Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Πανηγύρι Άη Συμιού. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Πανηγύρι Άη Συμιού. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 2 Ιουνίου 2017

"Πάλε καλές αντάμωσες..." - Εισαγωγή σε μια Φωτογραφική Έκθεση για το Πανηγύρι του Άη Συμιού

Το κείμενο, που ακολουθεί, αποτελεί Εισαγωγικό Σημείωμα στην Φωτογραφική Έκθεση "Πάλε καλές αντάμωσες...", που εγκαινιάζεται σήμερα, Παρασκευή, 2 Ιουνίου 2017, στις 19:00, στον Πολυχώρο Πολιτισμού του Συλλόγου Φίλων της Μουσικής "ΔΙΟΝΥΣΙΟΣ ΣΟΛΩΜΟΣ", Ραζή Κότσικα 7, στο Μεσολόγγι.  


                        
 

                        “Πάλε καλές αντάμωσες…”
                    Φωτογραφικές στιγμές από τον Καλοκαιρινό  Άη Συμιό
Το 2013, με παρότρυνση του καλού Μεσολογγίτη Θανάση Λάκκα, βρέθηκα για πρώτη φορά  στο Πανηγύρι τ’ Άη Συμιού - Πανηγύρι, που έμελλε να προσδιορίσει την σχέση μου με το Μεσολόγγι και τους ανθρώπους του. Χωρίς επιστημονική προπαρασκευή, μόνο με το θάρρος του προσωπικού βιώματος, αποδύθηκα σε μια συστηματική παρατήρηση και φωτογραφική αποτύπωση του εθίμου, που μετράει πια πέντε συνεχή χρόνια. Στο πλαίσιο του Καλοκαιρινού Άη Συμιού του 2017, ένα ελάχιστο, αλλά, ελπίζω, χαρακτηριστικό, μέρος της προσπάθειάς μου φιλοξενείται από 2 μέχρι και 6 Ιουνίου, στην καρδιά της Ιεράς Πόλεως, στον μοναδικής αισθητικής Πολυχώρο των Φίλων της Μουσικής «ΔΙΟΝΥΣΙΟΣ ΣΟΛΩΜΟΣ».
Το Πανηγύρι τ’ Άη Συμιού ξεχωρίζει από άλλα Πανηγύρια λόγω του πολλαπλού χαρακτήρα του και των ιστορικοκοινωνικών του διαστάσεων. Πέρα από την θρησκευτική βάση, οι διαστάσεις αυτές έχουν τέτοιο βάθος και σημασία, ώστε να αποτελεί μοναδικό βίωμα ακόμη και μια απλή παρατήρηση των δρώμενων από τον επισκέπτη της πόλης.
Η έννοια, που εκφράζει πιο πολύ το Πανηγύρι, είναι, νομίζω, η «αντάμωση», που αποτελεί τον διαρκή και διακαή πόθο των Πανηγυριστών, Αρματωμένων και Καβαλαραίων. Η λαχτάρα της αντάμωσης είναι η πρώτη κινητήρια δύναμη όσων μαζεύονται κάθε χρόνο στα «Στέκια» για να πανηγυρίσουν με ζήλο κι αφοσίωση μνήμες ιερές και έμφορτες με αξίες και μηνύματα πανελλήνιας σημασίας, πανανθρώπινου χαρακτήρα.
Η έννοια της αντάμωσης ξεκινάει ήδη από τον σύνδεσμο του Μοναστηριού με την Έξοδο του Μεσολογγίου και ορίζει την δισυπόστατη φύση του Πανηγυριού. Πατώντας στα χνάρια της συμφωνημένης αντάμωσης των Εξοδιτών στο Μοναστήρι, οι Πανηγυριστές τελούν ταυτόχρονα μνημόσυνο για τους πεσόντες της Εξόδου και πανηγυρίζουν την απαράμιλλη ηθική τους νίκη επί των κατακτητών. Ηθική νίκη, που έμελλε να αποτελέσει ορόσημο του απελευθερωτικού αγώνα του ’21 και παγκόσμιο σύμβολο συνειδητής συλλογικής αυτοθυσίας, για χάρη της ύψιστης έννοιας της ανθρώπινης ελευθερίας και της εθνικής ανεξαρτησίας.
Ένα τέτοιο Πανηγύρι, όμως, που η ζωή του μετριέται με αιώνες, δεν λειτουργεί μόνο σε συμβολικό επίπεδο. Η διοργάνωση και η πραγματοποίησή του αποκαλύπτουν πολλές σταθερές, που έχουν την δική τους μεγάλη σημασία. Σταθερές, που περνούν από γενιά σε γενιά Μεσολογγιτών, αυτονόητες για τους ντόπιους, αλλά όχι και για τους επισκέπτες, στους οποίους τα επί μέρους στοιχεία του Πανηγυριού προκαλούν βαθύτατη εντύπωση.
Ο πάνδημος χαρακτήρας του εορτασμού είναι το πρώτο στοιχείο. Με τον ένα ή τον άλλο τρόπο συμμετέχει όλη η πόλη, συνεορτάζει, διευκολύνει την διοργάνωση, προσδοκά και αποδέχεται την αναστάτωση της καθημερινότητας, τις μουσικές και τα τραγούδια μέχρι βαθείας νυκτός έξω από σπίτια και καταστήματα, βγαίνει στα κατώφλια και στα περβάζια, χαιρετίζει και ραίνει με λουλούδια τους Πανηγυριστές, τραγουδάει και χορεύει μαζί τους.
Άλλο σπουδαίο στοιχείο είναι η συμβίωση των φυλών και η συνέργεια, που αντανακλώνται στο Πανηγύρι. Παραδοσιακά σταθεροί και αναντικατάστατοι οι ρόλοι των Ρομά ως μουσικών της κάθε Παρέας, χωρίς αυτό να τους καθιστά δευτεραγωνιστές ή λιγότερο Πανηγυριστές. Μαζί τραγουδούν όλοι, πρίμο-σεκόντο, όπως και μαζί ζουν ή συνεργάζονται στο Μεσολόγγι.
Καταλυτικό στοιχείο είναι, επίσης, η διαγενεακή συμμετοχή στο Πανηγύρι. Οι Πανηγυριστές, Αρματωμένοι και Καβαλαραίοι,  εμφυτεύουν το πνεύμα του Πανηγυριού ακόμη και στα πιο μικρά τους αγόρια. Τα παίρνουν μαζί στην πομπή και στα συμπόσια, τα ντύνουν με την ανάλογη φορεσιά, τα παροτρύνουν να συμμετάσχουν ενεργά όπου και όσο το επιτρέπει η ηλικία τους. Η πρακτική αυτή, μια ιδιότυπη, σταδιακή, παράδοση της σκυτάλης από τον πατέρα στον γιο, μεταλαμπαδεύει, ήδη από τρυφερότατη ηλικία, στους μικρούς Μεσολογγίτες το νόημα και τους συμβολισμούς του Πανηγυριού. Μεταλαμπαδεύει τις πανανθρώπινες και εθνικές αξίες, που αντικατοπτρίζονται στο Πανηγύρι – και τούτο σε εποχές έκπτωσης των αξιών αυτών. Έτσι ο μικρός Μεσολογγίτης εντάσσεται με φυσικό και αβίαστο τρόπο στην Παρέα. Στην Παρέα, που είναι μια μείζων οικογένεια και μια μικροκοινωνία ταυτόχρονα, ένα μικρό Μεσολόγγι και μια μικρή Ελλάδα, που τραγουδούν και χορεύουν χαρές και δοκιμασίες, που αντιστέκονται, που θυμούνται και τιμούν, που φιλοξενούν και τρατάρουν τους ξένους από το υστέρημά τους, που δένουν τα μέλη τους μεταξύ τους με δεσμούς ακατάλυτους.     

                    

Δεν ξέρω πόσο κατάφερε ο φωτογραφικός φακός να αποτυπώσει έστω κάποια από τα στοιχεία αυτά στα στιγμιότυπα της Έκθεσης. Ελπίζω πως με λίγη καλή διάθεση και φαντασία, ο επισκέπτης θα διακρίνει κι ο ίδιος όσα προσπάθησα προσωπικά να καταγράψω. Έτσι κι αλλιώς, πάντως, το Πανηγύρι δεν είναι εδώ, αλλά εκεί έξω, στους δρόμους της Ιεράς Πόλεως και στο ξέφωτο του Μοναστηριού. Εκεί συνέβησαν όλα όσα καταγράφονται στις φωτογραφίες, εκεί η κατάνυξη, εκεί το αχ του στεναγμού και η λάμψη της χαράς, εκεί η ντοπιολαλιά και το  τραγούδι κι η ζάλη του χορού. Δρασκελώντας το κατώφλι,  στα δρομάκια της πόλης τα ζούμε όλα - όλα όσα δείχνουν οι φωτογραφίες!
Κλείνοντας το σημείωμα αυτό, οφείλω να εκφράσω τις βαθύτατες ευχαριστίες μου σε όλο το Μεσολόγγι, σε όλους τους Μεσολογγίτες, για την τεράστια και ζεστή αγκαλιά τους. Η Έκθεση είναι το αντίδωρό μου στην Ιερά Πόλη – αντίδωρο, για το οποίο βοήθησαν καθοριστικά η Κα Βάσω Σωτηρίου, που είχε και δούλεψε πολύ την αρχική ιδέα, οι κκ. Μάκης Κουτσαγγέλης και Τάκης Φωλιάς, που, μαζί με τον Σύλλογο «ΔΙΟΝΥΣΙΟΣ ΣΟΛΩΜΟΣ», υιοθέτησαν αμέσως το εγχείρημα και διαθέσανε τον χώρο. Από κοντά ακολούθησαν οι Κες Ντίνα Παπαδοπούλου, Φωτεινή Καραβία, Λίτσα Κιτσινέλη και Δήμητρα Βραχά, που αυθόρμητα διεκπεραίωσαν μεγάλο μέρος της διοργάνωσης. Από κοντά ακόμα και το κύτταρο πολιτισμού, το «ΠΟΛΥΠΛΕΥΡΟ ΜΕΣΟΛΟΓΓΙ», το Μεζεδοπωλείο «Εξ αποστάξεως» της οικογένειας Σκαρμούτσου, το Ζαχαροπλαστείο «ΛΥΡΟΣ» και η Ποτοποιία Πασιόπουλου «ΠΕΛΑΔΑ».
Είμαι σε όλες και όλους ευγνώμων, είμαι ευγνώμων σε όλο το Μεσολόγγι, σ’ όλες τις Παρέες και δεν έχω άλλο να πω παρά «Πάλε καλές αντάμωσες…». Κάθε μέρα, κάθε μήνα, κάθε χρόνο, καλές αντάμωσες νάχουμε όλοι στον πλάτανο, στην βρυσούλα, στην πλατεία, στα δρομάκια, παντού όπου μαζεύονται άνθρωποι με αγάπη για τον τόπο, μ’ αγάπη αναμεταξύ τους…       

                                             Μεσολόγγι, Παρασκευή, 2 Ιουνίου 2017  

 
                            


                  

Δευτέρα 8 Ιουλίου 2013

Η νύχτα του Άη Συμιού (2013)

Μετά το τρισάγιο και πέφτοντας το βράδυ, πήραμε ν' ανηφορίζουμε σιγά-σιγά προς τον Άη Συμιό. Μέσα μας αντηχούσαν τα τραγούδια κι οι σκοποί, που ακούγαμε εδώ κι εκεί στην πόλη, μέρες και νύχτες, γύρω από τα τραπέζια, που με φαΐ, ποτό και τραγούδι, ενώνουν τους άντρες και τους φέρνουν κοντά, όσο τίποτ' άλλο.
Κάποιοι, λίγο δειλοί, ίσως, διστακτικοί, τα σιγοψιθύριζαν, άλλοι τα σφύριζαν όσο κι όπως μπορούσαν, μα όλοι, πάντως, τα είχαν μέσα τους, σαν για να τους συντροφεύουν στην διαδρομή, να τους προπαρασκευάζουν για την ολονυκτία.
Μπροστά στα μάτια μας ξεπηδούσαν εικόνες, συνέχεια εικόνες, μπερδεμένες εικόνες, κάποτε και θολές. Εικόνες χωρίς συνοχή πάντα, χωρίς λογική διαδοχή, ίσως και χωρίς νόημα, θάλεγαν από μέσα τους τίποτε πρωτευουσιάνοι, περαστικοί και περιηγητές τυχαίοι.
Εικόνες, παντού εικόνες, λες και ξεπηδούν από γωνίες, τοίχους πέτρινους, σπίτια Μεσολογγίτικα, μισογκρεμισμένα, ερείπια οικεία, αγαπημένα, πόρτες και παράθυρα φαγωμένα άλλοτε από τον χρόνο κι άλλοτε από τους ανθρώπους σε κάποια στιγμή μανίας, φαγωμένα απλώς από την ζωη, αλλά φαγωμένα, γερμένα μπροστά στην μοίρα. Εικόνες, λοιπόν... Να: εδώ φουστανελάδες ζωσμένοι με τις πιστόλες, τους, τα φυσεκλίκια και τις μπαρουτοθήκες. Αρματωσιές καλογυαλισμένες, βαριές κι ασήκωτες. Ρούχα βαριά κι αυτά, ασήκωτα για Καλοκαίρι και ήλιο λαμπερό, Ελληνικό - αλλά τούτο το φορτίο είναι παραδομένο από πάππο σε πατέρα κι από πατέρα σε γιο και τούτο είναι που το κάνει κάπως σαν  ανάλαφρο και παντός καιρού.
Πιο κει έφιπποι στα χακί τους, πάνω σ' άλογα, που χορεύουν μυστήρια, στον σκοπό του ζουρνά και στον ρυθμό του νταουλιού.
Κι ορκίζομαι πως έτσι ανεβαίνοντας προς το μοναστήρι, σαν νάδα ολόγυρα, εδώ κι εκεί,  παλιούς πολεμιστές, χαρακωμένους από τα χρόνια και τις κακουχίες, εξαντλημένους από την πείνα και την πολιορκία της πόλης, αποφασισμένους, όμως, πια να μαζέψουν τις τελευταίες δυνάμεις τους και να σπάσουν τον κλοιό, να βγουν στον δρόμο για την ελευθερία, να σφαχτούν και να σφάξουν απελπισμένοι κι, άμα γλιτώσουν, να ανάψουν ένα κερί στον Άη Συμιό και στον δροσερό περίβολο να ανασάνουν τον πρώτο τους λεύτερο αέρα.
Ένα κεράκι ανάψαμε κι εμείς πρωτοφτάνοντας, με την πανσέληνο από πάνω να φωτίζει σαν μέρα τον δρόμο μας.
Είχανε μαζευτεί ήδη από νωρίς οι Παρέες. Οι Αρματωμένοι είχαν ξαρματωθεί για το βράδυ κι είχαν κρεμάσει εδώ κι εκεί τα πατροπαράδοτα ρούχα τους, Μερικοί είχαν κρατήσει μονάχα ένα κομμάτι της αρματωσιάς τους, σαν για να τους διατηρεί ζωντανό τον δεσμό με τους καθαγιασμένους προπάτορες πάνω στον χορό, άλλοι όχι.
Τα τραπέζια στημένα, τα κρέατα και τα μακαρόνια και τα λογής λογής φαγητά πήγαιναν κι έρχονταν. Τα ποτά στον πάγο, έτοιμα να ξεδιψάσουν τους πανηγυριστές και τους φιλοξενούμενους. Ακάλεστοι οι περισσότεροι, αλλά παντού ευπρόσδεκτοι. Σ' όλες τις Παρέες, σ' όλα τα τραπέζια, με το που πλησίαζες, μια καρέκλα κι ένα πιάτο κι ένα ποτήρι βρίσκονταν αμέσως κι έρχονταν με τρόπο μαγικό μπροστά σου. Τι χρειάζεσαι, τι έχεις ανάγκη, ξένε, που ξένος δεν εισ' εδώ; Εδώ είναι όλοι δικοί, όλοι άνθρωποι κι όλοι λεύτεροι, όπως το λέει ξεκάθαρα η πέτρα στην είσοδο της Ιεράς Πόλης: Κάθε λεύτερος άνθρωπος είναι δημότης Μεσολογγίου! Πεινάς, λοιπόν, διψάς, τραγούδι θες, χορό μήπως; Πάρε θέση και πιάσε! Πιάσε το πηρούνι και το μαχαίρι, πιάσε το ποτήρι, πιάσε τον σκοπό και πιάσε και το μαντήλι και ρίξτο στον χορό. Είμαστ' εδώ με σένα και για σένα εμείς, είσαι εδώ για μας εσύ. Όλοι δικοί. Όλοι έτοιμοι να σε φιλέψουμε, να σε κρατήσουμε να φέρεις την γυροβολιά σου με σιγουριά, γιατί εδώ, ξέρεις, είναι λεβεντοπανήγυρις, γιορτή γι' άντρες λεβέντες κι οι λεβέντες, ξέρεις, κρατάν ο ένας τον άλλο κι έτσι ήταν πάντα και παντού με τους λεβέντες, ξέρεις, κι έτσι θάναι στον αιώνα τον άπαντα, όσο υπάρχουν άνθρωποι, που ξέρουν από λευτεριά κι από τιμή κι αντρειοσύνη.
Οι γύφτοι μουσικοί έχουν κι αυτοί μαζευτεί από νωρίς. Οι ζυγιές έχουν πάρει την θέση τους στην άκρη του τραπεζιού της κάθε Παρέας ή στο κέντρο του κύκλου του χορού. Ακούραστοι άνθρωποι. Μερόνυχτα παίζουν χωρίς σταματημό, κάνουν το μουσικό γούστο της παρέας, τα μάτια τους γυαλίζουν, οι νταουλιέρηδες κοιτούν τους χορευτές στα πόδια, για να σιγουρευτούν πως τους ακολουθούν πιστά, τους κοιτούν στα μάτια, για να πάρουν έγκαιρα μηνύματα. Οι άλλοι με τον ζουρνά, παλεύουν να πάρουν ανάσες, να κρατήσουν αέρα μέσα τους, για τους ίδιους, να δώσουν κι αέρα στο όργανο. Τα μάγουλά τους φουσκώνουν, οι φλέβες του λαιμού πετάγονται. Ο χρόνος σταματάει, ο χώρος δεν υπάρχει. Υπάρχουνε μονάχα μουσικές και σκοποί και βήματα, που ενώνονται με κι ενώνουν, που έρχονται από πολύ μακριά κι ακόμα πιο μακριά θα πάνε στους αιώνες, που ακολουθούν, θα οδηγούνε με το τέμπο τους την φυλή, γιατί έτσι, με μουσικές αρχέγονες πορεύονται πάντα και πολεμούν κι επιζούν οι παλιές φυλές, οι δοκιμασμένες, οι βασανισμένες, οι φυλές οι περασμένες από φωτιά και σίδερο.                  
Γύρω γύρω, οι οικογένειες των μουσικών κοιμούνται στρωματσάδα, όταν κοιμούνται κι όπως κι όσο κοιμούνται, μέσα στον αχό από τα νταούλια και τις φωνές. Τα μωρά τους  κοιμούνται, όπως κοιμούνται όλα τα μωρά, οι γυναίκες πιάνουν το κουβεντολόι, όπως όλες οι γυναίκες, και τα μεγαλύτερα παιδιά μονάχα, στέκουνε κάπου κοντά στον πατέρα τους, που παίζει την μουσική, και με κάθε ευκαιρία μαζεύουν από το χώμα τα δολάρια, που πετάνε οι πανηγυριστές, προσέχοντας μη μπερδευτούν στα πόδια των χορευτών και ποδοπατηθούν.
Είναι όμορφη η νύχτα του Άη Συμιού. Πέφτει ανάλαφρη πάνω στους ώμους και στις κεφαλές, σαν ν' αγκαλιάζει απαλά τους γλεντοκόπους, να τους παίρνει την κούραση, να τους παίρνει έστω και για μια νύχτα μόνο, τους πόνους, τα ντέρτια, τις αγωνίες, τις μνήμες τις πικρές.
Είναι όμορφη η νύχτα του Άη Συμιού, που τα παίρνει όλα αυτά και τα κάνει γέλιο, τραγούδι, χορό. Κάνει τους άντρες ν' αγκαλιάζονται, να κρατούν σφιχτά ο ένας το χέρι του άλλου, να βρίσκουνε μαζί τον ρυθμό, τα λόγια, τα κοινά λόγια, τις κοινές σκέψεις, τον κοινό σκοπό, τον ένα για όλους και τους όλους για έναν.

Είναι όμορφη η νύχτα του Άη Συμιού, έτσι όπως παίρνει κι εμάς μαζί της, μας λευτερώνει και μας ψιθυρίζει στ' αυτί "Ε, πούσαι... Και του χρόνου εδώ, ε;"        


















Όλες οι φωτογραφίες εδώ:
http://www.johndcarnessiotis.com/Other-1/SYMIOS-2013/30321575_ZP96DL#!i=2612487749&k=zZjjKT6

Παρασκευή 5 Ιουλίου 2013

Στον Άη Συμιό, στο Μεσολόγγι - Μέρος Ι

“Αρχαία συνήθεια επεκράτησε να τελήται κατ’έτος την Πεντηκοστήν πανήγυρις. Αφ’ εσπέρας πηγαίνουσιν οι πανηγυρισταί ώς και την πρωίαν. Επίσης κατ’ αρχαίαν συνήθειαν μεταβαίνουσιν οι πλείστοι τούτων ένοπλοι και μεγάλη προσπάθεια καταβάλλεται εκ μέρους ιδία των νέων τις να φέρει την λαμπροτέρα πανοπλίαν…”
(Εφημερίδα Ελληνικά Χρονικά 1859)

Το τριήμερο του Αγίου Πνεύματος πραγματοποιείται στο Μεσολόγγι το Πανηγύρι του Άη Συμιού - μια παραδοσιακή τοπική γιορτή, η οποία, στο πέρασμα του χρόνου, κατορθώνει να διατηρεί αναλλοίωτα τα επί μέρους στοιχεία, που την συνθέτουν και που ενισχύουν όλο και περισσότερο τον συμβολισμό, τις προεκτάσεις, αλλά, κυρίως, την ξεχωριστή σημασία της στο σύγχρονο πλαίσιο. 
Πρόκειται ίσως για το πιο αυθεντικό Ελληνικό Πανηγύρι, που σώζεται ανέπαφο ώς τις μέρες μας και διακρίνεται για τον συνδυασμένο ιστορικό και θρησκευτικό του χαρακτήρα. Σύμφωνα με τεκμηριωμένες ιστορικές μαρτυρίες, διοργανώνεται στο Μεσολόγγι ήδη από τα πρώτα χρόνια της ίδρυσης της Ιεράς Πόλεως και προφανώς είναι το μοναδικό αστικό Πανηγύρι στην Ελλάδα. Ο εορτασμός είναι άρρηκτα συνδεδεμένος με αυτό τούτο το έπος της Εξόδου του Μεσολογγίου, καθώς στο τότε Μοναστήρι του Αγίου Συμεών - Άη Συμιού (χτισμένο ήδη από το 1740) είχαν συμφωνήσει να συναντηθούν και ν' αναπνεύσουν επί τέλους τον πρώτο τους αέρα της λευτεριάς όσοι θα μετείχαν στην Έξοδο και θα κατάφερναν να επιζήσουν από την μάχαιρα των πολιορκητών. 
Οι Μεσολογγίτες, που συμμετέχουν σήμερα στο Πανηγύρι, συγκροτούν οργανωμένα "καπετανάτα", τις λεγόμενες "Παρέες", και χωρίζονται σε δύο μεγάλες ομάδες: τους "Αρματωμένους" και στους "Καβαλαραίους". Το σπουδαιότερο, ωστόσο, είναι η ούτως ή άλλως πάνδημη συμμετοχή στα δρώμενα, που κρατούν 4 μερόνυχτα. Απολύτως χαρακτηριστική και έκδηλη είναι η υπερηφάνεια στο βλέμμα των Μεσολογγιτών, που φορούν με καμάρι τις αυθεντικές και πλούσια διακοσμημένες παραδοσιακές στολές τους και τις αρματωσιές τους. Μ' αυτές τις ενδυμασίες κυκλοφορούν, μ' αυτές γλεντούν στην πόλη, πριν από την έναρξη του καθ' εαυτό Πανηγυριού στον αχανή περίβολο της εκκλησίας του Αγίου Συμεών, λίγο έξω από την Ιερά Πόλη, μ' αυτές παίρνουν την ευλογία του παπά και μ' αυτές μετέχουν στο μνημόσυνο των πεσόντων στον Κήπο των Ηρώων, πριν ανηφορίσουν, τελικά, προς την εκκλησία, το απόγευμα της Κυριακής της Πεντηκοστής για την ολονυχτία. 
Στο μεταξύ και μέχρι το γλέντι κι η μυσταγωγία να μεταφερθούν στον Άη Συμιό, η Ιερά Πόλη δονείται από τα τραγούδια των "Παρεών" των Μεσολογγιτών Αρματωμένων και από τους ζουρνάδες και τα μικρά, διαμέτρου 20-25 εκ., Μεσολογγίτικα νταούλια - τα ξεροντάουλα. Το μουσικό μέρος των εκδηλώσεων έχουν παραδοσιακά αναλάβει πλανόδιοι Γύφτοι μουσικοί, που συρρέουν για τον σκοπό αυτό στο Μεσολόγγι και παίζουν σε ζυγιές ζουρνά και ξεροντάουλο. Κάθε "Παρέα" έχει την δική της ζυγιά Γύφτων, που την συνοδεύει στα προεόρτια και, στην συνέχεια, στην ολονυχτία του Πανηγυριού. Η εγκάρδια αυτή συμμετοχή των Γύφτων μουσικών είναι ιδιαίτερα αξιοσημείωτη και αποτελεί συστατικό, εκ των ων ουκ άνευ, στοιχείο του εορτασμού. Οι περισσότεροι από τους μουσικούς αυτούς παίζουν με γνώση και με μιαν απίστευτη, πρωτοφανή, ένταση τα δύο λιτά, αλλά τόσο καθοριστικά, παραδοσιακά όργανα, τον ζουρνά και το ξεροντάουλο. Εξ ίσου αξιοσημείωτο, όμως, είναι και το πόσο ακούραστοι είναι. Παίζουν όλη μέρα κι όλη νύχτα, ενώ οι οικογένειές τους κοιμούνται κατά γης, στον περίβολο της εκκλησίας, κάπου κοντά στις προκαθορισμένες και μόνιμες θέσεις, όπου η κάθε Παρέα στήνει το τραπέζι της και οργανώνει το γλέντι της. Ελλείψει χαρτονομισμάτων του ενός ευρώ, οι πανηγυριστές, που παλιότερα τους έραιναν με 50δραχμα και 100δραχμα, τώρα τους ανταμείβουν με χαρτονομίσματα του ενός δολλαρίου, τα οποία έχουν έγκαιρα φροντίσει να προμηθευθούν εν αφθονία, ειδικά για την περίσταση - και η αλήθεια είναι πως οι πλανόδιοι τούτοι μουσικοί αξίζουν πραγματικά κάθε αμοιβή για το ταλέντο, το παίξιμο και τον κόπο τους. 

Πάλε καλές αντάμωσες, 
πάλε ν' ανταμωθούμε 
στον Άη Συμιό, στον πλάτανο 
και στην κρύα βρυσούλα...























Περισσότερες φωτογραφίες εδώ:
http://www.johndcarnessiotis.com/Other-1/SYMIOS-2013/30321575_ZP96DL#!i=2612487749&k=zZjjKT6
 
GreekBloggers.com