Σάββατο 3 Ιουλίου 2021

"DIG!" - Jazz from the guts


 Στον βαθμό που δεχόμαστε ότι η μουσική σύνθεση - κι ακόμα περισσότερο η μουσική εκτέλεση - είναι, πέραν όλων των άλλων, ένας διάλογος των μουσικών μεταξύ τους, ένας διάλογος των μουσικών τους οργάνων, αυτό ισχύει εμφανέστερα και καταφανέστερα για το μουσικό ιδίωμα της Jazz. 

Για τους λάτρεις του ιδιώματος, η Jazz είναι η πιο σημαντική νεώτερη μουσική έκφραση, η απόλυτη καλλιτεχνική συνεισφορά της Αμερικής στην σύγχρονη κουλτούρα. Σε ένα συμβολικότερο επίπεδο, όμως, η Jazz είναι σίγουρα η απελευθέρωση των μουσικών και της μουσικής, ο δημιουργικός αυτοσχεδιασμός επί σκηνής, η αποθέωση του δημοκρατικού καλλιτεχνικού διαλόγου.

Είτε ξεκινούν από μια πρωτότυπη σύνθεση είτε βαδίζουν πάνω στα χνάρια μιας μελωδίας, παλιάς ή νέας, γνωστής ή λιγότερο γνωστής, από το ίδιο ή από άλλο μουσικό ιδίωμα, αυτό, που πρωτίστως κάνουν οι δεξιοτέχνες της Jazz κάθε φορά που καταπιάνονται με μια δική τους εκτέλεση είναι να συνομιλήσουν μεταξύ τους. Και αυτό κάνουν ελεύθερα, χωρίς εγκλωβισμούς σε μανιέρες, χωρίς ξεπατικωσούρες , χωρίς ασφυκτικούς περιορισμούς στην έκφραση. 

Όσοι από μας ως γενιά προερχόμαστε από μια ιστορική της Ελληνικής μουσικής περίοδο, όπου ήταν σχεδόν σχήμα οξύμωρο κι αντίφαση εν τοις όροις ο όρος "Έλληνας τζαζίστας", δεν παύουμε να εκπλησσόμαστε και να αγαλλιάζουμε κάθε φορά που διαπιστώνουμε πως η Jazz έχει πια ριζώσει στην χώρα μας, πως βγαίνουν μπροστά συνεχώς  όλο και περισσότεροι νέοι δεξιοτέχνες, πως γεννιούνται και βρίσκουν ουσιαστική ανταπόκριση φρέσκα και σημαντικά  εγχειρήματα. 

Τέτοιο είναι και το "DIG!", τόλμημα δύο νέων μουσικών, του κιθαρίστα Dennis Pol - κατά κόσμον Διονύση Πολυγένη -  και του κοντραμπασίστα Κίμωνα Καρούτζου. Κατά το μεγαλύτερο μέρος, με μόνο τα δύο τους βασικά έγχορδα, προτείνουν 8 νέες αναγνώσεις ξένων συνθέσεων και από μία δική τους. Κι έχουμε έτσι στα χέρια μας μια τελικά τολμηρή μουσική έκφραση και μιαν άρτια παραγωγή, που δεν έχει τίποτε να ζηλέψει από άλλες πολυπρόσωπες ερμηνείες των standards και των λιγότερο standards. Το ζεύγος των μουσικών γνωρίζουν το υλικό τους, εμπιστεύονται το εκφραστικό τους μέσο και κυριαρχούν στο μουσικό αποτέλεσμα. 

Ο ήχος τους δικαιώνει τις προσεγγίσεις τους, δικαιώνει κι όσους τους παρακολουθούν. Τα όργανα διαλέγονται μεταξύ τους αβίαστα, ελεύθερα, ζωντανά. Όπως συμβαίνει σε κάθε γνήσιο και καλοπροαίρετο διάλογο, μέσα από ξεκάθαρα επιχειρήματα, αντικρούσεις, εντάσεις  ή υποχωρήσεις, μοιάζει σαν άλλοτε να επικρατεί η θέση του ενός κι άλλοτε η θέση του άλλου κι άλλοτε πάλι να συναντώνται σε κοινό έδαφος. Αφού, πρώτα, ψάχνουν και ψάχνονται, αφού ανησυχούν αεικίνητοι και εφευρετικοί, βρίσκουν νέα μονοπάτια για την μουσική, την μελωδία, την εκφραστικότητα.

Η εταιρεία, που στήριξε το εγχείρημα, η "Gut String Records" μπορεί, νομίζω, να αισθάνεται ήσυχη και δικαιωμένη. Ο δίσκος συνολικά αποτελεί αυθεντική Jazz, πεμπτουσία Jazz, από τα τρίσβαθα και τον πυρήνα της μουσικής ψυχής των δύο νέων. Jazz from the guts, κυριολεκτικά! Τίποτε λιγότερο και ίσως πολλά περισσότερα - για τα οποία κι ανυπομονούμε να τους δούμε live στο Jazzet Cafe , στο Χαϊδάρι, απόψε, 3 Ιουλίου, στις 9 το βράδυ - στην πρώτη, αν δεν κάνω λάθος, ζωντανή παρουσίαση του "DIG!" τους. 



                 

Τετάρτη 23 Ιουνίου 2021

"Ο ΡΑΦΤΑΚΟΣ ΤΩΝ ΛΕΞΕΩΝ" - στις φυλλωσιές της Καισαριανής


 "Ο ραφτάκος των λέξεων", ένα εμπνευσμένο παραμύθι του Αντώνη Παπαθεοδούλου, κάνει εδώ και καιρό θεατρική καριέρα ανά την Ελλάδα - και πολύ καλά κάνει!




Σε μιάν εποχή σχεδόν απόλυτης κυριαρχίας της "βιτρίνας" και της εικόνας, ο "ραφτάκος" επιχειρεί να περάσει στα παιδιά το μήνυμα ότι η ουσία δεν βρίσκεται στην επιφάνεια, στην ρηχότητα, στο πλασάρισμα του κενού για γεμάτο. Η αλήθεια κρύβεται στην ούγια των γνήσιων συναισθημάτων, στα λόγια εκείνα, που πηγάζουν από την καρδιά και ζεσταίνουν τους ανθρώπους, διαμορφώνουν χαρακτήρες, τρέφουν σχέσεις ζωής, σχέσεις αλληλεγγύης και υποστήριξης. Με τέτοια υφάσματα παλιοκαιρίσια κι ανθεκτικά, δροσερά στην κάψα του Καλοκαιριού, ζεστά στο κρύο του Χειμώνα, ράβει ο ραφτάκος του παραμυθιού, ώσπου τον βάζει στο περιθώριο η μόδα της pret-a-porter και ιλουστρασιόν ζωής. Ωστόσο, όπως και στην πραγματική ζωή το νοιώσαμε στο πετσί μας, έτσι και στο παραμύθι, αυτή η μόδα δεν είναι φτιαγμένη για να κρατάει πολύ, δεν αντέχουν τα "υφάσματά" της, ξεφτίζουν τα ρούχα της, ξηλώνονται στις ραφές, μπάζουν από παντού - και τότε δεν μπορεί παρά να σημάνει πάλι η ώρα του ραφτάκου, αν είναι να σωθεί η παρτίδα.




Η Θεατρική Ομάδα "ΜΙΚΡΟΣ ΝΟΤΟΣ" και τρεις νέοι άνθρωποι, ό Νίκος Αξιώτης, ο Δημήτρης Γιαννής και η Αγγελική Παναγιωτοπούλου περιοδεύουν τις μέρες αυτές, παρουσιάζοντας επί σκηνής την θεατρική διασκευή του παραμυθιού, μέσα από ένα στέρεο κείμενο, που η σκηνοθεσία του Γιώργου Τζαβάρα απογειώνει σε μια γοργή παράσταση, κατάλληλη για παιδιά μεν, αλλά πιθανότατα  εξ ίσου διδακτική για τους ενήλικους συνοδούς τους. 



Ιδιαίτερα ενδιαφέρον στοιχείο στην εκδοχή της παράστασης, που παρακολούθησα, ήταν το ότι δεν παρουσιάσθηκε σε θεατρική σκηνή, αλλά σε ένα μικρό "ξέφωτο" -   αυτοσχέδιο θεατράκι - πίσω από τον μαντρότοιχο της Μονής Καισαριανής. Χωρίς θεατρικούς φωτισμούς, χωρίς μικρόφωνα, κλιματισμούς και ηλεκτρικές εγκαταστάσεις, χωρίς καλώδια και κονσόλες, χωρίς σκηνικά. Ζωντανή μουσική, κυρίως από την κιθάρα του Δημήτρη Γιαννή, τραγούδι το ίδιο ζωντανό από το τρίο των εξαιρετικών ηθοποιών, φυσικό σκηνικό από τον πέτρινο τοίχο της Μονής, τα δέντρα και τις φυλλωσιές του δάσους της Καισαριανής, δροσιά από την ανάσα τους. Όλα φυσικά κι ατόφια εδώ. Φυσικό φως, φυσικές φωνές, φυσικό αεράκι. Όλα στο μέτρο του ανθρώπου!


Στις συνθήκες αυτές, οι ηθοποιοί πρέπει να σκάψουν βαθιά μέσα τους και να αξιοποιήσουν όλες τους τις δυνάμεις, όλα τους τα εκφραστικά μέσα και την σκευή, με την οποία προσέρχονται μπροστά στο δύσκολο παιδικό κοινό, που ενστικτωδώς, δίχως διαμεσολάβηση, ξεχωρίζει το ψεγάδι και του γυρνάει την πλάτη. 

Μετρημένος, όπως αρμόζει στον σοβαρό, παραδοσιακό τεχνίτη, που ξέρει τα πώς και τα γιατί της δουλειάς του, ο Νίκος Αξιώτης. Δύναμη εξισορροπητική, γέφυρα μεταξύ των καταστάσεων και των εξελίξεων. 






Μάστορας της εκφραστικής και καίριας γκριμάτσας ο Δημήτρης Γιαννής, εκτονώνεται και εκτονώνει με επιδεξιότητα και αποτελεσματικότητα. Υπογραμμίζει καταστάσεις διακριτικά, χωρίς να εκβιάζει το γέλιο των θεατών, χωρίς να επισκιάζει τους συνεργάτες του.





Φώτα ολόφωτα ολόκληρη, η Αγγελική Παναγιωτοπούλου. Λεπτεπίλεπτη παρουσία, με χαρακτηριστική άνεση εκφράσεων και αλλαγής διάθεσης μέσα σε κλάσματα δευτερολέπτου, πειστική στην εξωστρέφεια όσο και στην εσωστρέφεια, στην χαρά και στην θλίψη.





Αεικίνητοι όλοι στην διάρκεια των 70 λεπτών της παράστασης, χειρίζονται άνετα το κείμενο και, με μόνο σύμμαχο την έντονη χρωματική πανδαισία των κοστουμιών, που τα αλλάζουν αποτελεσματικά και με αξιοθαύμαστη ταχύτητα, καταφέρνουν να μας πείσουν, μικρούς και μεγάλους, πως μια φυσική εξιστόρηση σε φυσικό περιβάλλον δεν έχει ανάγκη ούτε από την τεχνολογία ούτε κι από άλλα φτιασίδια για να φτάσει στον αποδέκτη της - και να καρπίσει στην ώρα της!




Μπορεί, λοιπόν, να πήραμε, μπορεί να μην πήραμε κάποιου είδους μάθημα από την τελευταία δεκαετία απομυθοποίησης του lifestyle, αποδόμησης των παλιών τρόπων, "disillusionment". Αν, όμως, έχουμε παιδιά, πάμε μαζί τους στον "Ραφτάκο" του ΜΙΚΡΟΥ ΝΟΤΟΥ, για να σιγουρευτούμε πως τουλάχιστον τα παιδιά θα πάρουν το μάθημα κι ίσως να τα κάνουν όλα λίγο καλύτερα από μας!                                          





Τρίτη 18 Φεβρουαρίου 2020

"... ΚΑΙ ΜΕΤΑ ΕΡΩΤΕΥΤΗΚΑΝ" - προφανώς! Στο Θέατρο ΑΛΚΜΗΝΗ



Η μελαγχολία, που βαραίνει τα Κυριακάτικα βράδυα ούτε συστάσεις χρειάζεται ούτε επεξηγήσεις.  Διεξόδους χρειάζεται - όπως, ας πούμε, μια θεατρική πρόταση με γερές δόσεις Δαλιανίδειας αισθητικής και θεότρελλων καταστάσεων, a la 60s και 70s. Δόσεις, που μια νεανική παρέα προσάρμοσε ανερυθρίαστα στα δικά μας extra χύμα χρόνια. Και μας τις σερβίρει αφτιασίδωτες κάθε Κυριακή βράδυ στις 9, στο θέατρο Αλκμήνη.


Το "... Και μετά ερωτεύτηκαν" γράφτηκε και σκηνοθετήθηκε από τον Τόλη Παπαδημητρίου, με την συνδρομή του Μάνου τσότρα στο κείμενο. Όταν η Κέλλυ εγκαταλείπεται από τον Μάκη, πέφτει σε μαύρη απελπισία. Για να προλάβει τα οικογενειακά δράματα, πιέζει, με την βοήθεια και της παρέας της, τον απρόθυμο Φοίβο, έναν άνεργο ηθοποιό, να παραστήσει τον φίλο της μπροστά στην Κρίστη, την ερωτικά δραστήρια μητέρα της, που καταφθάνει για επίσκεψη με τον δικό της νεαρό εραστή Κόκο. Το ότι στο τέλος οι δύο διστακτικοί "ψευδο-εραστές" θα ερωτευθούν στ' αλήθεια ο ένας τον άλλο είναι το προφανές και αναμενόμενο. Το όχι και τόσο προφανές και αναμενόμενο, όμως, είναι το τι θα συμβεί στο πριν. Και σ' αυτό το πριν συμβαίνουν μύρια όσα, όλα φαντασμαγορικά, όλα χύμα!



Σε ένα πολύχρωμο κι ευφάνταστο σκηνικό, οι θεατές, σε διαρκή κατάσταση έκπληξης, με δυσκολία προλαβαίνουν να παρακολουθήσουν τις συνεχείς ανατροπές της πλοκής και τους 7 χαρακτήρες, που, μέσα από αυτές τις ανατροπές χτίζονται όλο και πιο ξεκαρδιστικά, αποκαλύπτονται μεταφορικά. Κάποιοι αποκαλύπτονται και κυριολεκτικά - με μέτρο, βέβαια, αλλά μέχρι δακρύων απολαυστικά.
Η γραμμή του Τόλη Παπαδημητρίου ως σκηνοθέτη ακολουθεί εύλογα το πνεύμα του ίδιου ως συγγραφέα. Επιβάλλει γοργούς ρυθμούς και αξιοποιεί την αίσθηση του timing των ηθοποιών, προκειμένου να βρει τον στόχο του και να λειτουργήσει θεατρικά ο καταιγισμός από ατάκες, που δεν παύουν να εκτοξεύουν οι χαρακτήρες. Την καίρια εκφορά του λόγου συμπληρώνει το "σωματικό θέατρο", που έχει αποσπάσει ο Παπαδημητρίου από τους ηθοποιούς του. Πλούσια γλώσσα σώματος και κινησιολογία επί σκηνής προσθέτουν την δική τους νότα στους ρυθμούς της παράστασης, στο ανάγλυφο των χαρακτήρων και στο συνολικό κωμικό αποτέλεσμα. 
Θα σταθώ, ωστόσο, σε ακόμη δυό-τρία χαρακτηριστικά στοιχεία του ανεβάσματος: στα σύντομα εμβόλιμα χορευτικά στιγμιότυπα, που, πέρα από το κωμικό τους στοιχείο, δίνουν, με ευρηματικό τρόπο, στον προσεκτικό θεατή περισσότερα στοιχεία για τους χαρακτήρες, στην εξ ίσου χορευτική αλλαγή των σκηνικών ανάμεσα στα επί μέρους επεισόδια, στα έντονα χρώματα και στους συνδυασμούς χρωμάτων των ενδυμασιών, που παραπέμπουν σε περασμένες δεκαετίες χίπικης ανεμελιάς, αλλά, ταυτόχρονα, λειτουργούν και ως χαρακτηρολογικά στοιχεία των ρόλων. Και, τέλος, στα freeze frames, τα tableauχ vivants, που έρχονται σε καίρια σημεία, υπογραμμίζοντας κι αυτά με την σειρά τους τις εκλεκτικές συγγένειες με μερικά από τα πιο κλασικά μιούζικαλ του Δαλιανίδη. 



Από άποψη υποκριτικής, όλοι οι ηθοποιοί ανταποκρίνονται στην σκηνοθετική γραμμή επάξια.
Ο Γιάννης Βασιλώττος ανταποκρίνεται πλήρως στην προσωπικότητα του Φοίβου. Σε αντιστοιχία με τον χαρακτήρα, παραμένει ο μόνος ντυμένος με  ρούχα, που δεν φωνάζουν, σε γήινα και σκούρα χρώματα. Ο Βασιλώττος εκφράζει πειστικά και αποτελεσματικά τον άτολμο, διστακτικό, αμήχανο, νεαρό, που βρίσκεται ξαφνικά στο επίκεντρο καταστάσεων, που τον ξεπερνούν. Συγκρατημένος, έκπληκτος,  έξω από τα νερά του, σταδιακά εξελίσσεται, χαλαρώνει, παραδίδεται στον παραλογισμό των δρώμενων και της παρέας, αφήνεται στην ωρίμανση των αισθημάτων του για την Κέλλυ, κι ας μην τα περίμενε.
Ο Γιάννης Σέπε, απολαυστικός στον αβανταδόρικο ρόλο του ερωτύλου και πάντα "ετοιμοπόλεμου" Κόκο, διατρέχει έξοχα με όλο του το είναι και, κυρίως, με το σωματικό του θέατρο, την πλήρη γκάμα του πρόθυμου και εύκολου εραστή, του (παρ)ορμητικού, polyamorous και δίχως ενδοιασμούς αρσενικού. Ό,τι και να κάνει στο μέλλον ο Σέπε, ο θεατής θα τον θυμάται για πολύ καιρό στον graphic ρόλο του Κόκο!
Ο Σπύρος Κατσιάνος ενσαρκώνει χωρίς περιττές και κουραστικές ακρότητες, αλλά πάντα με το δέον νάζι, τον ρόλο του ροζουλί gay Σίμωνα, που, μέχρι να γίνει ο σταρ των ονείρων του, σκηνοθετεί τον περίγυρο, ανακατεύεται σε όλα, είτε πρέπει είτε δεν πρέπει, έχει πάντα μια λύση για κάθε πρόβλημα ή και το αντίστροφο.
Σε έναν ρόλο, που μας επιφυλάσσει την τελευταία, απροσδόκητη και πιο γουστόζικη  ανατροπή της πλοκής, εμφανίζεται ο Ρήγας Σκεπετάρης, που αφήνει για λίγο στην άκρη την ανοδική μουσική του πορεία και εκπλήσσει με την προσαρμογή του και την ερμηνευτική του απόδοση στο σανίδι του θεάτρου. Ευκίνητος, άνετος και χαλαρός, ξεχωρίζει σε έναν κόντρα ρόλο - για όσους έχουν παρακολουθήσει την καλλιτεχνική του πορεία και προσωπικότητα. 



Η Ελένη Μαστρολέοντος (a.k.a. Ελένη Μαστρολέων) ζωντανεύει με χάρη τον ρόλο της αρχικά καταθλιπτικής κι απελπισμένης Κέλλυ, που όσο πιο πολύ εκπλήσσεται από τα καμώματα της ασυμμάζευτης μάνας της ή τις εκκεντρικότητες του ρηξικέλευθου Σίμωνα τόσο πιο πολύ προσαρμόζεται και κάνει παιχνίδι - μέχρι που έρχεται η ώρα της αλήθειας, σε σχέση με τα αισθήματά της για τον Φοίβο. Τότε ξαναβρίσκει τον μαζεμένο εαυτό της. Κάτι στο οποίο οι δύο νεαροί ερωτευμένοι ταιριάζουν έτσι κι αλλιώς!   
Η Γραμματική Γκόρου ξεχειλίζει από ασυγκράτητο ερωτισμό στον ρόλο της juicy μάνας. Είναι αυτούσια η μάνα, που όλοι ή, τέλος πάντων, οι πιο προχωρημένοι, θα θέλαμε σίγουρα!  Έχει το παρουσιαστικό και την κορμοστασιά για τον χαρακτήρα, τα ατέλειωτα πόδια, αλλά και την χάρη των μελετημένα προκλητικών κινήσεων, που ξεσηκώνουν τα αρσενικά γύρω της.
Απαραίτητη και κινητήρια δύναμη όλης αυτής της μηχανής, μαζί με τον πληθωρικό Σίμωνα, η Κυρά-Τούλα, η οικιακή βοηθός της Κέλλυ, σβούρα κι ανακατωσούρα, με μπρίο και επιλεγμένα στοιχεία από την σταθερή κινηματογραφική περσόνα της αιώνιας υπηρέτριας του Ελληνικού κινηματογράφου, Δέσποινας Στυλιανοπούλου, αλλά πολύ πιο τολμηρή και οπωσδήποτε ερωτική. Σώζει καταστάσεις και το γλεντάει. Ακόμα και στο βασίλειο της κουζίνας της. Εξαιρετική στον ρόλο η Ελένη Βρακά, αποδεικνύεται αβίαστα και της κουζίνας και του σαλονιού!     
Συμπερασματικά, το "... Και μετά ερωτεύτηκαν" ξεκινάει από τα βασικά στοιχεία μιας απλής ερωτικής ιστορίας, μιας βασικής ίντριγκας. Ο Παπαδημητρίου, όμως, ξέρει να τα περάσει συγγραφικά και σκηνοθετικά από μια ξέφρενη προσέγγιση, γλεντζέδικη, παρεΐστικη, αλλά με ειρμό και με συνοχή. Με ήρωες, που κλείνουν ακατάπαυστα το μάτι στους θεατές. Ο Παπαδημητρίου ξεσηκώνει δημιουργικά κάποια στοιχεία από την ποπ κουλτούρα και την χρυσή περίοδο του Ελληνικού μιούζικαλ, στήνει ένα πολύχρωμο γαϊτανάκι κωμικών χαρακτήρων και καταστάσεων, εγγυάται ένα ευχάριστο δίωρο. Που αλλάζει ακόμη και το πιο μελαγχολικό Κυριακάτικο βράδυ!


Και στα δικά μας!
                           

Τετάρτη 12 Φεβρουαρίου 2020

Η ΣΟΝΑΤΑ ΤΟΥ ΣΕΛΗΝΟΦΩΤΟΣ - στο FAUST

"Άφησέ με νάρθω μαζί σου..."
Η πιο γνωστή φράση της "Σονάτας του σεληνόφωτος", μια σπαρακτική επωδός, που επανέρχεται σε διάφορα σημεία του δημοφιλέστερου και πιο οικείου  ποιητικού μονόλογου του Γιάννη Ρίτσου. Μια επωδός που όσο πάει να αποφορτίσει τον δραματικό λόγο της Γυναίκας με τα μαύρα, άλλο τόσο  στοιχειώνει όλους εμάς, καθώς βουλιάζουμε λέξη - λέξη, στίχο - στίχο, στην ανυπόφορη, μισοσκότεινη, καθημερινότητά της.
Η "Σονάτα του σεληνόφωτος" - Κρατικό Βραβείο Ποίησης 1956 - αποτελεί μέρος της Συλλογής "ΤΕΤΑΡΤΗ ΔΙΑΣΤΑΣΗ" και είναι ένα από τα εμβληματικότερα ποιήματα του Ρίτσου και της Νεοελληνικής ποίησης γενικότερα. Τα "υποδόρια" θεατρικά της στοιχεία και ο ρέων λόγος του ποιητή, αυτή τούτη η τολμηρή σύλληψη της συνεύρεσης δύο διαμετρικά αντίθετων προσώπων σε ένα κλειστοφοβικό περιβάλλον, συνετέλεσαν ώστε ο μονόλογος να υπερβεί τα όρια της ποίησης και να γίνει με την πάροδο του χρόνου έργο ρεπερτορίου και αναφοράς, στο οποίο έχουν δοκιμασθεί ηθοποιοί, σκηνοθέτες και συνθέτες. Με διαφορετικές αναγνώσεις, διαφορετικές ερμηνείες και διαφορετικές προσεγγίσεις κάθε φορά, αλλά με την παράξενη γοητεία του πρωτότυπου κειμένου να παραμένει πάντα σταθερή παράμετρος.


 
Η πιο πρόσφατη προσέγγιση του έργου ανεβαίνει αυτές τις μέρες στο FAUST της οδού Αθηναΐδος από τον Σταμάτη Πακάκη, με την Μαρία Τζανουκάκη στον ρόλο της Γυναίκας με τα μαύρα και τον Τάσο Χρυσόπουλο στον  ρόλο του Νέου. Ο Πακάκης ευθύς εξ αρχής ξεκαθαρίζει ότι καταθέτει μια νέα πρόταση, μιαν ανάγνωση του ποιήματος, που αξιοποιεί τα θεατρικά του στοιχεία και δημιουργεί σκηνική δράση, χωρίς, ωστόσο, να παρέμβει ούτε κατ' ελάχιστον στο πρωτότυπο.
Εκκινεί, φυσικά, από την θέση του αναγνώστη. Δεν ταυτίζεται με κανένα από τα δύο πρόσωπα του έργου. Ούτε με την Γυναίκα ούτε με τον Νέο. Παρακολουθεί την εξέλιξη ως τρίτος. Εξακριβώνει τις πληροφορίες του ποιητή για τον κύριο χαρακτήρα, αλλά διερωτάται για τον Νέο. Ποιός είναι, τι είναι, από πού έρχεται, ποιά τα κίνητρά του. Και, κυρίως, τι κάνει όσο η Γυναίκα μιλάει. Από το σημείο αυτό δίνει την θέση του στον σκηνοθέτη Πακάκη. Κι αρχίζει να ψάχνει, να βρίσκει, να χτίζει τον χαρακτήρα του "αδικημένου" ως σήμερα Νέου, ο οποίος, εκτός από βουβός, όπως τον θέλει ο ποιητής, παραμένει κατά κανόνα στις παραστάσεις είτε ανύπαρκτος είτε αόρατος είτε, στην καλύτερη περίπτωση, διακοσμητικός και αμήχανος. Κι αυτό είναι κάτι, που δεν είναι βέβαιο ότι το ήθελε ο  Ρίτσος.




Νεώτερες μαρτυρίες και τεκμήρια στα κατάλοιπα του ποιητή υποδεικνύουν ότι ο Ρίτσος εμπνεύσθηκε την Γυναίκα με τα μαύρα, ακόμη και το σκηνικό της "Σονάτας" από την Ζωή Καρέλλη, αδελφή του Νίκου Γαβριήλ Πεντζίκη, και ποιήτρια όντως "θρησκευτικής πνοής" της Σχολής διανοουμένων της Θεσσαλονίκης.



Η Γυναίκα με τα μαύρα της "Σονάτας" είναι ποιήτρια, προχωρημένης ηλικίας, θρήσκα, στερημένη, μόνη, ανέραστη, απεγνωσμένη. Φεύγει, έχει κιόλας φύγει, η ζωή της, θολώνουν οι αναμνήσεις, κιτρινίζουν οι φωτογραφίες, καταρρέει το σπίτι της, διαλύονται, αν ποτέ υπήρχαν, οι παλιές βεβαιότητες, ξεκαρφώνονται  οι παλιές σταθερές. Δεν έχει πια χρόνο για καινούριες. Μέσα από την περιγραφή του Ρίτσου και τα λόγια, που βάζει στο στόμα της, αυτά περίπου είναι τα δομικά στοιχεία του χαρακτήρα της Γυναίκας, που απέδωσε με συγκαλυμμένο  ερωτισμό η Μελίνα Μερκούρη, με μιαν ορισμένη αυτοπεποίθηση η Νόνικα Γαληνέα, με κάποιαν αυταρέσκεια η Κατερίνα Διδασκάλου.




Για τον Νέο οι άμεσες πληροφορίες, που δίνει ο Ρίτσος, είναι λιγότερες. Και μάλλον υπαινικτικές. Υπάρχει στην πραγματικότητα ή είναι πλάσμα της φαντασίας της; Ένας φανταστικός φίλος, εφευρημένος για να κυλάνε πιο απαλά κάτι δύσκολα βράδυα; Δεν φαίνεται νάχει ιδιαίτερη σημασία, στον βαθμό που ο Νέος είναι, τέλος πάντων, αφορμή κι αιτία για τον λόγο της Γυναίκας. Εμείς έτσι κι αλλιώς τον κάνουμε εικόνα στην ακμή του. Ανήκει στην εργατική τάξη, που, έστω κι ανομολόγητα, ασκεί σχεδόν πάντα κάποιου είδους γοητεία στην αστική τάξη και πιο πολύ στην παρακμασμένη αστική τάξη. Είναι ασφαλώς ωραίος, ρωμαλέος, αποπνέει αυτοπεποίθηση κι εκείνη την ιδιαίτερη, την κάποτε ωραία, αυθάδεια της νεότητας, της ανωριμότητας. Δεν χαριεντίζεται, δεν λικνίζεται πέρα δώθε. Διανύει την ηλικιακή περίοδο των προσδοκιών. Με το ένστικτο πλάθει όνειρα, με τα μπράτσα του χτίζει το μέλλον. Ο Νέος έχει μέλλον την ώρα που, στον αντίποδα, η Γυναίκα παρά μόνο παρελθόν. Κι αυτό χτισμένο με ματαιώσεις, με διαψεύσεις, με αποτυχίες απ' αυτές, που ονομάζουμε σοφία, πικρή σοφία, της ζωής.




Δύο κόσμοι απέναντι. Δυό άνθρωποι αντίκρυ. Ψάχνουν τα πατήματά τους. Η Γυναίκα με οδηγό την βεβαιότητα της φθοράς, ο Νέος με οδηγό την ψευδαίσθηση της αφθαρσίας.



Η πρώτη πρόκληση, στην οποία ανταπεξέρχεται ο Πακάκης, είναι η συμπλήρωση, το χτίσιμο, του χαρακτήρα του Νέου. Η επικέντρωση στον Νέο γίνεται για πρώτη φορά στην ιστορία των ανεβασμάτων της "Σονάτας". Στον βουβό Νέο, που πολλοί - όλοι! - έχουν αδίκως παραβλέψει και προσπεράσει, ο σκηνοθέτης διαβλέπει μια προσωπικότητα με την δική της δυναμική, έναν θεατρικό παράγοντα με την δική του θέση στην σκηνή, στην πλοκή. Όχι, δεν μιλάει, αφού έτσι τον θέλει ο ποιητής. Αλλά υπάρχει! Υπάρχει ανάμεσα στις λέξεις και στις φράσεις, γεμίζει με τα βλέμματα του  και τις χειρονομίες του τα μικρά κενά μεταξύ των "στροφών" του ποιήματος. Προκαλεί τον λόγο, γεννά αισθήματα κι αισθήσεις, ωθεί την δράση. Και την αντίδραση!
Υπολανθάνει μεταξύ της Γυναίκας και του Νέου ένας ερωτισμός; Ώς ένα βαθμό οπωσδήποτε... Κι αυτό τους ενώνει ή τους χωρίζει;  Ερωτηματικό! Αλλά ο Πακάκης δεν στέκεται εκεί, δεν περιορίζει σ' αυτό το πεδίο την ανάπτυξη των χαρακτήρων του Ρίτσου, αφού ούτε κι ο ποιητής δεν μένει αποκλειστικά εκεί. Αντίθετα, στήνοντας σταδιακά την περσόνα του Νέου, ανοίγει το πεδίο όλο και πιο πολύ, με κάθε επί μέρους στροφή του ποιήματος που την ανάγει σκηνικό επεισόδιο. Κι έτσι κάνει τότε αυθεντικό κι αποτελεσματικό θέατρο πάνω στην δυναμική δύο τροχιών που, αντί νάναι παράλληλες κι ασύμπτωτες,  αυτές διασταυρώνονται. Και σπιθίζουν!
Στο σημείο αυτό εντοπίζεται η δεύτερη και μάλλον κύρια πρόκληση, στην οποία ανταπεξέρχεται επιτυχώς η σκηνοθεσία. Ανεξάρτητα από την διαχρονική γοητεία και αξία της "Σονάτας", κάθε νέο ανέβασμα πρέπει νάχει λόγο και αιτία, κάθε νέα πρόταση πρέπει να έχει κάτι καινούριο να συνεισφέρει ή να αναδείξει. Ο σκηνοθέτης αντιλαμβάνεται ότι τον πυρήνα της "Σονάτας" διατρέχουν σε διαρκή αντίστιξη κρίσιμα αντιθετικά σχήματα, αλληλοσυγκρουόμενοι δυϊσμοί, αλληλεπιδρώντα δίπολα: φως-σκοτάδι, άσπρο-μαύρο, φθορά-αφθαρσία, ζωή-θάνατος, νιάτα-γηρατειά, μοναξιά-συντροφικότητα, ερωτισμός-παρθενία, εργατική τάξη-αστική τάξη, άνδρας-γυναίκα, πόθος-καταστολή, ελευθερία-υποτέλεια. Μέσα από αυτά τα αιώνια δίπολα και τους συμβολισμούς τους, την τριβή τους, τις συγκρούσεις τους, τις αλληλεπιδράσεις τους, ο Ρίτσος περνάει μηνύματα και προτάγματα, που θεωρούσε μείζονα και κεντρικά για το άτομο, την κοινωνία, την τέχνη. Κι αν ο Πακάκης, με την νεωτερική του πρόταση, έρχεται και τα αναδεικνύει ανάγλυφα, είναι επειδή, 60 χρόνια μετά, παραμένουν μείζονα και κεντρικά! 

Η παράσταση στο Faust, όμως, δεν ευτύχησε μόνον στην στόχευση, αλλά και  στην διανομή. Σημαντικό είναι πως αντλήθηκαν στοιχεία απ' ευθείας από τις "σκηνικές οδηγίες" του Ρίτσου, για να βρεθούν τα πρόσωπα με το κατάλληλο physique, με ερμηνευτικό βάθος, με δυνατότητες να διδαχθούν και να αφομοιώσουν την ακριβή γλώσσα του σώματος, για την ολοκλήρωση του ποιητικού λόγου επί σκηνής, σύμφωνα με το όραμα του σκηνοθέτη.

Η Μαρία Τζανουκάκη, ευάλωτη, τρωτή, μελαγχολική, είναι το πρόσωπο της ήττας σε μια μάχη, που δεν δόθηκε ποτέ, η εικόνα του πόνου για επιλογές, που δεν έγιναν, για μια ζωή, που δεν βιώθηκε, που ξέφτισε από την αχρησία, όχι από κατάχρηση. Μαύρα ρούχα, σκιές ολόγυρα, σκιές μέσα της. Και μια καρδιά, που δεν ασπρίζει! Κουρασμένη πια, κάθεται πάντα "στα γόνατα τα Θεού", αντί στα γόνατα του Νέου, η Γυναίκα με τα μαύρα. Ηθελημένα ματαιωμένη, συνειδητά διαψευσμένη,  ευγνώμων για το τίποτε, με το οποίο πορεύθηκε και στο οποίο κατέληξε. Σαν μια αρκούδα, που δεν της έμεινε παρά ο αρκουδιάρης, για να γαντζωθεί πάνω του.                             


Ο Τάσος Χρυσόπουλος, με μια κατ' εξοχήν σωματική ερμηνεία, μια πλούσια γλώσσα σώματος, είναι η ίδια η ζωή. Στίβει την πέτρα, πατάει εδώ και τρίζει η γη ώς πέρα, χτυπάει παλαμάκια και χορεύει το σύμπαν. Μπορεί και πιάνει την ζωή απ' τα μαλλιά, μπορεί και παίζει τις γυναίκες, όλων των ηλικιών τις γυναίκες. Περιποιητικός κι αβρός την μια στιγμή, συγκρουσιακός, βίαιος, την άλλη. Χειριστικός. Ξέρει απ' αυτά ο Νέος.




 Σε ένα διακειμενικό κλείσιμο του ματιού, ο Νέος σβήνει ένα-ένα, τα κατά Καβάφη κεριά. Το κάνει τελετουργικά, σχεδόν ηδονικά. Είναι στην ηλικία, που σβήνει ακόμα τα κεριά των άλλων, όχι τα δικά του, όχι δα! Και φεύγει, ξέρει να φεύγει, φεύγει έγκαιρα, πριν σβήσει το τελευταίο... 


"Άφησέ με νάρθω μαζί σου..."
Ο Νέος δεν θα την αφήσει. Δεν θα την ενθαρρύνει ούτε θα την παροτρύνει να πάει μαζί του.
Αλλά κι εκείνη, η Γυναίκα με τα μαύρα, δεν θα το τολμήσει. Πάλι δεν θα το τολμήσει. Ούτε αυτό ούτε κι ο,τιδήποτε άλλο...  Όπως πάντα!


Η παράσταση "Η Σονάτα του σεληνόφωτος", σε σκηνοθεσία Σταμάτη Πακάκη, κάνει πρεμιέρα την Παρασκευή 14 Φεβρουαρίου στο FAUST, στις 9 το βράδυ. 



 
GreekBloggers.com