Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ψυχαγωγία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ψυχαγωγία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 3 Ιουνίου 2010

Το Γκάζι αλλιώς





Όσοι γεννηθήκαμε και μεγαλώσαμε στο κέντρο της πρωτεύουσας, λίγο πριν ή λίγο μετά το ’60, προλάβαμε μιαν Αθήνα, που την θυμόμαστε με μείγμα συναισθημάτων: λίγη νοσταλγία και μελαγχολία γι’ αυτό, που ήταν, λίγος θυμός γι’ αυτό, που έγινε, λίγο πείσμα για το τι μπορεί να ξαναγίνει.


Φίλοι νεώτεροι από μένα ή άλλοι, που ήρθαν να εγκατασταθούν στην Αθήνα πιο πρόσφατα, δυσκολεύονται να φαντασθούν ότι το πατρικό μου σπίτι μπορεί να ήταν ακριβώς πάνω στην Ακαδημίας.
Κι όμως εκεί μέναμε μόνιμα εμείς, όπως και πολλοί άλλοι ακόμα. Και τα παιδιά μαζευόμασταν στα πεζοδρόμια, στις λιγοστές πλατείες ή στα παρκάκια, για να παίξουμε κυνηγητό, κρυφτό, ακόμη και μπιζ ή μακριά γαϊδούρα! Και το καλοκαίρι κοιμόμασταν μικροί μεγάλοι στρωματσάδα στα μπαλκόνια για δροσιά, μέχρι που μας ξυπνούσαν οι πρώτοι θόρυβοι της πόλης, ο κόσμος, που πήγαινε στην δουλειά του με λεωφορεία και με ταξί πειρατικά.

Ήταν, βέβαια, τότε το κέντρο της Αθήνας ένα άλλο κέντρο, αλλά η σπουδαία διαφορά με το σήμερα δεν είναι τόσο η κίνηση κι ο θόρυβος, που ανάγκασαν τους περισσότερους να μετακινηθούν στα προάστεια από το ‘70 και μετά. Η κυρίως διαφορά είναι ότι το κέντρο τότε δεν ήταν μόνο κόμβος διερχομένων για δουλειές ή πόλος νυχτερινής διασκέδασης, αλλά κατοικείτο κανονικά. Κι αυτό από μόνο του το έκανε ανθρώπινο, ελκυστικό - ακόμα κι ασφαλές - κάθε ώρα της ημέρας και της νύχτας!

Από το κυρίως κέντρο της πόλης σήμερα κατοικείται ουσιαστικά μονάχα το Κολωνάκι και η Πλάκα, χωρίς, πάντως, να δίνουν την αίσθηση περιοχής κατοικιών, με την παραδοσιακή έννοια: οικεία πρόσωπα γειτόνων στον δρόμο, άνθρωποι, που με σακούλες από ψώνια στα χέρια κοντοστέκονται στην άκρη του πεζοδρομίου, να πουν μια καλημέρα ή να μοιρασθούν μιαν είδηση, ένα κουτσομπολιό, παιδιά, που παίζουν, που χαζολογάνε, που κοιτάζουν με περιέργεια περαστικούς και αυτοκίνητα.

Ωστόσο, υπάρχει μια ακόμη γειτονιά του κέντρου, που κατοικείται και διατηρεί τέτοια χαρακτηριστικά: το Γκάζι, που το ανακαλύψαμε όλοι πιο πρόσφατα.
Παλιότερα, σπάνια κατεβαίναμε κάτω από την Ομόνοια. Το Γκαζοχώρι ήταν άλλος κόσμος, με το εργοστάσιο του φυσικού αερίου και τις υπόλοιπες βιομηχανικές εγκαταστάσεις χαμηλότερα, στην Πειραιώς, τις βιοτεχνίες και τα συνεργεία, τα τραίνα με τις ράγες και τις ισόπεδες διαβάσεις τους, τις τραχειές φυσιογνωμίες στα στενά δρομάκια… αλλά και κάτι ακόμα: τα χαμηλά κτίσματα και τις αυλές με τα πολλά δωμάτια γύρω-γύρω, τα σπιτάκια με τις κληματαριές, τις καγκελόπορτες και τους ασβεστωμένους τοίχους, τις νερατζιές στα πεζοδρόμια.









Το σχεδόν παράξενο είναι πως όλα αυτά υπάρχουν ακόμη, πως επιβιώνουν ακόμα και τώρα που το Γκάζι μετατράπηκε σε κέντρο νυχτερινής ζωής. Το Κολωνάκι εν πολλοίς ξεπεράστηκε, η Πλάκα αποστειρώθηκε, του Ψυρρή κορέσθηκε, η Καρύτση το βράδυ είναι σαν μια μικρή όαση στην μέση μιας ακίνητης και σκοτεινής ερήμου από έρημα πεζοδρόμια και κλειστά μαγαζιά. Και στο μεταξύ, η Αττική όλη κατηφορίζει τώρα κάθε μέρα - πρωί, μεσημέρι, βράδυ - προς το Γκάζι, για να πιει, να φάει, να δει σινεμά, να δει εκθέσεις σε Μουσεία και γκαλερί.













Κι όλα αυτά ανάμεσα στα ίδια παλιά σπιτάκια, δίπλα σε μιαν αυλή, όπως αυτές, που βλέπουμε στις ταινίες του Φίνου... κάτω από μια φουντωτή νερατζιά ή με φόντο μια σιδερένια στριφτή σκάλα, που κάποτε οδηγούσε στον πάνω όροφο ή στην ταράτσα, και τώρα οδηγεί στο πουθενά ή στον  ουρανό, ανάλογα με το πώς το ερμηνεύει κανείς, με το πόσοι και ποιοί πίνακες του Σπύρου Βασιλείου έχουν αποτυπωθεί μέσα του...  πλάι σε μιαν ΕΒΓΑ ή σ’ ένα μαγαζάκι, που πουλάει απ’ όλα, σ’ ένα τραπέζι, που τόχει βγάλει έξω μια οικογένεια για να κάτσει όλη μαζί να φάει στην δροσιά.











Όλα αυτά είναι μέρος αναπόσπαστο της επιτυχίας του Γκαζιού, γιατί το κάνουν οικείο, το κάνουν κομμάτι της προσωπικής μας ιστορίας και διαδρομής σ’ αυτήν την πόλη, όπως κάνουν και την νυχτερινή μας διασκέδαση μέρος μιας ζωής πραγματικής, χειροπιαστής.

Ό,τι ώρα και να κατεβείτε στο Γκάζι, την επόμενη φορά, για να πάτε στον Κεραμεικό ή στο Μουσείο Μπενάκη, σ' ένα bar ή σ’ ένα εστιατόριο, στο "Dirty Ginger", το "Mamaca's", το "Canteen", τα "Πρόσωπα", το "Gazi College"







κοιτάξτε λίγο πιο προσεκτικά γύρω σας.
Δήτε την ζωή, την πραγματική ζωή, δίπλα στο τραπέζι σας, κοντά σας, δυό βήματα από εκεί, όπου διασκεδάζετε...
Δήτε τις μεγάλες και τις μικρές αλήθειες, πούναι γραμμένες στους τοίχους ολόγυρα, σαν να απευθύνονται προσωπικά σε σας και να σας βγάζουν περιπαικτικά την γλώσσα:



















Παρατηρήστε όλον αυτό τον κόσμο τον μικρό και μέγα γύρω σας, νοιώστε τον να διεισδύει μέσα σας, πώς γίνεται κομμάτι σας ή πώς γίνεσθε εσείς κομμάτι του ... και θα καταλάβετε… μπορεί να καταλάβετε γιατί το Γκάζι  μπορεί και είναι διασκέδαση αλλιώς...






Σημείωση: Μια πρώτη μορφή αυτού του κειμένου, με λίγο από το φωτογραφικό υλικό, γράφτηκε για το έντυπο "Dirty Ginger Free Press" της Executive Chef και ψυχής του "Dirty Ginger Bar Restaurant", της πολύ καλής φίλης, Έφης Γιαλούση,  που διανέμεται και κυκλοφορεί στην Πλατεία του Σταθμού Metro του Κεραμεικού.  

Κυριακή 16 Μαΐου 2010

Μια βραδυά με τον Μάνο Χατζιδάκι


Ξέρεις πως μια μουσική βραδυά πήγε καλά, όταν, τελειώνοντας, έχεις την αίσθηση ή και την παράξενη βεβαιότητα ακόμα πως όχι, δεν βγήκες έξω, αλλά βρισκόσουν απλώς με την παρέα σου, με τους δικούς ανθρώπους και φίλους σ' ένα σπίτι και κάποια στιγμή, αυθόρμητα και δίχως πρόγραμμα, πιάσατε το τραγούδι όλοι μαζί...


Κάπως έτσι κύλησε η χθεσινή βραδυά στο "8 ΔΥΤΙΚΑ", μια βραδυά για τον Μάνο Χατζιδάκι, όπως έλεγε η αφίσα - αλλά νομίζω πως δεν ήταν ακριβώς έτσι. Ήταν μάλλον μια βραδυά ΜΕ τον Μάνο Χατζιδάκι, χαρισμένη σε μας όλους, που ήμασταν εκεί, από τον ίδιο τον εσαεί παρόντα Χατζιδάκι και με διάμεσους τους καλούς φίλους μουσικούς - την Μαρία Δελή στο μπαγιάν (που εγώ για ακορντεόν το βλέπω, αλλά, δεν μπορεί, θάχει κάποια διαφορά!!!), τον άνθρωπο-ορχήστρα Δημήτρη Μακρή σε πολλά και διάφορα όργανα και στην ενορχήστρωση, τον συνθέτη Γιάννη Αναστασόπουλο στο πιάνο - και τους ηθοποιούς-ερμηνευτές, Ποθητή Σταυρινούδη, Άννα-Έλενα και Κωνσταντίνο Φάμη.







"Ηθοποιός σημαίνει φως", σύμφωνα με την κλασική παρλάτα, αλλά πριν κι απ' αυτό ηθοποιός στην κυριολεξία σημαίνει ποιητής ήθους και το χθες επί σκηνής, μπροστά στα μάτια μας, ποιούμενο ήθος ήταν έκδηλο στον τρόπο, με τον οποίο προσεγγίσθηκαν και ερμηνεύθηκαν τα τραγούδια του Χατζιδάκι από όλες τις διαφορετικές εποχές της δημιουργίας του. Σεβασμός και συγκίνηση ήταν τα κύρια χαρακτηριστικά του τρόπου αυτού, που διαπερνούσε τόσο το παίξιμο των τριών μουσικών όσο και τις φωνές, την σκηνική στάση των ηθοποιών-ερμηνευτών - κυρίως, όμως, εκείνη την άλλη γλώσσα τους, την γλώσσα, που είναι πάντα ειλικρινής, γιατί δυσκολεύεται, γιατί αδυνατεί να πει ψέματα, την γλώσσα του σώματος...





Κεντρικός και κύριος άξονας των τραγουδιών του Χατζιδάκι είναι ο άνθρωπος μ' όλο του τον συναισθηματικό κόσμο, ειδικά ο άνθρωπος εκείνος, που σ' όλες του τις συναισθηματικές εκφάνσεις, εκφράζεται χαμηλόφωνα, ψιθυριστά, όπως μιλάει στον εαυτό του, μονάχος το βράδυ, ή όπως σιγομουρμουρίζει στον καλύτερο και πιο έμπιστό τοιυ φίλο, ώστε τρίτος να μη πάρει είδηση το τι λέει και το τι περνάει... Τα γνήσια απολύτως προσωπικά συναισθήματα, άλλωστε, μονάχα σε χαμηλούς τόνους εκφέρονται και γι' αυτό ταιριάζουν τόσο οι μουσικές του Χατζιδάκι στους μυστικούς έρωτες, που κρύβονται στον Υμηττό, στα παληκάρια-κυπαρίσια, που ξενιτεύτηκαν κι άφησαν πίσω άδειες αγκαλιές, στην αθανασία, που, όσο πιο πολύ την αποζητούμε τόσο πιο πολύ μας ξεφεύγει, στις άδολες αγάπες, που μόναχα στ' όνειρό μας τις φιλούμε.





Με πολύ λίγα λόγια, έξι νέοι άνθρωποι χθες ανέβηκαν σ' ενα χαμηλό πάλκο και μιλήσανε για τα προσωπικά τους σ' όλους όσοι ήμασταν εκεί, μας έδειξαν εμπιστοσύνη και μας μεταφέρανε δικά τους ακριβά, συναισθηματικά βιώματα, σαν αυτά, που όλοι έχουμε...

Αλλά χρησιμοποίησαν γι' αυτό την μουσική και τα τραγούδια του Μάνου Χατζιδάκι!..
 
GreekBloggers.com