγκειται στο ότι ναι μεν αυτή η έκρηξη βίας έχει ως αποτέλεσμα την τιμωρία και την κατάληξη του νεαρού στις Φυλακές, αλλά οι σκηνές, που έχουν προηγηθεί έιναι τόσο έντονες και συναισθηματικά φορτισμένες, ώστε η ποινική αξιολόγηση και τα πολύ σύντομα πλάνα στις Φυλακές να περνούν σχεδόν απαρατήρητα από τον μέσο θεατή, χάνονται. Χαρακτηριστικό είναι ότι η πλειονότητα των σχολίων και των αντιδράσεων κατατείνουν σε δικαιολόγηση των ενεργειών του νεαρού. Τα σχόλια προβληματισμού του τύπου "Ναι μεν έχει δίκιο, αλλά δεν έπρεπε να φτάσει στα άκρα" λείπουν. Τα δε αρνητικά σχόλια για την ταινία και το αμφιλεγομενο τελικό μήνυμά της είναι σαφώς λιγότερα.
Το ζήτημα είναι ότι αρνητικά κρίνεται η ταινία και από τον χώρο των αναπήρων. Ακτιβιστές και άλλοι, συνδεόμενοι με τον χώρο, αντιλαμβάνονται την προβληματικότητα του μηνύματος και, νομίζω, ορθά. Οι ανάπηροι επιθυμούν την αυτονομία τους και υπάρχει όλο το σχετικό νομικό πλαίσιο, που τους την εξασφαλίζει ή που τους διευκολύνει. Δεν εφαρμόζεται λόγω αδιαφορίας των Αρχών και λόγω της συλλογικής Ελληνικής κουλτούρας, η οποία δεν τους συμπεριλαμβάνει ουσιαστικά. Η κατάκτηση της αυτονομίας, όμως, καθώς και η αλλαγή νοοτροπίας δεν μπορεί και δεν χρειάζεται να περνάει μέσα από εκδηλώσεις βίας και αυτοδικίας, που μάλλον πολλαπλασιάζουν το πρόβλημα, μάλλον γεννούν στείρο πείσμα, μάλλον δημιουργούν φαύλους κύκλους. Η ευαισθητοποίηση και η συνειδητοποίηση δεν θα επιτευχθούν με τέτοια μέσα, αλλά με άλλα, που εστιάζουν στο πρόβλημα και όχι στην βίαιη αντιμετώπισή του, που προτείνουν λύσεις και επιλογές.
Ενδιαφέρον από την άποψη αυτή είναι και το ότι, κρίνοντας από τα credits της ταινίας, στην όλη παραγωγή δεν φαίνεται να μετείχε συμβουλευτικά ένας επιστημονικός Φορέας ή κάποιοι, τέλος πάντων, που να έχουν προσωπική ή επαγγελματική εμπειρία από τον χώρο των αναπήρων, όπως θα ήταν αναμενόμενο για ταινία της κατηγορίας αυτής.
Ανεξάρτητα από τις αναμφίβολα αγαθές προθέσεις των συντελεστών, η ταινία, επιλέγοντας την επικέντρωση σε μιαν ανεξέλεγκτη θυμική αντίδραση ενός οργισμένου εφήβου, υποπίπτει σε φάουλ, τα οποία με λίγο περισσότερο προβληματισμό θα μπορούσαν να έχουν αποφευχθεί.
Όσο κι αν κατανοούμε την οργή, όσην ενσυναίσθηση κι αν επιστρατεύσουμε, ως πολίτες μιας ευνομούμενης πολιτείας δεν μπορούμε παρά να στεκόμαστε απέναντι σε πράξεις βίας και αυτοδικίας. Ειδικά, μάλιστα, αν δεν έχουμε την ευνομούμενη πολιτεία, που επιθυμούμε, έχουμε ακόμη μεγαλύτερη υποχρέωση να την οικοδομούμε καθημερινά και σταδιακά με κάθε μέσο, είτε πληττόμαστε εμείς οι ίδιοι είτε βλέπουμε άλλους να πλήττονται.
Υπάρχουν Νόμοι και διεκδικούμε την εφαρμογή τους!
Υπάρχουν Αρχές και διεκδικούμε την ουσιαστική παρέμβασή τους!
Υπάρχουν γονείς να διδάξουν αυτοσυγκράτηση και ψυχραιμία, υπάρχουν δικαστές, που εξασφαλίζουν "την των τοιούτων παθημάτων κάθαρσιν"!  Υπάρχουν κοινωνικοί λειτουργοί, που συμπαραστέκονται και νουθετούν! Υπάρχουν στην ζωή, ναι, υπάρχουν ακόμη και στην Ελλάδα, αλλά λείπουν παντελώς από το "MY BROTHER".  Κι αυτούς όλους ή μερικούς θα θέλαμε πολλοί να τους δούμε σε μια τέτοια ταινία αντί για μια σειρά βανδαλισμών, που ικανοποιούν το πιο ανώριμο θυμικό.   
Αν καταδικάσαμε τις εκρήξεις βίας και τα επεισόδια έπειτα από τις δολοφονίες Γρηγορόπουλου, Φύσσα, Κωστόπουλου ή Τοπαλούδη - δολοφονίες, που λίγο πολύ μας σημάδεψαν όλους ατομικά και κοινωνικά τα τελευταία χρόνια - δεν μπορούμε να έχουμε δικαιολογίες για τον πρωταγωνιστή της ταινίας. Ξεκάθαρα, απλά και χωρίς "αλλά"!
Με δυό λόγια, με μια φράση:
"Όχι στο όνομά μας, Κε Παπαδουλάκη... και Κύριοι και Κυρίες του "RESPECT LIFE"! Όχι στο όνομα μας! Δεν θέλουμε κανένας να σπάσει μια πόλη στο όνομα το δικό μας και των οικείων μας. Ξέρουμε και μπορούμε να τα καταφέρουμε καλύτερα μόνοι μας και αλλιώς!" 


Παρασκευή, 7 Δεκεμβρίου 2018

Μνήμη Ελένης Λιάκου - Ρεπάνη: συνοπτική προσέγγιση της στιχουργικής της



Οφειλόμενο από μακρού χρόνου αφιέρωμα στην Ελένη Λιάκου - Ρεπάνη οργανώθηκε την Τετάρτη, 5/12/2018, στο Θέατρο του Δημαρχείου Περιστερίου, όπου και έζησε τα τελευταία της χρόνια, ώς το 2003, η στιχουργός. Η συγκινητική βραδιά οργανώθηκε από την κόρη της και κληρονόμο των πνευματικών της δικαιωμάτων, Νικολέτα Ρεπάνη.



Την μουσική επιμέλεια του αφιερώματος ανέλαβε ο κιθαρίστας και τραγουδοποιός Γιάννης Απόδιακος, ο οποίος, επί πλέον, έχει μελοποιήσει ανέκδοτους στίχους της, που ευχής έργον θα είναι να περάσουν και στην δισκογραφία.



Την ίδια βραδιά, παρουσιάσθηκαν και δύο  βιβλία της Ελένης Λιάκου - ένα με τις "Μεγάλες Επιτυχίες " της, σε έκδοση της κόρης της, και ένα με ανέκδοτη ώς σήμερα ποίησή της, από τις "Εκδόσεις Αρναούτη". Και τα δύο μαζί κωδικοποιούν το έργο και τον τρόπο γραφής της και μας συστήνουν συγκροτημένα και αυθεντικά την προσωπικότητά της.


   
Η παρουσία και οι ομιλίες του Δημάρχου, κ. Ανδρέα Παχατουρίδη


 και της Αντιδημάρχου Πολιτισμού, Κας Μαίρης Τσιώτα - Μάρκου στην αφιερωματική βραδιά,


 η πλειάδα των  ερμηνευτών και των ανθρώπων της Τέχνης και των Γραμμάτων, που μίλησαν, απαγγείλανε ή τραγούδησαν, και, κυρίως, το κοινό, που γέμισε την φιλόξενη Αίθουσα, αποτελούν αδιάψευστη μαρτυρία για το ότι η Ελένη Λιάκου μπορεί να έφυγε από την ζωή αδίκως παραγνωρισμένη, αλλά το έργο της, οι στίχοι της, τα τραγούδια, που έγραψε παραμένουν επίκαιρα και ζωντανά στην μνήμη, τραγουδιούνται, μας συντροφεύουν πάντα. Χαρακτηριστική στιγμή της βραδιάς η ιδιαίτερης αξίας, πολύ προσωπική, παρέμβαση της Άννας Μπιθικώτση, που θυμήθηκε για χάρη μας την πολύτιμη συνεργασία της Ελένης Λιάκου με τον πατέρα της, Γρηγόρη Μπιθικώτση.


Η Ελένη Λιάκου γεννήθηκε στην Ιτέα το 1925, αλλά στην συνέχεια έζησε στην Ναύπακτο, όπου μετακόμισε η οικογένειά της. Αν και τα νεανικά της ποιητικά σκιρτήματα δεν σώζονται, γεγονός είναι ότι από πολύ νέα βρήκε καταφύγιο στον στίχο. Αργότερα συνδέθηκε με τον κόσμο του λαϊκού τραγουδιού και παντρεύτηκε τον Δημήτρη Ρεπάνη, αδελφό του Αντώνη Ρεπάνη, με κουμπάρο τον Γιώργο Μητσάκη. Η μεγάλη της στιγμή ήρθε μέσα από την συνεργασία της με τον φίλο του συζύγου της, τον Γρηγόρη Μπιθικώτση, στα τέλη της δεκαετίας του '60.


Μετά την επιβολή της δικτατορίας, με τον Μάνο Χατζιδάκι στην Αμερική και με τον Μίκη Θεοδωράκη υπό καθεστώς πλήρους απαγόρευσης, ο μεγάλος ερμηνευτής της "Ρωμιοσύνης" και του "ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ" έπιασε ξανά το νήμα της συνθετικής του καριέρας και μας έδωσε μια σειρά από σπουδαίες και ήδη κλασικές ελαφρολαϊκές συνθέσεις, τις οποίες ερμήνευσε ο ίδιος. Πολλές από αυτές ανήκουν στιχουργικά στον Κώστα Βίρβο, με την χαρακτηριστική αντρίκια γραφή και το συχνά στιβαρό ύφος. Ανάμεσα στις σπουδαίες αυτές επιτυχίες του μεταθεοδωρακικού Μπιθικώτση της περιόδου 1968-69, όμως, λάμπουν μερικά διαμάντια της Ελένης Λιάκου. Είναι τραγούδια, που ξεχωρίζουν, αφ' ενός, για την ποιητική τους τεχνική και, αφ' ετέρου, για ένα ιδιαίτερο ύφος, που απέχει από το γενικότερο κλίμα του λαϊκού μας τραγουδιού και έδωσε την ευκαιρία στον Μπιθικώτση να μας χαρίσει αντίστοιχα διαφορετικές συνθέσεις και αξιοσημείωτα τρυφερές ερμηνείες.
Τα πιο γνωστά και διαχρονικά από τα τραγούδια της Ελένης Λιάκου είναι ασφαλώς η "Επίσημη αγαπημένη", "Μια γυναίκα φεύγει" και "Το μεσημέρι καίει το μέτωπό σου". Τραγούδια - σημεία αναφοράς για έρωτες που τέλειωσαν ή τελειώνουν. Θεματολογία κλασική, σχεδόν αποκλειστική για τα χρόνια της δικτατορίας. Το ενδιαφέρον, όμως, στοιχείο είναι το πώς τόσο σε αυτά όσο και στα υπόλοιπα τραγούδια της βιώνεται και εκφράζεται το ερωτικό φινάλε από την στιχουργό - και αυτό θα επιχειρήσουμε να προσεγγίσουμε εδώ.   
Η στιχουργική της Ελένης Λιάκου χαρακτηρίζεται γενικά από ποιητικό ύφος και από μιαν εξ ίσου ποιητική μελαγχολία, που αντανακλάται στους χαμηλούς της τόνους. Έντονος, επίσης, είναι και ο λυρισμός της, καθώς πολύ συχνά, για να εκφράσει σκέψεις και συναισθήματα, καταφεύγει σε εικόνες, μεταφορές, παρομοιώσεις και παραλληλισμούς, που σχετίζονται με φυσικά φαινόμενα ή με τις ευγενέστερες μορφές του φυσικού περιβάλλοντος, τα πουλιά, τα λουλούδια, τα παιδιά, φυσικά. Οι στίχοι του "Είναι δικός μου ο καημός" βρίθουν ακριβώς τέτοιων εικόνων, που εναλλάσσονται με ταχύτητα, για να τονίσουν κλιμακωτά έναν πόνο βουβό.   
Προχωρώντας λίγο βαθύτερα, διακρίνουμε μια λεπτότητα στην εκδηλωτικότητα της στιχουργού - και πιθανότατα του ανθρώπου - μια στάση αξιοπρέπειας. Ο απογοητευμένος ή προδομένος σύντροφος, είτε γυναίκα είτε άνδρας, δεν φωνάζει, δεν διεκδικεί δυναμικά την δικαίωσή του. Παρατηρεί την εξωτερική κατάσταση των πραγμάτων, που αντανακλά εσωτερικούς κόσμους, μύχιες σκέψεις και συναισθήματα, υπομένει στωικά, σχεδόν μοιρολατρικά,  και εκφράζει το παράπονό του, την πικρία του. Ίσως, μάλιστα, για λόγους προστασίας της αξιοπρέπειας και των δύο να μην το κάνει καν φωναχτά, να μην το εξωτερικεύει σε τρίτους, αλλά να μιλάει μόνον στον εαυτό του. Από την άποψη αυτή, πολύ χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελούν οι στίχοι του "Μια γυναίκα φεύγει", όπου η συντριβή του αφηγητή δεν εκφράζεται παρά μόνον μέσα από παράθεση διαδοχικών εικόνων εγκατάλειψης: μαραμένα λουλούδια, λυπημένα αγγελούδια στα κάδρα, σταματημένα ρολόγια. Και προσοχή στην μεταφορά: βρύσες που στάζουν φρικτά, αντί για μάτια που δακρύζουν. Το τέλος γράφεται με βήματα, που απομακρύνονται σιωπηλά, όχι με λόγια και φωνές. Παραμένοντας άνδρας και κύριος ώς την ύστατη ώρα, ο αφηγητής δεν παρακαλάει, δεν μας αποκαλύπτει λεπτομέρειες και αιτίες, δεν κατηγορεί. Αντίθετα, εγκωμιάζει την "σωστή κυρία" και υπομένει το μαρτύριο του χωρισμού, τον πόνο...
Αντίστοιχα, αλλά ακόμη πιο ποιητικά, βιώνει το αδιέξοδο της σχέσης ο άνδρας ή η γυναίκα του τραγουδιού "Το μεσημέρι καίει το μέτωπό σου". Εδώ η προσέγγιση της στιχουργού είναι ανθρωποκεντρική, δεν έχουμε εικόνες εξωτερικού περιβάλλοντος. Τα συναισθήματα εκφράζονται απ' ευθείας και με ακρίβεια, η πίκρα και το παράπονο της μέρας γίνονται δυσφορία ή φόβος το βράδυ. Το αδιέξοδο υποφώσκει, αν και δεν εκφράζεται κυριολεκτικά και ξεκάθαρα, η σκληρότητα του ενός αντιμετωπίζεται από τον άλλο με υπομονή μέσα στα χρόνια και με επιμονή: οι σύντροφοι κουράστηκαν, δυσκολεύονται, αλλά, παρ' όλ' αυτά, προχωρούν μαζί. Ακόμα και με συγκρούσεις, τελικά συμβιβάζονται, όπως απαιτούσαν οι παλιότεροι καιροί, όπως έκαναν οι παλιοκαιρίσιοι άνθρωποι.
Η "Επίσημη αγαπημένη" δεν χρειάζεται ιδιαίτερες συστάσεις. Πρόκειται για ένα από τα πιο εμβληματικά τραγούδια της περιόδου αυτής του Μπιθικώτση, που πατάει εδώ σ' έναν διαφορετικό μουσικό δρόμο, όχι ακριβώς λαϊκό, και τον πορεύεται χέρι-χέρι, σε ιδανική σύζευξη με την Ελένη Λιάκου. Όπως και στην "Σιωπή", όπως και στο "Μια γυναίκα φεύγει", η στιχουργός επιλέγει ξανά εδώ να εκφράσει την ανδρική οπτική ενός χωρισμού. Και για μιαν ακόμη φορά την εκφράζει ως παράπονο, που δείχνει να αναφέρεται σε μιαν αδικία. Οι στίχοι παραπέμπουν σε όνειρο και οπτασία, χωρίς να δίνουν περισσότερες λεπτομέρειες. Σε ένα πρώτο επίπεδο, επίπεδο κυριολεξίας, το τραγούδι αναφέρεται στην ερωτική απογοήτευση. Ωστόσο, υπάρχει και ένα δεύτερο επίπεδο ανάγνωσης, σύμφωνα με την ασφαλώς πολύτιμη σχετική μαρτυρία της κόρης της στιχουργού, Νικολέτας Ρεπάνη. Στο δεύτερο αυτό επίπεδο, οι στίχοι διαβάζονται πολιτικά και αναφέρονται στην κατάλυση της δημοκρατίας, το 1967. Η "Επίσημη αγαπημένη" - χαρακτηρισμός όντως ασυνήθιστος για ερωτική σύντροφο - γράφτηκε το 1968, στον πρώτο χρόνο της δικτατορίας, με το καθεστώς ισχυρό και σταθερό και με την λογοκρισία αυστηρή και άτεγκτη. Η Ελένη Λιάκου, επιθυμώντας να εκφράσει την πολιτική της αντίθεση και γνωρίζοντας την δύναμη της λογοτεχνικής μεταφοράς, καταφεύγει στην αλληγορία και καταφέρνει έτσι να περάσει το τραγούδι από την Επιτροπή λογοκρισίας. Η πολιτική ερμηνεία του τραγουδιού εξηγεί την εξιδανίκευση της αγαπημένης, δικαιολογεί το ότι δεν της προσάπτονται κατηγορίες και ευθύνες και δίνει την σωστή διάσταση για τον χαρακτηρισμό "επίσημη", που δεν συνηθίζεται σε ερωτική σύντροφο.
Δεν είναι λίγες οι φορές που η Ελένη Λιάκου εκφράζει την ανδρική οπτική - αυτό κάνει, π.χ., και στο αλέγκρο τραγούδι "Το παρελθόν σου θα γίνει καπνός", όπου ο άνδρας, ορμητικός και μαχητικός, καλεί την γυναίκα να τον εμπιστευθεί κι όλα θα πάνε καλά, το παρεθόν της θα σβήσει οριστικά. Πιο συχνά, υιοθετεί μιαν άφυλη οπτική, όπου δεν γνωρίζουμε αν ο αφηγητής είναι γυναίκα ή άνδρας. Κοινό στοιχείο παραμένει πάντα η αξιοπρεπής στάση στα βάσανα του έρωτα, της αγάπης, της συντροφικότητας. Συνδυάζοντας την παρατήρηση αυτή με τα λίγα βιογραφικά  στοιχεία, που γνωρίζουμε, και με την γενικότερη στάση ζωής, που επέδειξε ώς το τέλος η Ελένη Λιάκου, μπορούμε να εικάσουμε ότι γράφει βιωματικά, ότι πίσω από τον κάθε αφηγητή βρίσκεται η ίδια, ότι εκφράζει τον τρόπο με τον οποίο φερόταν ή με τον οποίο περίμενε να της φέρονται.


Σε κάθε περίπτωση, πάντως, το βέβαιο είναι ότι η Ελένη Λιάκου αποτελεί ένα ξεχωριστό Κεφάλαιο, μια πολύ καθαρή και έντιμη φωνή στην Ελληνική στιχουργική και στο λαϊκό τραγούδι. Δικαίως ευτύχησε να δει στίχους της να ντύνονται με μελωδίες αξεπέραστες και να ερμηνεύονται από θρύλους του βεληνεκούς του Γρηγόρη Μπιθικώτση και της Βίκυς Μοσχολιού και να τραγουδιούνται απ'  όλους τους συμπατριώτες της. Αδίκως, έμεινε πίσω, όπως και πολλοί άλλοι, που από επιλογή ή από ιδιοσυγκρασία δεν ακολούθησαν  τον συρμό του πολιτικού τραγουδιού, που κυριάρχησε επί πολλά χρόνια, μετά την μεταπολίτευση. Ευτυχώς, ωστόσο, το ανέκδοτο υλικό της Ελένης Λιάκου είναι πλέον προσβάσιμο και μπορούν να το εκτιμήσουν όλοι, από τον απλό αναγνώστη ώς τον μουσικό, που μπορεί να βρει έμπνευση στον τρόπο, με τον οποίο εκφράζονταν συναισθήματα μιας άλλης εποχής και μιας άλλης, ακριβότερης, ποιότητας.       


                             

Δευτέρα, 3 Δεκεμβρίου 2018

Να καίγεσαι




Ν’ αγαπάς
Και να καίγεσαι
Από τις στάχτες
Να τρέφεσαι

Μετά
Να γεννιέσαι ξανά
Κι απ’ την αρχή
Να ονειρεύεσαι

Να ονειρεύεσαι
Και να συντρίβεσαι
Στα συντρίμια επάνω
Να χτίζεις 
Καινούριες αγάπες

Για ν’ αγαπάς
Και να καίγεσαι 

Δευτέρα, 26 Νοεμβρίου 2018

ΦΩΣ. ΔΙΟΝΥΣΙΟΣ ΣΟΛΩΜΟΣ



Ο Διονύσιος Σολωμός, μια από τις πιο ενδιαφέρουσες  προσωπικότητες των Ελληνικών Γραμμάτων, παρουσιάζει την ιδιομορφία να είναι συνάμα πολύ γνωστός μα και πολύ άγνωστος. Περιβεβλημένος την αχλύ και τον μύθο του Εθνικού ποιητή, παραμένει σε μεγάλο βαθμό μια κατά τα λοιπά άγνωστη προσωπικότητα για τον πολύ κόσμο. Ίσως φταίει γι' αυτό η χρονική απόσταση από την εποχή του, ίσως το πολύ μεγάλο βάρος της ετικέτας του Εθνικού ποιητή, που σφράγισε την πρόσληψη του έργου του από το κοινό.


Η ποίηση του Σολωμού, ωστόσο, δεν είναι μόνον ο "Ύμνος εις την Ελευθερίαν", του οποίου οι δύο πρώτες στροφές έδωσαν τον Εθνικό μας Ύμνο. Ούτε το υπόλοιπο έργο του έχει αποκλειστικά να κάνει με τους πόθους, τους αγώνες και τα βάσανα για την εθνική ολοκλήρωση. Αντίθετα, η θεματολογία του είναι ευρύτατη, αστείρευτη η έμπνευσή του από πράματα και θάματα γύρω του, ακόμα κι από καθημερινά περιστατικά, που τον συγκινούν ή τον εντυπωσιάζουν. Οι στίχοι του χαρακτηρίζονται από βαθύτατο ρομαντισμό, ο ερωτισμός ως συνθήκη δεν του είναι ξένος, τα λόγια κι οι φράσεις του σχηματίζουν εικόνες ονειρικού λυρισμού, ολοζώντανες και πάλλουσες. Ασύμβατες με τον ποιητή, που έζησε μια ζωή στοιχειωμένη από τις συνεχείς και τραυματικές οικογενειακές έριδες, καθώς κι απ' αυτό τούτο το βάρος του ότι υπήρξε καρπός του  παράνομου έρωτα του ευγενούς πατέρα του με μια "παρακατιανή".



Το έργο "ΦΩΣ. ΔΙΟΝΥΣΙΟΣ ΣΟΛΩΜΟΣ", που παίζεται φέτος στο Θέατρο 104, στο Γκάζι για δεύτερη χρονιά - διαφοροποιημένο, πάντως, από την περσινή του έκδοχή στο Θέατρο "ΑΛΚΜΗΝΗ" - επιχειρεί μια προσέγγιση της προσωπικότητας του Σολωμού, φωτίζει επί μέρους πτυχές της, ερμηνεύει συμπεριφορές, ανιχνεύει τις πηγές της έμπνευσης. Ξεκινώντας από το κείμενο της Κλεοπάτρας Εμμανουήλ, που έσκυψε με τρυφερότητα πάνω από τον Σολωμό, ο Δημήτρης Παναρετάκης έστησε μια παράσταση, η οποία αποφεύγει ευφυώς την παγίδα του στόμφου, των επικών εξάρσεων, των εθνικών κηρυγμάτων. Με χαμηλό φωτισμό και εξ ίσου χαμηλούς τόνους, με πολύ συναίσθημα και συγκινησιακή φόρτιση, διεισδύει τελικά στον ψυχισμό του Σολωμού, ψηλαφεί την σχέση του με την Ελλάδα, την ελευθερία, την γλώσσα - τις αιώνιες Μούσες του, τις πολύπαθες αυτές, μόνες, "ερωμένες" του, τις έγνοιες του νου και της καρδιάς του. 
Μαυροντυμένος ο Παναρετάκης, που κρατά επίσης, και τον κύριο ρόλο, κινείται και χειρονομεί επιμελημένα, εκφέρει τον θεατρικό λόγο με υποβλητικότητα, περνά στον θεατή τον Σολωμό άνθρωπο, που βρίσκεται πίσω από τον θρύλο, πίσω από τις ετικέτες, πίσω από την φιλολογική έρευνα. Το κείμενο και η σκηνοθεσία αναδεικνύουν ένα πρόσωπο διαρκώς ανήσυχο, που, όπως αγωνίζεται με κάθε μέσο, δικαστικό ή άλλο, να ξεπεράσει τα προσωπικά και οικογενειακά θέματα και να προστατεύσει το οικογενειακό όνομα και την περιουσία, άλλο τόσο αγωνιά για την πατρίδα του, πασχίζει να κυριαρχήσει στην γλώσσα, να βρει τον καθαρό λόγο, να εκφρασθεί. Γράφει, σβήνει, σκίζει χαρτιά, παθαίνει για μια λέξη, μια φράση, κοπιάζει να ξεκαθαρίσει την σκέψη του, να συγκεράσει τις δυό του γλώσσες, την Ιταλική των σπουδών και την μητρική Ελληνική.




 
Δίπλα στον Παναρετάκη, η Κλεοπάτρα Εμμανουήλ, λευκοντυμένη, αέρινη, άπιαστη, άυλη, μα και αγέρωχη - αυτή τούτη η εικόνα της ελευθερίας, η ιδανική της ενσάρκωση, η απόλυτη έμπνευση του ποιητή. Ο λόγος της Εμμανουήλ μουσική, η κίνησή της χορός. Χορός γύρω στον ποιητή, χορός μέσα του, μια  γλυκειά ζάλη η ελευθερία, ένας δημιουργικός πόνος, ένας υψηλός έρως. Ο Σολωμός πασχίζει να την κατακτήσει, να την τραγουδήσει. Πρέπει να έρθει, όμως, αυτός στα μέτρα της, να ανέβει ο ίδιος στο στο ύψος της. "Μήγαρις έχω άλλο στον νου πάρεξ ελευθερία και γλώσσα;", αναρωτιέται... Έγνοια κι αγωνία, που καταγράφεται ακέραια στο πρόσωπο του Παναρετάκη!







Ο Γιώργος Καπετανάκος και ο Πάνος Λουκαΐδης συμπληρώνουν επάξια και αρμονικά το κουαρτέτο της θεατρικής ομάδας, που έχει αναλάβει να μας φέρει κοντά στον ποιητή. Δεν διεκπεραιώνουν απλώς συμπληρωματικούς ρόλους και πολλαπλούς, όπως το επιτάσσει η διανομή. Τους ζωντανεύουν, τους αποκαλύπτουν ως παράγοντες στην ζωή και στην πνευματική δράση ή την ενέργεια του ποιητή. Μεταξύ αυτών, φυσικά, ο Πολυλάς, φίλος, θαυμαστής, εκδότης του Σολωμού. Κι από δίπλα το στενό περιβάλλον στην Ζάκυνθο, στην Κέρκυρα, ο κύκλος, που έχει τον Σολωμό στο κέντρο του, που τον ωθεί να γράψει. Οι δύο ηθοποιοί μας επιφυλάσσουν συγκλονιστικές στιγμές, υποβλητικές, συμβολικές και αποκαλυπτικές για το Σολωμικό corpus.
Ολοκληρωμένα ποιήματα, αλλά και πολλά σχεδιάσματα ημιτελή, μπερδεμένα,  σπαράγματα στίχων το έργο του Σολωμού, κομμάτια εδώ κι εκεί. Σπαράγματα ζωής, θρύψαλα κι απομεινάρια, που μέσα τους κλείνουν τον σπόρο της ποιητικής μεγαλοφυΐας. Απ' όλα τούτα φτιάχνει ο Παναρετάκης μικρές σκηνές, που διαδέχονται γοργά η μία την άλλη και συμπληρώνουν το παζλ μιας περίπλοκης ζωής. Ο σκηνοθέτης Παναρετάκης αξιοποιεί ένα λιτό σκηνικό, λειτουργεί αφαιρετικά σε όλα τα επίπεδα. Συχνά υπαινικτικά. Δεν παραδίδει μάθημα φιλολογίας ούτε φιλοπατρίας. Γνωρίζει πως είναι δύσκολο να φωτίσεις τον ψυχισμό ενός ανθρώπου, πολλώ δε μάλλον τον ψυχισμό ενός ποιητή. Προτείνει, όμως, αναγνώσεις αυτής της ψυχής. Προτείνει τρόπους αποκωδικοποίησης της προσωπικότητας και, εν συνεχεία, της ποιητικής του τέχνης.
Και το κάνει με εντιμότητα προθέσεων και αποτελέσματος. Ο θεατής, φεύγει από το "104", έχοντας έρθει ψυχικά πιο κοντά στον Σολωμό. Τον κατανοεί, τον πονάει,  μπορεί πια να καταφύγει στους στίχους του με πολύ περισσότερη ενσυναίσθηση. Κι αυτό είναι το πιο σπουδαίο επιστέγασμα μιας από τις αξιολογότερες παραστάσεις της θεατρικής περιόδου, που διανύουμε.   




Το έργο "ΦΩΣ. ΔΙΟΝΥΣΙΟΣ ΣΟΛΩΜΟΣ" της Κλεοπάτρας Eμμανουήλ, σε σκηνοθεσία Δημήτρη Παναρετάκη, παίζεται κάθε Παρασκευή, στις 9 το βράδυ,στο Θέατρο "104", Ευμολπιδών 41, στο Γκάζι.         

Παρασκευή, 23 Νοεμβρίου 2018

"ΥΠΟΠΤΗ ΓΙΑ ΤΟΝ ΦΟΝΟ ΜΟΥ' - του Βαλεντίνου Τσίλογλου



Το πρωτεύον στοιχείο του κλασικού πλέον Αμερικανικού κινηματογραφικού είδους, που αποκαλούμε "φιλμ νουάρ", είναι η ατμόσφαιρα, το γενικό κλίμα, μέσα στο οποίο κινούνται και δρουν οι λίγο πολύ αρχετυπικοί χαρακτήρες της βασικής ιστορίας. Κι αυτό είναι το πρώτο στοίχημα, που ξεκάθαρα κερδίζει ο Βαλεντίνος Τσίλογλου φέτος στο ΘΕΑΤΡΟ ΒΑΦΕΙΟ - ΛΑΚΗΣ ΚΑΡΑΛΗΣ.






Με βραβεία για τις επιδόσεις του στο Queer Theatre και με επιτυχή θητεία στην κωμωδία καταστάσεων, o Τσίλογλου δοκιμάζει τώρα τον εαυτό του και τους συνεργάτες του στο "ΥΠΟΠΤΗ ΓΙΑ ΤΟΝ ΦΟΝΟ ΜΟΥ", ένα αστυνομικό whodunit δράμα, που έγραψε και σκηνοθέτησε ο ίδιος, ακολουθώντας τους απαράβατους κώδικες του φιλμ νουάρ. Από την μια, οι συνθήκες και οι περιστάσεις: Νέα Υόρκη, μεγαλοαστικό περιβάλλον, χρήμα, έρωτες φανεροί και κρυφοί, ζήλεια και φθόνος, πάθη, καταπιεσμένα μίση, υποκρισίες και θεατρινισμοί και, βέβαια, έγκλημα. Κι από την άλλη, τα πρόσωπα της ιστορίας: η μοιραία γυναίκα, ο εκ των ων ουκ άνευ ντετέκτιβ, ο μπάτλερ, η μεγαλοκυρία με τις έντονες χειρονομίες, που επιδεικνύουν την κυριαρχία της στον χώρο και στις ζωές των άλλων, ο επιτηδευμένος συγγραφέας, ο θολών προθέσεων μνηστήρας.
Χαρακτήρες αμφιλεγόμενοι και άνθρωποι με παρελθόν.
Κίνητρα για όλους - φημολογούμενα, εικαζόμενα, χειροπιαστά, αδιάφορο. Όλοι κάποια  έχουν.
Μυστικά, που πλανώνται στον αέρα, ψέματα κι αμηχανίες, που πασχίζουν να κρυφτούν στους καπνούς των τσιγάρων και να διαλυθούν στο αλκοόλ. Στο πολύ αλκοόλ.
Ματαιώσεις, που βρίσκουν διέξοδο στα χαρτιά της τράπουλας. Αυτά είναι μερικά από τα συνθετικά στοιχεία του φιλμ νουάρ και αυτά δίνουν και τον τόνο στον οικογενειακό και κοινωνικό περίγυρο του θύματος στο έργο του Τσίλογλου: η νέα, πλούσια και όμορφη Άννα Γουώρεν δολοφονείται και όλα τα πρόσωπα γύρω της έχουν το καθένα τον δικό τους λόγο για να την δολοφονήσουν, να πουν ψέματα, να κρύψουν κάτι.
Ο νεαρός ντετέκτιβ Τζώρτζ Φέρμπεν αναλαμβάνει την εξιχνίαση του εγκλήματος, εισβάλλοντας στην περίκλειστη υψηλή κοινωνία της Νέας Υόρκης του '50, που πίσω από μιαν επίφαση κουλτούρας και υπαρξιακών ανησυχιών, πίσω από τα ξένοιαστα γέλια, την αμεριμνησία, την επίδειξη, την επιτήδευση, κρύβει τα αδιέξοδά της και την αγωνία της για το μέλλον, την διατήρηση των κεκτημένων, του τρόπου ζωής της. Είναι το έγκλημα η λύση στα προβλήματα, η εκτόνωση στα ανομολόγητα πάθη; Κι αν ναι, ποιός έχει τα κότσια να φτάσει ώς αυτό; Και πώς μπορεί να καλύψει τα νώτα και τα ίχνη του;       
Ο Φέρμπεν έρχεται αναγκαστικά σε μετωπική σύγκρουση με όλο τον κύκλο των υπόπτων και προσπαθεί να τους "σπάσει", να τους κάνει να ξανοιχτούν, να φωτίσουν την σχέση τους με το θύμα. Εύλογο και εμφανές ότι η επαφή με το περιβάλλον αυτό γεννά αρχικά αμηχανία στον ντετέκτιβ, προβληματίζεται, αποπροσανατολίζεται, αλλά επιμένει. Με την ορμητικότητα της ηλικίας, το πάθος για την ανακάλυψη της αλήθειας, ακόμα και με την φυσική του γοητεία, πασχίζει και καταφέρνει να κρατήσει το πάνω χέρι σε μια περίπλοκη κατάσταση και να διεισδύσει σταδιακά στους χαρακτήρες των υπόπτων.



Ο jeune premier της παράστασης, Δημήτρης Παπάς, μοιάζει να έχει ενσωματώσει ιδανικά στον Φέρμπεν πολλά στοιχεία είτε σύμφυτα με την ηλικία του είτε από την προσωπικότητα και το ιστορικό του, κάνοντας έτσι τον ρόλο δική του υπόθεση. Ο Φέρμπεν του είναι ευαίσθητος, ανοιχτός στα πάθη του έρωτα, αλλά, ταυτόχρονα, και αποφασισμένος, άτεγκτος, εκπρόσωπος του Νόμου. Κινείται άνετα και συνεχώς σε όλο το μήκος και το πλάτος της σκηνής, διανθίζει την εκφορά του λόγου του με πειστικές χειρονομίες, βλέμματα με νόημα, άλλοτε συννεφιασμένα, άλλοτε σκοτεινιασμένα.
Ο Πάνος Τσαλιγόπουλος, στον ρόλο του Άνταμ, είναι ο μνηστήρας του θύματος. Πίσω από τους επιτηδευμένους τρόπους της καλής κοινωνίας και την λουσάτη βιτρίνα, πίσω από το αθώο πρόσωπο, ο Άνταμ κρύβει τις ανασφάλειές του για το χρήμα, που του λείπει, για το μέλλον του, που παραμένει αβέβαιο, όσο εκκρεμεί ένας καλός, συμφέρων και επωφελής γάμος.


Ο Τσαλιγόπουλος, πέραν της  θεατρικής του πείρας σε πληθώρα χαρακτήρων, διαθέτει το παρουσιαστικό, το πρόσωπο, το physique, και ασφαλώς την κινησιολογία, για να ζωντανέψει τον Άνταμ, ερασιτέχνη προικοθήρα, αδέξιο ζιγκολό, ψιλομπαγαπόντη, που διέρχεται από μια μεγάλη γκάμα αισθημάτων, καθώς ταλαιπωρείται, απελπίζεται, εκπλήσσεται πότε με το στενό πρεσάρισμα του ντετέκτιβ πότε με τις ανατροπές της πλοκής, της ίδιας του της ζωής, όπως (νόμιζε ότι) την είχε καλοσχεδιάσει.
Η Λούλα Τριανταφύλλου, οικεία πλέον στο θεατρόφιλο κοινό, μπολιάζει στοχευμένα και συστηματικά με το προσωπικό της τεμπεραμέντο τους ρόλους της. Έχει την γνώση και τους τρόπους, ώστε να γίνεται απολαυστική στην κωμωδία, να προκαλεί την ενσυναίσθηση του θεατή στο δράμα. Στην "ΥΠΟΠΤΗ" περνάει με άνεση και πολύ αέρα στην ιδιοσυγκρασία της Νεοϋορκέζας μεγαλοαστής, της socialite θείας Χέντα. Στην Χέντα προσωποποιείται η αργόσχολη αριστοκρατία του χρήματος, που δεν πιστεύει παρά στο χρήμα, που  δεν έχει και πολλά άλλα πέρα από άφθονο χρήμα και χρόνο για να περιφέρει το κενό της, να κομπορρημονεί, να νοιώθει κυρίαρχος του κόσμου. Ενός κόσμου, που πιθανότατα δεν εκτείνεται πέρα από μερικά τετράγωνα του Midtown Manhattan, αλλά αυτό της φτάνει, γιατί αυτά τα τετράγωνα είναι ο ομφαλός της Γης.



Η Τριανταφύλλου προσαρμόζει επιμελώς και λεπτομερώς την εμφάνισή της στα εξωτερικά δεδομένα της κοινωνικής τάξης της Χέντα και με μαεστρία επιβάλλεται στο περιβάλλον της, αξιοποιώντας χειρονομίες, φωνές, εκρήξεις και γκριμάτσες, που βγάζει από την, ως φαίνεται, ανεξάντλητη υποκριτική της φαρέτρα.
Ο βετεράνος Νίκος Αβαγιανός, έπειτα από ένα μεγάλο - 44 ολόκληρα χρόνια! - διάλειμμα αποχής από το θέατρο για χάρη της μουσικής και του τραγουδιού, επιστρέφει στην πρώτη του καλλιτεχνική αγάπη, το θεατρικό σανίδι, και δίνει το παρών στην "ΥΠΟΠΤΗ", ερμηνεύοντας τον ρόλο του επιτυχημένου συγγραφέα Τόμας Νηλ. Η θεατρική πείρα - και, μάλιστα, δίπλα σε θρύλους, όπως η Έλλη Λαμπέτη ή ο Ντίνος Ηλιόπουλος - παρέχει στον Αβαγιανό το υπόβαθρο για να ξετυλίξει το ταλέντο του και να υποστηρίξει με φυσικότητα τον έναν από τους βασικούς ανδρικούς ρόλους του έργου.


Ο Νηλ διακατέχεται από την έπαρση του επιτυχημένου και το ειρωνικό στυλ λόγου και συμπεριφοράς, που συνοδεύει μερικές φορές τους συγγραφείς. Είτε με τον λόγο του είτε με την στάση του, αντιμετωπίζει τους άλλους αφ' υψηλού, κρίνει ότι, όντας συγγραφέας, είναι αρκούντως φιλοσοφημένος, διαβασμένος, περπατημένος, ώστε να τους υποβλέπει, να τους υποτιμά, να τους νουθετεί, να τους κατευθύνει. Και δεν διστάζει να το κάνει αυτό ακόμα και με τον ντετέκτιβ Φέρμπεν, που, πάντως, δεν δείχνει να "μασάει" από τέτοια. Για πολλούς λόγους και σε πολλά επίπεδα, η σύγκρουση μεταξύ τους είναι μοιραία. Και είναι σύγκρουση προσωπικοτήτων, σύγκρουση στάσεων ζωής και σκοπών, σύγκρουση ηλικιών και παθών, που την διεκπεραιώνουν αβίαστα ο Αβαγιανός και ο Παπάς, με τελικό νικητή τον...
Στον στενό κύκλο της Γουώρεν ανήκει και η αποκαλούμενη Μαμασίτα, φυσιογνωμία εμβληματική, ψαγμένα σκοτεινή. Την υποδύεται η Καίτη Βαρβαρέσου, με τρόπο, που στιγμές στιγμές προκαλεί δικαιολογημένη ανατριχίλα. Μελετημένο παρουσιαστικό, που παραπέμπει σε αυστηρή Γυμνασιάρχη του περασμένου αιώνα, γωνιώδες πρόσωπο, εκφορά λόγου, που δεν αφήνει περιθώρια αντιρρήσεων.



Η Βαρβαρέσου έχει επιμεληθεί εξαντλητικά όλες τις λεπτομέρειες της προσωπικότητας της Μαμασίτα. Και μας τις αποκαλύπτει. Όλες - εκτός από την λειτουργία του σκοτεινού μυαλού της.   
Ο μπάτλερ Άλαν του Νικόλα Γεωργανή κινείται με απόλυτη πειστικότητα και αέρα έμπειρου υπηρέτη ανάμεσα σε όλους αυτούς τους χαρακτηριστικούς τύπους. Ευκίνητος και ευέλικτος, κυριολεκτικά και μεταφορικά. Εξυπηρετικός και υποτακτικός, αλλά όχι δουλικός. Με σπιρτάδα. Και με σαφώς άγρυπνο μάτι,  με αυτί έτοιμο να συλλάβει ό,τι ψιθυρίζεται ή διαδραματίζεται πίσω από κλειστές πόρτες. Αλλά και με αισθήματα, τα οποία αποδίδει ο Γεωργανής, καθιστώντας ανάγλυφο τον χαρακτήρα, που υποδύεται.


Όσα ξέρει ο μπάτλερ, δεν τα ξέρει ο κόσμος όλος - και ούτε θα τα μάθει ποτέ, αν ο μπάτλερ αγαπάει την Κυρία του, αν της είναι πιστός, αν την προστατεύει ακόμη και μετά θάνατον. Εκτός κι αν τον "σπάσει" ο ντετέκτιβ Φέρμπεν, κερδίζοντας τεχνηέντως την εμπιστοσύνη του. 
Ένα αστυνομικό δράμα, πριν γίνει αστυνομικό, είναι συνήθως ερωτικό δράμα. Τα περισσότερα εγκλήματα, άλλωστε, γίνονται για τον έρωτα ή το χρήμα ή και τα δύο. Η "ΥΠΟΠΤΗ" του Τσίλογλου, έτσι καθώς πατάει γερά στην παράδοση του φιλμ νουάρ, δεν θα μπορούσε παρά να έχει στο δυναμικό της και την  μοιραία γυναίκα, την femme fatale της ιστορίας. Η Γκλόρια, στενή φίλη της Γουώρεν, καθυστερεί λίγο να εμφανισθεί ουσιαστικά στην πλοκή, αλλά ο θεατής ξέρει, οσμίζεται, την ύπαρξή της και τον ρόλο της σε αυτήν. Η ενσάρκωση της Γκλόρια από την Δήμητρα Μπουρνελέ τον αποζημιώνει δεόντως.


Η Γκλόρια της Μπουρνελέ, με το άψογο μακιγιάζ, το άψογο μαλλί, το τσιγάρο στην άκρη των χειλιών, το κορμί και το πολλά υποσχόμενο βλέμμα, έχει ξεπηδήσει ατόφια από Χολυγουντιανή ταινία του '50, σαγηνεύει ό,τι βρεθεί στο πέρασμά της, σκορπάει υποσχέσεις, που δεν μπορείς να διακρίνεις αν είναι υποσχέσεις άφατης ευτυχίας ή αναπόδραστης καταστροφής.
Στην καρδιά της πλοκής, πίσω από καταστάσεις και ανθρώπους, βρίσκεται, φυσικά, η ίδια η Άννα Γουώρεν. Γυναίκα - αντικείμενο του πόθου για πολλούς, μέλος της υψηλής κοινωνίας, πλούσια, επαγγελματίας επιτυχημένη, η λύση του προβλήματος επιβίωσης για τον μνηστήρα της, προστατευόμενη και έρωτας ανομολόγητος του συγγραφέα Τόμας Νηλ.


Το πορτραίτο της Γουώρεν δεσπόζει στο σαλόνι της δράσης και των ανακρίσεων, η μορφή της στοιχειώνει τον ντετέκτιβ Φέρμπεν, τον παθιάζει, όπως έχει παθιάσει και όλους τους επίδοξους εραστές της. Τυλιγμένη σε μιαν αχλύ μυστηρίου, παίζει ή έπαιζε κάποιο παιχνίδι; Και ποιό; Και με ποιόν; Ίσως με όλους... Η Ρόμυ Βασιλειάδη, στον ρόλο της Γουώρεν, εκφράζει με υποκριτική δεινότητα τα αισθήματα και τις σκέψεις, που  διακατέχουν την ηρωίδα. Ευαισθησίες, ανασφάλειες, έκπληξη, θλίψη, απορία, δυναμισμός, όλα περνούν στην ώρα τους από το πρόσωπό της, υπογραμμίζονται από την αναμφισβήτητη γοητεία της και διατηρούν ανέπαφο το μυστήριο μιας προσωπικότητας, που έχει στο μεταξύ συνεπάρει θεατές και συμπρωταγωνιστές, με πρώτο τον ντετέκτιβ Φέρμπεν.
Ο Τσίλογλου, για μιαν ακόμη φορά με την διπλή ιδιότητα συγγραφέα-σκηνοθέτη, επεκτείνει εδώ τα όριά του, μας δείχνει ότι το θεατρικό του DNA τον πηγαίνει πέρα από τις φαρμακερές ατάκες, για τις οποίες είναι έτσι κι αλλιώς γνωστός. Στην "ΥΠΟΠΤΗ" χτίζει και μας αποκαλύπτει τους χαρακτήρες σταδιακά, τους στυλιζάρει αριστοτεχνικά και τους τοποθετεί σε μια πλοκή, που διατηρεί αμείωτο το ενδιαφέρον και το σασπένς,  χάρις στις συνεχείς ανατροπές και στους γοργούς, πιο πολύ κινηματογραφικούς παρά θεατρικούς, ρυθμούς της παράστασης. Οι ήρωές του ακολουθούν αυτούς ακριβώς τους ρυθμούς, κινούνται διαρκώς και καλύπτουν όλη την άνετη σκηνή του θεάτρου - εκμεταλλεύονται ακόμη και την γνωστή άβολη κεντρική κολώνα - στέκονται ή κάθονται μόνον όσο χρειάζεται, αποφεύγουν τις φλυαρίες και τις ρητορείες, κρύβουν λόγια ή μιλάνε κοφτά, όπως ο no nonsense ντετέκτιβ Φέρμπεν του Δημήτρη Παππά.
Όσο τα προηγούμενα στοιχεία εντάσσονται στην λογική της δημιουργίας μιας νουάρ ατμόσφαιρας του '50, άλλο τόσο εξυπηρετεί τον ίδιο σκοπό μια σειρά από άλλες "λεπτομέρειες", που συμπληρώνουν την εικόνα μιας γενικότερα  αξιοπρόσεκτης παραγωγής. Τα έπιπλα μας ταξιδεύουν στην εποχή και στην τεχνοτροπία των καθαρών και απέριττων σχεδιαστικών γραμμών, τα κοστούμια αποδίδουν το γούστο και τις τάσεις της ίδιας εποχής.
Ιδιαίτερη μνεία, ωστόσο, αξίζει στον σπουδαίο ρόλο, που παίζουν οι φωτισμοί του έργου από τον Σάββα Σουρμελίδη: εναλλάσσονται διαρκώς και με ταχύτητα, περνώντας από το φως στο ημίφως και στο σχεδόν σκοτάδι, ανάλογα, ασφαλώς, με την σκηνή και την δράση. Το ημίφως και οι έντονες αντιθέσεις των φωτιστικών τεχνικών του chiaroscuro αποτελούν θεμελιώδεις κανόνες και πρακτικές φωτισμού για το φιλμ νουάρ, τις συνθήκες και το κλίμα της δράσης. Ακόμη περισσότερο, όμως, ειδικά στην "ΥΠΟΠΤΗ ΓΙΑ ΤΟΝ ΦΟΝΟ ΜΟΥ" του Τσίλογλου, οι ίδιες αυτές εναλλαγές και αντιθέσεις δείχνουν να αντανακλούν άμεσα τον εκάστοτε ψυχισμό και τις μεταπτώσεις των πρωταγωνιστών, τις διαφορές, τις αντιθέσεις, τις συγκρούσεις μεταξύ τους.


Η "ΥΠΟΠΤΗ ΓΙΑ ΤΟΝ ΦΟΝΟ ΜΟΥ", σε κείμενο, σκηνοθεσία και μουσική επιμέλεια Βαλεντίνου Τσίλογλου, παίζεται κάθε Τετάρτη και Πέμπτη, στις 9:15μ.μ., στο ΘΕΑΤΡΟ ΒΑΦΕΙΟ - ΛΑΚΗΣ ΚΑΡΑΛΗΣ, Αγίου Όρους 16 και Κωνσταντινουπόλεως, στον Κεραμεικό.       
Πρωταγωνιστούν: Νίκος Αβαγιανός (Τόμας Νηλ), Καίτη Βαρβαρέσου (Μαμασίτα), Ρόμυ Βασιλειάδη (Άννα Γουώρεν), Νικόλας Γεωργανής (Άλαν), Δήμητρα Μπουρνελέ (Γκλόρια), Δημήτρης Παπάς (Τζώρτζ Φέρμπεν), Λούλα Τριανταφύλλου (Χέντα), Πάνος Τσαλιγόπουλος (Άνταμ).





                
                   

      

Δευτέρα, 12 Νοεμβρίου 2018

Μια "ΜΑΝΑ", μα ποια μάνα;




Μιλάμε συχνά για τον ρόλο της Μάνας στην οικογένεια και, κατ' επέκταση, στην κοινωνία. Ακόμη περισσότερο, τα τελευταία χρόνια, που έχουν ευνοήσει μια συνολική αναθεώρηση κατεστημένων αξιών και προτύπων, μιλάμε για τον ρόλο της Μάνας, όπως και της οικογένειας, στην Ελληνική κοινωνία, στην διαμόρφωση, στην εξέλιξή της.


Το θεατρικό του Σταμάτη Πακάκη με τον τίτλο "ΜΑΝΑ", που ανέβηκε στο "FAUST" και θα εξακολουθήσει να παίζεται τουλάχιστον ώς τις 28/12, έρχεται στην πιο κατάλληλη στιγμή για να αποτυπώσει τρόπους, συμπεριφορές και εκδοχές της Μάνας, που ξέρουμε και που μας προβληματίζουν. Και εικονογραφεί με τον πιο έντονο και αποτελεσματικό τρόπο τις επιπτώσεις, τους τύπους των παιδιών, που διαμορφώνονται υπό την ακατάλυτη επιρροή της Μάνας και που θα αποτελέσουν τις Μάνες και τους "ενήλικους" του αύριο, τους παράγοντες της αυριανής οικογένειας και της αυριανής κοινωνίας.



Σε ένα πλαίσιο αρχετυπικών ρόλων, που στο πέρασμα των αιώνων πιθανότατα δεν έχουν ουσιαστικά αλλάξει τόσο πολύ όσο μπορεί να νομίζουμε, ο Πατέρας βγαίνει από το σπίτι για να εξασφαλίσει την επιβίωση των μελών της οικογένειας, που θα προσφύγουν στην κρίση ή στην βοήθειά του μόνο σε έσχατη ανάγκη, ενώ η Μάνα παραμένει αμετακίνητη στον πυρήνα της οικιακής και οικογενειακής ζωής, έχοντας τον πρώτο και αμεσότερο λόγο στην διαμόρφωση των παιδιών. Λιθαράκι λιθαράκι χτίζει τον χαρακτήρα τους, χρησιμοποιώντας όλα τα διαθέσιμα θεμιτά κι αθέμιτα όπλα από τις νουθεσίες και τα κηρύγματα μέχρι τους συναισθηματικούς εκβιασμούς. Ειδικά η χωρίς όριο εκμετάλλευση συναισθημάτων αποτελεί το πιο κρίσιμο όπλο στην φαρέτρα της - κι είναι αυτό ένα όπλο, που δεν διστάζει να χρησιμοποιήσει σε οποιαδήποτε ηλικιακή φάση κι αν βρίσκεται η ίδια ή τα παιδιά της. Άλλοτε δουλεύει και διεκπεραιώνει τον ρόλο της φανερά και φωναχτά κι άλλοτε λειτουργεί υποδόρια, υπαινικτικά, σιωπηλά. Αλλά, πάντως, πάντα κάνει την δουλειά, που θεωρεί πως είναι ταγμένη να κάνει, διαιωνίζοντας ατομικά, οικογενειακά και κοινωνικά πρότυπα.



Ο Σταμάτης Πακάκης ως συγγραφέας και σκηνοθέτης υφαίνει με όλα αυτά τα υλικά ένα εφιαλτικό όνειρο ή ένα παραμύθι σκοτεινό, που φωτίζεται, χρωματίζεται, εντυπώνεται στον θεατή χάρις σε μια σειρά αριστοτεχνικών μα και πολύ λειτουργικών επιλογών.
Τίποτε δεν έχει αφεθεί στην τύχη, όλα έχουν μελετηθεί ήδη από τον τρόπο με τον οποίο οι ηθοποιοί υποδέχονται τους θεατές στο θέατρο και στην παράσταση ώς το τελευταίο λεπτό του έργου: εξαιρετικό μακιγιάζ από την Cathy Jones, συνδεδεμένο άμεσα με τους χαρακτήρες, καίριοι φωτισμοί από την εγνωσμένης αισθητικής φωτογράφο Αναστασία Λουκρέζη, χαρακτηριστικά κοστούμια της Δανάης Σταματίου, κινησιολογία χορογραφημένη με χειρουργική ακρίβεια, με τόση εντέλεια, που μαρτυρά μελέτη και διείσδυση στους χαρακτήρες από την Εύη Τσακλάνου.     


 
Ο Σταμάτης Πακάκης αεικίνητος, αλωνίζει την σκηνή ως Ύπνος, γιος της Νύχτας, ζιζάνιο, δαίμονας με όλες τις έννοιες και αποχρώσεις του όρου. Σύμμαχος, συμπαίκτης, φίλος, εχθρός, ωθεί την δράση ή και την εκβιάζει με μαεστρία. Ο Ύπνος, που αναστατώνει τον ύπνο και τον ξύπνο μας, εισβάλλει ακάλεστος στο τραπέζι και στο κρεβάτι, στο συνειδητό και στο υποσυνείδητο.



Η Ειρήνη Μελά, ιδανικά την ατόφια Μάνα - Μάνα σύμβολο, Μάνα σχήμα, Μάνα χειριστική και Μάνα οδοστρωτήρας, Mάνα τρυφερή και Μάνα πιεστικά στοργική, πάντα Μάνα απόλυτη σε ρόλο απόλυτο, κυρίαρχο, ασυμβίβαστο στο σπίτι, στην οικογένεια, στην ζωή των άλλων. Ανατριχιαστική μερικές φορές. Δύσκολο να αποφασίσεις αν πορεύεται και ενεργεί ενσυνείδητα και εν γνώσει των συνεπειών, δύσκολο να καταλήξεις αν την μισείς ή την αποστρέφεσαι, αν την κατανοείς, αν την λυπάσαι ή την φοβάσαι. Στο κάτω-κάτω, είναι η Μάνα σου!..



Ο Άρης Ηλίας Τοπάλογλου, με ένα εξαιρετικά ταιριαστό physique για τον ρόλο του "Αγοριού", είναι πέραν πάσης αμφιβολίας ο Άντρας-αγόρι, ο Άντρας-παιδί, ο Ενήλικος-ανήλικος, ευνουχισμένος, ευάλωτος, πιασμένος εσωτερικά κι εξωτερικά στον ιστό, που του ύφανε - ανεπαισθήτως ; - η Μάνα, μετέωρος, εκκρεμής εφ' όρου ζωής, με τέλος προδιαγεγραμμένο, με τέλος ακόμη και πριν τελειώσει!




Η Ουρανία Φουρλάνου, κόρη-πορσελάνινη κούκλα, μια κούκλα, όπως αυτές, που είχαν για διακόσμηση στο σαλόνι πολλά παλιά σπίτια, εύθραυστη κούκλα, μια μάσκα σταθερή το πρόσωπό της, απαράλλαχτη έκφραση στην λύπη και στην χαρά, στην αγάπη και στο μίσος - πώς να προβλέψεις την εσωτερική μεταμόρφωση, πώς να φυλαχτείς από το κοφτερό μαχαίρι; Αλίμονο σαν βγει από το μπαούλο!



Η Ευφημία Καλογιάννη, κόρη με αέρα άνεσης, αυτοπεποίθησης, χειραφέτησης, κόρη, που αποπνέει αμφισβήτηση και πρόκληση, που εκθέτει στην κοινή θέα το καλλίγραμμο σώμα της μα και την συναισθηματική της έκρηξη, τον σπαραγμό στα αδιέξοδα, κόρη με τις πιο πολλές, ίσως, πιθανότητες να αναπαραγάγει στην ώρα της το στερεότυπο της Μάνας.




Στον αντίποδα, η Μαρίνα Κονταρίνη, κόρη ανασφαλής, κόρη στον δικό της κόσμο. Αγκαλιά με τον αρκούδο της. Σε διάλογο με τον φανταστικό της αυτό φίλο, ένα alter ego, που γίνεται απαιτητικό, ζητάει την αλήθεια, όταν το ψέμα και το κρυφτό εξαντλούνται πια. Η κόρη της Κονταρίνη χρειάζεται προσανατολισμό, κατεύθυνση, κάλυψη. Μπορεί ο Ύπνος να κάνει κάτι; Κι αν μπορεί, αρκεί;




Συμπερασματικά, η "ΜΑΝΑ" του Σταμάτη Πακάκη μας φέρνει ενώπιους ενωπίοις με μια σειρά από λιγότερο ή περισσότερο επώδυνες και προβληματικές καταστάσεις, που συναντώνται στην καθημερινότητα όλων μας, στο σπίτι μας ή στο διπλανό διαμέρισμα, στην οικογένεια του φίλου ή του εξαδέλφου. Οι χαρακτήρες είναι αντίστοιχα οικείοι, γνώριμοι. Στερεοτυπικοί χαρακτήρες, που αναπαράγονται και επιβιώνουν χρόνια, ρούχα, που μας στενεύουν, αλλά επιμένουμε να τα φοράμε, γιατί μας τα φόρεσαν και τα συνηθίσαμε, γιατί δεν έχουμε το θάρρος να τα πετάξουμε από πάνω μας, γιατί, όταν πια το νοιώθουμε ή το παραδεχόμαστε ότι μας πνίγουν, μπορεί νάναι αργά για ριζικές ενέργειες.
Γι' αυτό και θεατρικά κείμενα, όπως η "ΜΑΝΑ" μπορούν να αποδειχθούν ωφέλιμα, ψυχαγωγικά με την κυριολεκτική του όρου έννοια: μήπως, δηλαδή, και ξυπνήσουμε έγκαιρα από τον ύπνο, έτσι που μας πονηρεύει ο Ύπνος...
Γι' αυτό να πάτε ώς το FAUST μια Παρασκευή στις 9, το βράδυ!   

            


            
 
GreekBloggers.com